Αντί σχολίου σήμερα θα γράψω μία μικρή παραβολή...

...... διότι δυστυχώς διαπιστώνω ότι ακόμη και πράγματα που θεωρούνται σχεδόν αυτονόητα στη στρατηγική είναι εντελώς ακατάληπτα σε μεγάλη μερίδα συμπατριωτών μας.
 
Ο Κώστας και ο Γιώργος είναι γείτονες από παλιά. Το κτήμα που είναι ανάμεσα στα σπίτια τους και το έχει κληρονομήσει ο Κώστας από τον παππού του, είναι ξέφραγο, χέρσο και αδήλωτο επί δεκαετίες στο Κτηματολόγιο και στην εφορία. Έτσι ο γείτονας Γιώργος που το καλόβλεπε και το λιμπιζόταν από καιρό άρχισε μια ωραία μέρα να μπαίνει μέσα, πάντα οπλισμένος με καραμπίνα για παν ενδεχόμενο, να μετράει με την κορδέλα, να κάνει σχέδια για το πού θα φυτέψει τι, πού θα κάνει γεώτρηση για να βγάλει νερό και να κάνει προεργασία για να χτίσει μια αποθήκη και να στήσει φράχτη.
 
Ο Κώστας παρακολουθεί τις ενέργειες του γείτονα διακριτικά από μακριά. Δεν του αρέσει να μπλέκει σε καβγάδες, είναι άνθρωπος μορφωμένος και με κουλτούρα, και θεωρεί πως οι τσαμπουκάδες είναι μια απωθητική πρακτική που ανήκει στο παρελθόν. Φοβάται πως αν πάει να ζητήσει τον λόγο από τον Γιώργο όταν αυτός σουλατσάρει μέσα στο κτήμα, μπορεί να γίνει καμία παρεξήγηση και να έρθουν στα χέρια. Φοβάται επίσης μήπως ο τραμπούκος γείτονάς του αποφασίσει κάποια στιγμή να του την ανάψει, κι έτσι έχει φροντίσει να αγοράσει κι αυτός μία καραμπίνα πανάκριβη, τελευταίο μοντέλο, καθώς και τα αναγκαία φυσίγγια.
 
Το έχει το όπλο λαδωμένο και φροντισμένο, αλλά κλειδωμένο στη ντουλάπα διότι βεβαίως δεν σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει ποτέ αφού είναι εκ πεποιθήσεως αντίθετος με το να λύνονται οι διαφορές μεταξύ των γειτόνων με κουμπουριές. Κάθε 5-10 χρόνια όμως αγοράζει καινούργια καραμπίνα για να νιώθει πιο ασφαλής. Το κόστος κάθε φορά βέβαια είναι δυσβάστακτο και ο μισθός του Κώστα λίγος, και ο ίδιος είναι καταχρεωμένος. Δεν αντέχει όμως στη σκέψη ότι δεν έχει μέσα στη ντουλάπα το καλύτερο όπλο που κυκλοφορεί στην αγορά. Ο μόνιμος εφιάλτης του είναι ότι κάποια στιγμή ο Γιώργος θα σπάσει την πόρτα και θα μπει στο σπίτι πυροβολώντας για να του το πάρει δια της βίας – και τότε ο Κώστας ονειρεύεται ότι θα αναγκαστεί να αμυνθεί και θα γίνει της κακομοίρας όπως στο φινάλε του «Σημαδεμένου» με τον Αλ Πατσίνο.
 
Ο Κώστας έχει δοκιμάσει πολλές φορές κατά το παρελθόν να μιλήσει με τον Γιώργο, αλλά κάθε φορά που κάθονται στο ίδιο τραπέζι μήπως και τα βρουν, ο Γιώργος έχει την κακή συνήθεια να σηκώνεται κάθε 5 λεπτά από τη θέση του και να χαστουκίζει τον Κώστα για να σπάει πλάκα. Όταν έφαγε την πρώτη σφαλιάρα ο Κώστας δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ήξερε τι χωρατατζής και μπουνταλάς είναι ο Γιώργος και δεν τον παρεξήγησε. Μετά όμως το πράγμα ξέφυγε, και ο Γιώργος άρχισε κάθε μέρα να έρχεται στο σπίτι του Κώστα, να μπουκάρει μέσα από το παράθυρο, με την καραμπίνα πάντα περασμένη στον ώμο, να του δίνει μερικά χαστούκια, να ξεκαρδίζεται στα γέλια και να φεύγει. Ο Κώστας έκανε υπομονή για χάρη της καλής γειτονίας. Έλεγε στον εαυτό του «εντάξει, μην το μεγαλοποιούμε το ζήτημα. Αφού ο Γιώργος φεύγει από το σπίτι μου όταν μου δώσει τα χαστούκια, δεν γίνεται καμία μόνιμη ζημιά».
 
Καθώς περνούσαν όμως τα χρόνια, ο αριθμός των χαστουκιών αυξανόταν προοδευτικά, μέχρι που άρχισε να τον πονάει τον Κώστα η μασέλα του από το ξύλο που έτρωγε σε καθημερινές δόσεις. Προβληματίστηκε για το τι θα έπρεπε να κάνει. Υποπτευόταν ότι η συμπεριφορά του Γιώργου γινόταν «για εσωτερική κατανάλωση», επειδή είχε προβλήματα οικονομικά και είχε τσακωθεί με τη γυναίκα του και έψαχνε κάπου να ξεσπάσει. Ο Κώστας ανέφερε στην αστυνομία το ζήτημα αλλά η απάντηση που πήρε ήταν: «Γείτονες είστε, και είστε αναγκασμένοι να μένετε για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον.
 
“Πρώτα βλέπεις τον γείτονα το πρωί και μετά τον ήλιο”, όπως λέει και ο λαός. Άρα, καθίστε και μιλήστε και βρείτε τα μεταξύ σας». Μετά ο Κώστας εξομολογήθηκε το πρόβλημά του σε έναν ξάδερφό του κι εκείνος του είπε: «Τι κάθεσαι και τον ανέχεσαι και δεν του σπας τα μούτρα όταν μπουκάρει στο σπίτι σου, να έρθει να τον μαζέψει το ΕΚΑΒ ανάσκελα από το σαλόνι σου;». Ο Κώστας όμως έφριξε με αυτή την ιδέα: «Ξάδερφε σου ζήτησα να μου προτείνεις μία πολιτισμένη λύση, όχι να πέσω κι εγώ στο επίπεδο του Γιώργου».
 
Κατόπιν ο Κώστας απευθύνθηκε σε άλλους γείτονες μήπως τον βοηθήσουν να βρει μια λύση, αλλά εκείνοι του έλεγαν όλοι σαν να ήταν συνεννοημένοι πως «ο Γιώργος είναι καλός πελάτης μου και δεν θέλω να τον χάσω» ή «κοίτα, σε συμπαθώ για αυτά που περνάς αλλά δεν έχω λόγο να ανακατευτώ σε ξένο καυγά» ή «δώστου του γείτονα το μισό κτήμα μήπως αρχίσει να σκαλίζει εκεί και πάψει να ασχολείται μαζί σου». Κάποια στιγμή ο Κώστας, παραζαλισμένος από τις χιλιάδες σφαλιάρες που είχε φάει τόσα χρόνια, άρχισε να σκέφτεται πως ίσως η τελευταία λύση να μην ήταν τελικά και τόσο κακή ιδέα. Θα πρότεινε στον Γιώργο να συζητήσουν για το κτήμα ώστε να του δώσει κάτι με νόμιμο τρόπο μήπως και τελειώσει ο καθημερινός εξευτελισμός του.
 
Μια μέρα ο Γιώργος μπήκε ξανά στο κτήμα του Κώστα, με την καραμπίνα περασμένη στον ώμο ως συνήθως, αλλά αυτή τη φορά άφησε στην πόρτα του Κώστα ένα χαρτί που έλεγε ότι είχε δηλώσει το μισό κτήμα ως δικό του στο Κτηματολόγιο επειδή ο ίδιος έκρινε ότι το κομμάτι αυτό βρισκόταν «στη λάθος πλευρά» της περιουσίας του Κώστα και ότι ήταν «άδικο και μαξιμαλιστικό» ο ένας να έχει άφθονη γη και ο άλλος καθόλου επειδή απλώς έτυχε να μην έχουν τον ίδιο παππού (την ώρα που τα έγραφε αυτά τον είχε πονέσει η κοιλιά του από τα γέλια, και μονολογούσε όλο καμάρι: «Πού τα βρίσκω ο άτιμος!»).
 
Είχε μάλιστα μαζί του ο Γιώργος και έναν ειδικό ανιχνευτή για να εντοπίσει πού υπήρχε φλέβα νερού ώστε να κάνει γεώτρηση τις επόμενες μέρες, και όργωσε και ένα μέρος του κτήματος με μηχάνημα προετοιμάζοντας το έδαφος για να το φυτέψει σαν καλός νοικοκύρης.
 
Ο Κώστας τα είδε όλα αυτά και προβληματίστηκε έντονα. Έτρεξε αμέσως στο Κτηματολόγιο και δήλωσε ένα μικρό κομμάτι στη δυτική πλευρά του κτήματος, καθώς και ένα πολύ μικρό κομμάτι στη νότια πλευρά – σε περιοχές δηλαδή που δεν είχε πάει ακόμα ο Γιώργος να κάνει κατόπτευση για το πώς θα τις εκμεταλλευτεί. Αμέσως μετά ο Κώστας ζήτησε δανεικά από έναν φίλο του γιατί ήταν ταπί, και πήγε και αγόρασε μία ακόμα πιο σύγχρονη καραμπίνα για να την κλειδώσει στη ντουλάπα, δίνοντας πίσω στο οπλοπωλείο την παλιά σε καλή τιμή αφού ήταν πρακτικά αχρησιμοποίητη.
 
Στη συνέχεια ο Κώστας, πολύ ικανοποιημένος από τον εαυτό του και τα εξαιρετικά αντανακλαστικά που είχε επιδείξει απέναντι στη νέα πρόκληση του Γιώργου, διαμήνυσε στον θρασύ γείτονά του μέσω ενός κοινού γνωστού το εξής απλό μήνυμα: «Το ξέρεις πως είμαι πάντα ανοιχτός στον διάλογο. Δεν δέχομαι όμως να γίνεται αυτός υπό καθεστώς εκβιασμού. Τελειώνουν οι προκλήσεις, αρχίζουν οι συζητήσεις». Ο Γιώργος μόνο που δεν έπεσε κάτω από τα γέλια όταν άκουσε το μήνυμα. Προς στιγμήν σκέφτηκε να ρίξει χοντρό δούλεμα στον γείτονα απαντώντας του: «Γιατί επιμένεις να ασχολείσαι μαζί μου και με το τι κάνω εγώ στην περιουσία μου;». Μετά όμως το σκέφτηκε καλύτερα και αποφάσισε να πάει στον «διάλογο». Και το κτήμα θα καταπατούσε φυσικά, και θα έσπαγε πάλι χοντρή πλάκα ταράζοντας τον «πολιτισμένο» Κώστα στις σφαλιάρες μόλις θα κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Αν μάλιστα κατάφερνε να κάνει τον βλάκα να του δώσει με τη δική του υπογραφή το κτήμα, τόσο το καλύτερο. Άλλωστε, είχε αρχίσει να τον πονάει κι αυτόν το χέρι του από τα αμέτρητα χαστούκια που είχε δώσει τόσα χρόνια στο χάπατο που έμενε δίπλα και είχε αρχίσει να ψιλοβαριέται με την όλη κατάσταση.
 
Κάθε πιθανή ομοιότητα στην παραπάνω ιστορία με καταστάσεις που ζούμε τις πέντε τελευταίες δεκαετίες με την Τουρκία είναι εντελώς τυχαία. Πολύ θα ήθελα όμως να κρίνετε τη στάση του Κώστα και του Γιώργου και να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.  
 
Πιστεύω πως έτσι θα λυθεί η απορία και σε εκείνους τους φίλους που διαρκώς μου απευθύνουν το ερώτημα: «Και τι προτείνεις δηλαδή να κάνουμε με την Τουρκία;».  
Την απάντηση θα τη δώσουν οι ίδιοι στον εαυτό τους.  
 
 
ΣΧΟΛΙΟ 
 
Ξεχάσαμε να αναφέρουμε οτι ένας από τους γείτονες του Κώστα γύρισε και του είπε μια μέρα ότι ο παπούς του δεν ήταν δικός του παπούς (του Κώστα) αλλά του γείτονα... κι οτι κανονικά θα έπρεπε να λένε αυτόν Κώστα.... αλλά τον βάφτισαν διαφορετικά... Και οταν έκατσε και το σκέφτηκε ο Κώστας αποφάσισε να τον αφήσει να λέγεται κι εκείνος Κώστας απλά να λεγεται "βορειοκώστας" για να ξεχωρίζουν, λέγοντας μάλιστα χαρακτηριστικά ότι "είναι κακό να διεκδικώ μόνο εγώ τον παπού μου".... 
 
Και επίσης ξεχάσαμε να πούμε οτι και ένας άλλος γείτονας (φίλος του Γιώργου) έχει ένα δωματιάκι μέσα στο χωράφι του στο οποίο ζει ένας αδερφός του Κώστα, ο Οδυσσέας πολλά χρόνια (πριν ακόμα πάρει το χωράφι αυτό ο γείτονας)...
Αυτός λοιπόν ο γείτονας συνέχεια βασανίζει και βαράει σφαλιάρες και στον Οδυσσέα γιατί του λέει ότι αφού είναι αδερφός του Κώστα που τρώει σφαλιάρες από τον Γιώργο έτσι πρέπει να τις τρώει κι αυτός...
 
Και τέλος ξεχάσαμε να πούμε οτι ένας άλλος γείτονας του Κώστα είναι επίσης αδερφός του και τον λένε Ανδρέα, κι έχει ένα νησάκι ιδιόκτητο εκεί κοντά στα άλλα οικόπεδα... Και ο Γιώργος έχει πάει πριν πολλά χρόνια στο νησάκι αυτό κι αφού έριξε μπόλικο ξύλο στον Ανδρέα (που μάταια φώναζε του Κώστα να τον βοηθήσει με την όπλο από την ντουλάπα) κατέλαβε με το στανιό το 40% του νησιού και έχει εγκαταστήσει εκεί τον αδερφό του..... Κι όποτε ο Ανδρέας διαμαρτύρεται ο Γιώργος του ρίχνει κι αυτουνού σφαλιάρες....
 
Γενικά όλο το σόι του Κώστα τρώει σφαλιάρες..... 
 
Ισως μια μέρα ο Κώστας και τα αδέρφια του ξυπνήσουν κι αρχίσουν να πλακώνουν όλη την γειτονιά στις σφαλιάρες να ξεμπερδεύουμε....

από koukfamily.blogspot.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια