H κλοπή της Αγιάς Σοφιάς

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν γονατιστός στην Αγία Σοφία που μετέτρεψε σε τζαμί. EPA, TURKISH PRESIDENT PRESS OFFICE HANDOUT

Του ΛΟΥΚΗ Γ. ΛΟΥΚΑΙΔΗ 

Την 1η Ιουλίου του 2002 συμπληρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Έκτοτε ενέργειες κρατών που συγκρούονται με τις πρόνοιες του Καταστατικού αυτού παίρνουν τον χαρακτήρα διεθνούς ποινικού αδικήματος ανάλογα με την περίπτωση και εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με το Καταστατικό του, για να τιμωρηθούν. Είναι γεγονός ότι γενικά οι Διεθνείς Συνθήκες και άλλες πράξεις που υιοθετούν κανόνες του Διεθνούς Δικαίου δεν τυγχάνουν σεβασμού από τα κράτη αν ο σχετικός κανόνας δεν συμπίπτει με τα συμφέροντά τους. Δεν είναι όμως αυτός λόγος να μην υπάρχει προσπάθεια από όσους ασχολούνται και γνωρίζουν τις πρόνοιες των διεθνών αυτών πράξεων να μην επικαλούνται τη σχετική παραβίαση. Δηλαδή επειδή ένας νόμος δεν γίνεται σεβαστός, δεν επιτρέπεται να παραμερίζεται και να αγνοείται ως εάν να μην υπάρχει. 

Η εξέλιξη του Διεθνούς Δικαίου δεν έφτασε ακόμα στο επιθυμητό επίπεδο, πρέπει όμως να το επικαλούνται τα κράτη που θυματοποιούνται από ενέργειες άλλων κρατών. Είναι η μόνη ελπίδα κάποια μέρα να αρχίζει να λειτουργεί αποτελεσματικά. Στο μεταξύ στιγματίζει τις πράξεις που καταδικάζονται από τον σχετικό τομέα του Διεθνούς Δικαίου και προσθέτει στην εγκληματικότητά τους που δεν είναι κάτι χωρίς σημασία. Η κατάσχεση και μετατροπή της Αγίας Σοφίας από τον Ερντογάν οριστικοποιήθηκε μετά που τέθηκε σε ισχύ το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. 

Συνεπώς η πράξη αυτή μπορεί να κριθεί και με βάση το εν λόγω καταστατικό. Μελετώντας τις πρόνοιές του, θα διαπιστώσουμε ότι η Τουρκία διέπραξε στην περίπτωση της αρπαγής της Αγίας Σοφίας αρκετά ποινικά αδικήματα που προβλέπει το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου το οποίο καλύπτει έναν μεγάλο κατάλογο πράξεων που θεωρούνταν και πριν το Καταστατικό εγκλήματα βάσει του Διεθνούς Εθιμικού Δικαίου, της Συνθήκης της Γενεύης κ.ά. Παραδείγματα τέτοιων αδικημάτων είναι το έγκλημα της γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου που δημιουργήθηκαν με την απόφαση της Νυρεμβέργης εναντίον των Ναζί.

Στην περίπτωση της Αγίας Σοφίας υπενθυμίζουμε ότι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους ήταν εξαρχής παράνομη και ισοδυναμούσε με τη διάπραξη πολλών εγκλημάτων του Διεθνούς Δικαίου. Η δημιουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχει καθορίσει ρητώς τα εγκλήματα για τα οποία προέβλεψε και δικαιοδοσία δικαστηρίου για την καταδίκη των ενόχων. Η Αγία Σοφία, το μεγαλειώδες αυτό αρχιτεκτονικό μνημείο, εγκαινιάστηκε το 360 επί της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίου Β΄ και αποτελούσε τον κύριο καθεδρικό ναό της πρωτεύουσας και έδρα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Οι μετέπειτα κατασχέσεις του ναού από άλλα θρησκευτικά κινήματα ήσαν έκδηλα παράνομες πράξεις διότι ο χώρος της Αγίας Σοφίας ως μέρος της Κωνσταντινούπολης δεν χορηγήθηκε εθελοντικά από τους χριστιανούς διαχειριστές του σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. 

Όταν κατακτήθηκε από τους Τούρκους το 1453 ο ναός ήταν στα χέρια των χριστιανών και συνέχισε αυτή η κατάσταση μέχρι πρόσφατα. Η ενέργεια του Ερντογάν να μετατρέψει κατόπιν κατάσχεσης την εκκλησία σε τζαμί δεν έγινε κατόπιν εθελοντικής ενέργειας των χριστιανών διαχειριστών της εκκλησίας αλλά διά της βίας. Συνεπώς εύκολα μπορεί να καταλήξει ένας στο συμπέρασμα ότι αυτή η ενέργεια του Ερντογάν συνιστά κλοπή του ναού και συνάμα πλήττει το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας. Έτσι είναι κατάφωρο έγκλημα πολέμου βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 α (iv) (ιδιοποίηση περιουσίας), και (ix) επίθεση με πρόθεση κατευθυνόμενη κατά κτηρίου αφιερωμένου στη θρησκεία. Επίσης είναι και δίωξη κοινότητας για λόγους θρησκευτικούς και εθνικούς [Κεφάλαιο 2 Άρθρο 7 παράγραφος (η) ].

Και ναι μεν είναι στην πραγματικότητα αδύνατον να προωθήσεις την τιμωρία ενόχων διεθνών ποινικών αδικημάτων όπως είναι και η περίπτωση της κλοπής και η αλλαγή χρήσης του ναού της Αγίας Σοφίας. Αλλά όπως έθιξα και πιο πάνω, μπορεί να υπάρχουν δυσκολίες επιβολής του νόμου ιδίως στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά δεν επιτρέπεται να παραμερίζεις το έγκλημα γιατί τελικά θα ατονήσει και θα καταστεί ανύπαρκτο. Έτσι έγινε και με πολλούς κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που υπάρχουν μεν, δεν εφαρμόζονται δε. Το αποτέλεσμα είναι να μιλάμε για Διεθνές Δίκαιο γνωρίζοντας ότι στην πράξη το μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος του δεν επιβάλλεται. Εκείνο όμως που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι κάθε κράτος του οποίου τα δικαιώματα βάσει του Διεθνούς Δικαίου παραβιάζονται έχει τουλάχιστον υποχρέωση να επικαλείται την παραβίαση για να ενισχύσει μια διεθνή συνείδηση Διεθνούς Δικαίου και στιγματίζοντας έστω το κράτος που είναι υπαίτιο. 

Ο μεγαλομανής και ανόητος Ερντογάν πίστεψε ότι κατάκτησε δικαιωματικά μια πολύτιμη πολιτιστική περιουσία των Ελλήνων χωρίς να αντιληφθεί ότι όλος ο πολιτισμένος κόσμος τον περιγελούσε όταν ο ίδιος με αλαζονεία και θρασύτητα προσευχόταν στον χριστιανικό ναό που κατέλαβε παράνομα. Πράγματι, η εικόνα που παρουσίαζε όταν προσευχόταν στον χριστιανικό ναό δεν έπρεπε να τον κάνει υπερήφανο αν πραγματικά αντιλαμβανόταν τη γελοιότητά του. Με την κλοπή, ο κλέφτης δεν αποκτά τα πλεονεκτήματα του δικαιούχου, άρα, ό,τι και να κάνει, ο Ερντογάν θα μείνει αυτός που είναι και ο κόσμος θα συνεχίσει να τρέφει τον θαυμασμό του προς τους γνήσιους ιδιοκτήτες. 

πηγή
από koukfamily.blogspot.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια