Η Τρίπολις του Πόντου

Η ποδοσφαιρική ομάδα της Τρίπολης
Η πόλη Τρίπολη βρίσκεται κοντά στις εκβολές του ποταμού Χαρσιώτου (Harşit), 77 χλμ. δυτικά της Τραπεζούντας και 54 χλμ. ανατολικά της Κερασούντας. Κοντά στην πόλη βρίσκονται τα βουνά Σισ-δάγ και Τσαλ-δάγ, με ύψος 2.810 μ. και 1.966 μ. αντίστοιχα. 

Η ονομασία της πόλης οφείλεται στη δημιουργία της από τρεις προϋπάρχουσες αρχαίες πόλεις: την Ισχόπολη, την Αργύρια ή Αργύρεια και τη Φιλοκάλεια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση ονομάστηκε Driboli και αργότερα Tirebolu. 

Η Εταιρεία 

Μοναδική Τράπεζα στην Τρίπολη ήταν η Γεωργική Τράπεζα Τουρκίας “Ζεραάτ Παγκαασί” που έδινε μακροπρόθεσμα δάνεια μόνο στους γεωργούς με υποθήκη ακινήτων. 

Πολλές φορές έμποροι και επαγγελματίες Έλληνες βρισκόντουσαν σε δύσκολη θέση από στενότητα χρήματος. Άλλοι πάλι είχαν τα κεφάλαιά τους που έμεναν νεκρά. Ίδρυσαν λοιπόν μιαν “Εταιρεία” η οποία βοηθούσε εκείνους που είχανε ανάγκη και χρησίμευε έτσι και για την κίνηση των νεκρών κεφαλαίων. Βγάλανε μετοχές και κάθε εταίρος είχε την υποχρέωση, επί πέντε χρόνια, να δίνει κάθε μήνα από 20 γρόσια. 

Μετά από κανονικές καταβολές και ύστερα από 5 χρόνια ο καταθέτης μπορούσε να αποσύρει τη μετοχή του ή να μείνει μέτοχος της Εταιρείας δίχως να καταβάλει άλλα χρήματα, αποκομίζοντας μόνο τα κέρδη του μεριδίου του. 

Οι συνέταιροι είχανε το δικαίωμα να παίρνουνε δάνεια μικροπρόθεσμα, ίσαμε τριών μηνών, και αφού δυο άλλοι συνέταιροι είχανε προσυπογράψει. Τα δάνεια δίνονταν ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια που είχε ο δανειζόμενος και αφού το είχε εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο. 

Το διοικητικό συμβούλιο έβγαινε κάθε χρόνο μέσα από τους εταίρους. Τούτη η εταιρεία καρποφόρησε γιατί ο καθένας που είχε λίγα χρήματα, αντίς να τ’ αφήνει ανεκμετάλλευτα, τα έβαζε στην Εταιρεία, κι έπαιρνε το μερίδιό του από τα κέρδη, χωρίς να περιφρονεί καθόλου και τη δανειστική ευκολία που μπορούσε να του κάνει. Μέσα σε τρία χρόνια η Εταιρεία γίνεται γνωστή και γίνονται μέτοχοι και Τούρκοι και Αρμένιοι. 

Οι εργαζόμενοι παίρνουνε συχνά δάνεια και πληρώνουν τόκους, όμως είναι πάλι καλύτερα από τους παλιούς σαράφηδες και τοκογλύφους που είχανε άλλοτε. Οι μετοχές όλο και παίρνανε αξία και τα κορίτσια αγοράζουνε μετοχές για να φτιάξουνε τα προικιά τους σαν έρθει η ώρα. 


Η κοινωνία

Κάθε Μάρτη ο παπάς της Τρίπολης, όπως και πριν από την κατάργηση του χαρατσιού, πρέπει να καταθέσει στο τούρκικο ληξιαρχικό μητρώο το “Νοφούς Μεμουρού”, τον κατάλογο των παιδιών που γεννηθήκανε μέσα στη χρονιά. 

Με βάση τούτο το μητρώο, η τουρκική αρχή καταρτίζει το στρατιωτικό φόρο (μπεντέλι) που θα πληρώσουνε κατά κεφάλι οι Έλληνες και τον παραδίνει στο μουχτάρη της περιφέρειας. 

Αν υποθέσουμε πως οι στρατευόμενοι της χρονιάς είναι 10 και το “μπεντέλι” 50 λίρες, θα έπρεπε ο μουχτάρης να μαζέψει το ποσόν των 500 λιρών από τους στρατευομένους. 

Αυτός όμως παραδίνει τον κατάλογό τους στους δημογέροντες που κάνουν κατανομή του ποσού αυτούς σε όλους τους άρρενες Τριπολίτες από 15 χρονώ κι απάνω, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. 

Όταν μαζευτεί το συνολικό ποσόν που ζητούν οι Τούρκοι, προσθέτουν και το 10% που είναι η αμοιβή του μουχτάρη και του τα παραδίνουν. (Ο μουχτάρης ήταν Έλληνας που εκλεγόταν με υπόδειξη της δημογεροντίας.) 

Μετά το 1908, όταν γίνεται το τουρκικό σύνταγμα, καταργείται το “μπεντέλι”, οι χριστιανοί γίνονται Τούρκοι υπήκοοι και υποχρεωτικά υπηρετούν στον τούρκικο στρατό. Η θητεία όμως εξαγοράζεται με το λεγόμενο αντισήκωμα. 

Καθένας είναι τώρα υπεύθυνος για τον εαυτό του με αποτέλεσμα την κατάργηση του μουχτάρη. (Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το αντισήκωμα καταργήθηκε και οι Πόντιοι είχαν δύο επιλογές: ή να καταταγούν στον τουρκικό στρατό για να καταλήξουν στα τάγματα εργασίας ή να γίνουν φυγόστρατοι και να αρχίσουν να κρύβονται στα βουνά ή σε κρυψώνες). 

Η κοινότητα της Τρίπολης ήτανε πολύ πλούσια. Πριν την καταστροφή είχε περιουσία 52.000 λίρες. Ο προϋπολογισμός της χρονιάς έφτανε από 160-200 λίρες εκτός από τη σχολική συνδρομή. 

Στο μεταξύ είχε και πολλά εισοδήματα από ακίνητα, φουντουκιώνες και τόκους, έξω από τις κληρονομιές και τις δωρεές που της κάνανε. Τα ταχτικά έξοδα της κοινότητας ήτανε οι μισθοί των πέντε δασκάλων, των ψαλτάδων, του καντηλανάφτη, του κλητήρα της κοινότητας και του νυχτοφύλακα, μοναδικό όργανο τάξης που τους επιτρεπόταν να έχουνε. 

Έκτακτα πάλι έξοδα ήτανε τα βοηθήματα που δίνανε στους φτωχούς, χρέη των ορφανών που πληρώνανε, και μερικές υποτροφίες που δίνανε από καιρό σε καιρό σε νέους της πόλης τους. Τέτοια ήτανε να πούμε ο Γ. Σαράφης που τον εστείλανε και σπούδασε στην Τραπεζούντα Μαθηματικά και σαν γύρισε γίνηκε δάσκαλος στην Αστική Σχολή Τριπόλεως, ο Κυριάκος Τσιτελίδης που είχε όμορφη φωνή και τον στείλανε στην Πόλη να μάθει μουσική και άλλοι. 

Απ’ το κοινοτικό ταμείο συντηρούνταν και διατηρούνταν το σχολείο και η εκκλησία κι ακόμα, στις μεγάλες ανάγκες του πληθυσμού της Τρίπολης -όπως, να πούμε, σαν ζητούσαν ξαφνικά οι Τούρκοι αντισήκωμα- το κοινοτικό ταμείο δάνειζε εκείνους που είχαν ανάγκη. 

Έτσι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η κοινότητα έδωσε σε όλους χρήματα, γιατί είχανε κλείσει τα ταμεία, οι τράπεζες και οι άλλες εταιρείες. Επειδή μάλιστα έτυχε να μην υπάρχουνε ρευστά χρήματα στα χέρια του Μαυρίδη, που ήταν ο ταμίας της κοινότητας, τον υποχρέωσαν να δανειστεί προσωπικά για να διευκολυνθεί ο πληθυσμός. 

“Σε μας μόνο με προξενιά παντρεύονταν οι γυναίκες. Τον θέλαμε δεν τον θέλαμε παίρναμε τον άντρα που μας δίνανε, αγάπες και τα τέτοια δεν περνούσανε. Ήξερες όμως πως ο άντρας που σε διάλεξε, σε διάλεξε για σένα, γιατί στον τόπο μας την προίκα οι άντρες δεν την ξέρανε, παίρναν γυναίκα τότε, κι όχι ασκί λεφτά” και η πληροφορήτριά μας (Ωραιοζήλη )προσθέτει περήφανα: 

“Εδώ στην Ελλάδα μάθανε κι οι δικοί μας να ζητούνε προικιά, μα αν κάνει τέτοιο πράγμα ο γιος μου, θε να πεθάνω από ντροπή”. 

Την Παρασκευή γίνεται το λούσιμο της νύφης, κι είναι τούτο το έθιμο από τα πιο σπαρταριστά. Αυτή την ημέρα νοικιάζεται από τον πατέρα της νύφης ολόκληρο το Χαμάμ και για όλη την ημέρα. Μόλις λοιπόν ξεκινήσει η νύφη με τις φιλενάδες της για να πάνε στο λουτρό τις οδηγούνε οι κεμεντζέδες -έναν πληρώνει ο γαμπρός, τον άλλο ο κουμπάρος, αν έχει κι άλλον τον πληρώνουνε της νύφης τα γονικά- κι από πίσω έρχονται όλες οι νέες συγγένισσες της νύφης και του γαμπρού να λουστούν κι αυτές, πιο πίσω ακουλουθούσανε τα κοφίνια με τα “χτένια” και λουκούμια, τα ταψιά με τα γλυκά που θα τρώγανε οι κοπέλες μετά το λουτρό και το καλάθι με τα σαπούνια όπου θα έπαιρνε η καθεμιά για να λουστεί. 

Σαν τελείωνε το λουτρό πάλι με τα όργανα γυρίζανε στο σπίτι της νύφης όπου συναγμένοι ο γαμπρός και οι φίλοι του τις περιμένανε για να συνεχίσουνε το φαγοπότι και το γλέντι. Κι ενώ εκείνοι γλεντούσανε ο κοσμάκης έτρεχε να λουστεί δωρεάν στο νοικιασμένο Χαμάμ που λειτουργούσε όλη την ημέρα με τα έξοδα της νύφης. “Σαν λουζόταν νύφη κι όλη η Τρίπολη λούζονταν”, λέει χαμογελώντας η πληροφορήτριά μας. 

Ένα από τα έθιμα που έπρεπε να τηρούν οι νύφες στην Τρίπολη ήταν να μη μιλάνε στα πεθερικά τους: Και πρώτα πρώτα εκείνο το φοβερό “μας” -η συνήθεια να μη μιλάνε στα πεθερικά- που άρχιζε από την πρώτη γνωριμία. Τώρα χρόνια και χρόνια, ίσαμε δέκα, (η νύφη) δεν θα πει ούτε μια κουβέντα στην πεθερά, στον πεθερό, και τα μεγάλα της κουνιάδια, σε ένδειξη σεβασμού. 

Τούτο το έθιμο το κρατούσανε σ’ όλο τον Πόντο, κι ίσαμε την Έξοδο δεν το παραλείψανε ποτέ. Όσα περισσότερα χρόνια λοιπόν κρατούσανε το “μας”, τόσο καλύτερες λέγανε πως είναι οι νυφάδες. 

Τούτη τη συνήθεια την είχε υπαγορεύσει στην αρχή μια ανάγκη άμυνας των πεθερικών που οπωσδήποτε μέσα στο σπίτι τους θα ερχόντουσαν να κατοικήσουν και μια και δυο νύφες και μπορούσανε να έρθουνε σε λόγια και να καταντήσει αδύνατη η συμβίωση. (…) 

Όταν αποφασίζανε να λύσουνε το “μας”, κάνανε ένα μικρό τσιμπούσι με τους στενούς συγγενείς. Άλλη συνήθεια ήτανε η νύφη να πλένει τα πόδια των μεγάλων, κι όχι μόνον σαν της το ζητούσανε, αλλά και μόνη της έπρεπε να καταλαβαίνει πότε είχανε ανάγκη και να έχει έτοιμο νερό να τους τα πλύνει. 

Οι Χατζήδες 

Οι Χριστιανοί ξεκινούσανε για τα Ιεροσόλυμα συνήθως την Καθαρή Δευτέρα ή λίγο πιο νωρίς για να βρεθούν στα Άγια χώματα τις ημέρες των Παθών, “και να ξαναβαδίσουν πάνω στα χνάρια του μαρτυρίου Του”. Το ταξίδι τους διαρκούσε μια εβδομάδα και γυρίζανε πίσω την Κυριακή του Θωμά ή στα μέσα της βδομάδας της Διακαινησίμου. 

Το ξεκίνημα από την Τρίπολη γινότανε με πολύν επισημότητα. Άρχιζε με ευχέλαιο στην εκκλησία για να είναι καλό το ταξίδι τους, εκεί μαζεμένος όλος ο κόσμος με αναμμένα κεριά τους περίμενε να βγουν για να τους συνοδέψει ίσαμε το μώλο και να τους ευχηθεί κατευόδιο. Καθένας από κείνους που ξεκινούσε για να γίνει Χατζής έπρεπε να μην έχει κανένα εχθρό, γι’ αυτό τη μέρα της αναχώρησης όλοι οι μαλωμένοι μονοιάζανε και ζητούσανε συγγνώμη απ’ όλους “για να ‘χουνε την ψυχή τους καθαρή και το βήμα ελεύθερο”. 

Από την εκκλησία ίσαμε το μώλο οι διαλεχτοί που φεύγανε έπρεπε να μοιράζουνε χρήματα στους φτωχούς, και για τούτο, όσοι φεύγανε για το χατζηλίκι έπρεπε να έχουν τον τρόπο τους, αλλιώτικα δεν ήτανε δυνατό να τα βγάλουνε πέρα, γιατί και στο γυρισμό έπρεπε να φέρουν ένα σωρό πράγματα μαζί τους από τον Άγιο τόπο για τους δικούς και για τους φίλους. 

Έτσι τιμημένα φεύγανε από τον τόπο τους, μα ο γυρισμός ήτανε πολύ πιο θριαμβευτικός. Μόλις φαινότανε από μακριά το καράβι που έφερνε τους Χατζήδες, κατέβαινε στο μουράγιο όλος ο πληθυσμός με αναμμένα κεριά, μεταξύ τους και οι παπάδες, γιατί σεβόντουσαν πολύ εκείνους που γυρίζανε και τους θεωρούσανε πιο κοντά στο Θεό. 

Σ’ όλο το διάστημα της αναμονής ο συναγμένος κόσμος έψελνε τροπάρια. Μόλις άραζε το καράβι, όλοι με μια φωνή τους καλωσορίζανε φωνάζοντας: “Άξιον το προσκύνημά σας” και κείνοι απαντούσανε “καλώς σας βρήκαμε, ο Θεός να σας αξιώσει και σας να το κάνετε”. Από το γιαλό ανηφορίζανε ανάμεσα στον παρατεταγμένο κόσμο και οι στενοί συγγενείς τους κρατούσανε από το μπράτσο τιμητικά ίσαμε την εκκλησία όπου πηγαίνανε να κάνουνε τη λειτουργία του γυρισμού. 

Μετά τη λειτουργία χωριζόντουσαν πια οι Χατζήδες και καθένας πήγαινε σπίτι του, όπου τον περιμένανε όλοι οι συγγενείς για να πάρουν τα δώρα τους. Και ήταν πολλά και λογιώ λογιώ τα πράγματα που φέρνανε μαζί τους. Πρώτα πρώτα σάβανο γι’ αυτούς τους ίδιους και τις γυναίκες τους, ρούχα που τους είχανε δώσει για να τα πλύνουνε στον ποταμό, κι έτσι ν’ αγιαστούνε, χαϊμαλιά, κομπολόγια, σταυρούς, “επιστολές του Χριστού”, εικονισματάκια, σμύρνα και άγιο χώμα. 

Οι πιο πλούσιοι φέρνανε και για την εκκλησία καντήλια, εικονίσματα, ή κάποιο άλλο ιερό σκεύος. Απ’ όλα αυτά τα δώρα που φέρνανε δεν επιτρεπότανε να δεχτούν χρήματα, γιατί ο Χατζής έχει υποχρέωση να είναι ανοιχτοχέρης, τσιγγούνη και σφιχτοχέρη δεν τον θέλανε για Χατζή, και πολλές φορές παρατηρήθηκε γυρνώντας από το ταξίδι τους πολλοί άνθρωποι ν’ αλλάζουνε χαρακτήρα και να γίνονται πολύ πιο απλόχεροι, γιατί εκείνοι που εξακολουθήσανε να είναι τσιγγούνηδες δεν είχανε δικαίωμα στον τίτλο του Χατζή, μόνο ψευτοχατζήδες τους αποκαλούσανε κι ήτανε τούτο μεγάλη προσβολή. 

Για καλό μας… 

Ήτανε μια Τετάρτη πρωί, σαν έφτασε ο διοικητής με τους χωροφύλακες και ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησής του που έλεγε πως μέσα σε τρεις μέρες όλοι οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης πρέπει να είναι έτοιμοι να βαδίσουν προς το εσωτερικό. 

Και τότε συλλογιστήκαμεν πως πριν ένα χρόνο έτσι ξεκληρίσανε τους συμπατριώτες μας τους Αρμεναίους κι έπεσε πάνω μας ο βουβαμός. Τις πρώτες ώρες είχαμε χάσει το νου μας και δεν ξέραμε ούτε τι να κάνουμε, ούτε τι να ετοιμάσουμε, μόνο όλος ο πόνος είχε ανεβεί στα μάτια και τα χέρια μένανε λυτά. Ύστερα πήγαν οι Δημογέροντές μας και ζητήσανε από τον Καϊμακάμη να μας αφήσουνε στην πόλη μας ή να μας πουν αν μας περίμενε η τύχη των Αρμεναίων. Καλύτερα να πεθαίναμε πάνω στο χώμα μας. 

Στο άκουσμα ο Διοικητής αγρίεψε και είπε πως για καλό μας μας παίρνανε από δω, για να μην είμαστε συνέχεια κάτω από τα πυρά των εχθρών, μάλιστα υποσχέθηκε κι αγώγια για να μεταφέρουμε τα ρούχα μας, τους γέρους και τα παιδιά μας που θα τα πλήρωνε η τούρκικη κυβέρνηση. 

Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά… 

Και ενώ όλοι φτιάχναμε τα πακέτα μας με την κρυφήν ελπίδα πως κάποιο θάμα θα γενεί και θα τα ξαναλύσουμε, λίγο πριν απολύσει η εκκλησιά, στις 13 του Νοέμβρη, όρμησε ξαφνικά μέσα στα σπίτια η χωροφυλακή κι αρχίνησε να χτυπάει, ν’ αρπάζει, να μακελεύει. 

Όσους λείπανε από τα σπίτια τους δεν τους αφήσανε μέσα να μπουν, μόνε τους οδηγούσανε με τη βία στο Τερέ – Πασί. Και πάλι τότες σκεφτήκαμε τη σφαγή των Αρμεναίων και για να μην εξαγριώσουμε τους χωροφύλακες και υποστούμε την μοίρα εκεινών, αρπάξαμε ό,τι βρήκαμε πρόχειρο μπροστά μας και τραβούσαμε στο Τερέ – Πασί. Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά, το ζυμάρι μέσα στην πινακωτή να φουσκώνει, και φύγανε γυναίκες με το ζυμάρι ακόμα ζεστό πάνω στα δάχτυλα. 

Σαν τα χαμένα αγρίμια 

Κι ήτανε κάτι αφάνταστο η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και στην ψιλή βροχή. 

Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. 

Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω… πιο δεξιά… μ’ ακούς παιδί μου; Κι ερχότανε η ηχώ, ώι… -ώι… μανίτσα. 

Η πορεία των Τριπολιτών προς το θάνατο 


Η υπόσχεση του Καϊμακάμη 

Και η Πορεία εξακολουθεί. Περνούμε μέσα από ερημωμένα ελληνικά χωριά που έχουν αδειάσει πριν λίγο, οι πατημασιές τους είναι ακόμα πάνω στο υγρό χώμα της γης τους και ο ύπνος πάνω στο μαξιλάρι τους. 

Σταματήσαμε στο χωριό Καραέρικ 8 χλμ. περίπου από την Έσπια κι όταν εφτάσαμε καίγανε ακόμα κούτσουρα στα τζάκια κι ήταν η χόβολη ζεστή. Ζεστάναμε την παγωμένη ανάσα μας στη φωτιά τους κι η παρουσία τους ήταν ακόμα παντού. 

Ώχου… και τα δικά μας τζάκια ίσως ακόμα θα ‘χανε κάποια μικρή φωτιά. Εδώ μείναμε οχτώ μέρες, όπου και μας καταγράψανε, μας δώσανε κι ένα χαρτί με όλα τα μέλη της οικογένειας πάνω γραμμένα και με μια σφραγίδα, δήθεν για να μας κόψουν επίδομα, όπως στους Τούρκους πρόσφυγες, και να το χρησιμοποιούμε και σαν δελτίο για τρόφιμα. 

Και οι μέρες περνούσανε, κι όλο έβρεχε, κι όλο μας βιάζανε οι χωροφύλακες να σηκωθούμε, κι εμείς όλο αντιστεκόμαστε περιμένοντας να έρθει ο Καϊμακάμης με τ’ αγώγια, καθώς μας το είχε υποσχεθεί. Έτσι ο Καϊμακάμης που παρακολουθούσε κρυφά την κατάσταση υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί. 

Μας συμβούλεψε τότε να συνεχίσουμε την πορεία μας για να φτάσουμε μιαν ώρα πιο γλήγορα στον προορισμό μας, γιατί ο χειμώνας έφτανε και σ’ αυτά τα μέρη είναι βαρύς. Του θυμίσαμε τότε τ’ αγώγια που μας είχε υποσχεθεί. 

-Τα έχει όλα κατασχέσει το κράτος. 

-Μα έχουμε λεχούσες, μωρά και πολύ γέρους. 

-Τραβάτε, και στο δρόμο θα πορευτείτε. 

Στο Πιρκ 

Και μείναμε στο Πιρκ. Στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πιρκ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας. Έτσι αρχίνησε η τραγωδία του Πιρκ: 

Ήτανε 18 του Δεκέμβρη, δεν είχαμε καλά καλά εγκατασταθεί κι αρχίνησε το χιόνι να πέφτει και να σκεπάζει όλα ένα γύρο. Με το χιόνι γίνηκε αμέσως αισθητή η έλλειψη του ψωμιού. 

Τα γύρω χωριά τελείως έρημα και για να βρεθεί τροφή έπρεπε να πάμε στα Κούρδικα χωριά τρεις τέσσερις μέρες μακριά, με δρόμους απότομους, επικίνδυνους και με ληστές. Για τούτους τους λόγους οι Κούρδοι δε συναλλάσσονταν με χάρτινα χρήματα παρά μόνο με κέρματα που ήτανε δυσεύρετα και στοιχίζανε έξι φορές πιο πολύ από τα χάρτινα. 

Πληρώναμε λοιπόν στην αρχή 8 μεταλλικά γρόσια το ψωμί, ίσαμε που το χάσαμε και τελείως. Μα και τα σπίτια ήτανε τελείως αλλιώτικα από τα δικά μας. Ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, και συνέχεια ο αχυρώνας και ο σταύλος. 

Μέσα στο κεντρικό δωμάτιο ένας μεγάλος λάκκος που χρησίμευε για τζάκι, για φούρνος, για θερμάστρα. Εκεί ανάβανε τα ξύλα και σαν χωνεύανε τα σκεπάζανε με τη στάχτη. Απάνω βάζανε το φαγητό ή το ψωμί να ψηθεί και μαζευόντουσαν στον γύρο του και ζεσταινόντουσαν. Τα “ταντούρια”, έτσι λένε αυτά τα τζάκια, τα τρέφαμε με τις ξυλείες σπιτιών ακατοίκητων, πολλοί μάλιστα ξηλώνανε και τα ίδια τα σπίτια που μένανε, μην ξέροντας πως θα μείνουμε ακόμα καιρό εκεί. Μα και όταν ανάβαμε φωτιά δεν τη χαιρόμαστε, γιόμιζε ο τόπος καπνό, πονούσανε τα μάτια μας, κι έτσι εγκαταλείπαμε τη ζεστασιά και χωνόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα. 

Μα το χειρότερο ήτανε που δεν είχαμε αποχωρητήριο – σ’ αυτά τα μέρη της ανατολής είναι άγνωστα αυτά τα πράγματα – και η ανάγκη μάς έκανε να χρησιμοποιούμε ένα μέρος του σπιτιού και τον δρόμο. Δίχως νερά, μέσα σ’ αυτή την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωτισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. 

Ο λευκός θάνατος που είχαν τόσο καλά ετοιμάσει οι Τούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες – δεκάδες χριστιανούς. Ελάχιστοι που προφτάσανε και πήγανε σ’ άλλο χωριό, όπως ο Κ. Ξυνόπουλος, ο Σ. Κυριακίδης και μερικοί άλλοι μόνο γλιτώσανε. 

Ενώ άλλοι που είχανε μείνει κοντά σε δικούς τους αρρώστους και προσπαθήσανε να φύγουνε, δε γλιτώσανε, γιατί φέρνανε μαζί τους το μικρόβιο και δεν έμεινε κανείς. Όλοι οι άλλοι δεν λέγαμε να το κουνήσουμε, είχαμε όλοι κάποιον αγαπημένο μας άρρωστο και δεν μας πήγαινε η καρδιά να τον εγκαταλείψουμε σαν το σκυλί.

Από το βιβλίο της
ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ “Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

από stontoixo.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια