Σε ένα περιβάλλον που αναδιανέμονται ρόλοι και λάφυρα η στρατηγική ανυπαρξία ισοδυναμεί με αυτοκτονία


Την επόμενη μέρα των Αμερικανικών εκλογών, είναι βέβαιο πως ο πρωταγωνιστής των μεγάλων ανατροπών που κυοφορούνται στον πλανήτη, ΔΕΝ θα είναι η Αμερικανική πολιτική ηγεσία…

Του Κ. Κυριακόπουλου

Ήδη, μια προσεκτική ανάγνωση των πρώτων αντιδράσεων με τις οποίες υποδέχτηκαν (ή δεν υποδέχτηκαν) την προεδρική αλλαγή τόσο οι «φίλοι» όσο και οι αντίπαλοι των ΗΠΑ, επιβεβαιώνει πως στο διεθνές περιβάλλον της πρωτοφανούς γεωπολιτικής ρευστότητας, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές θα είναι στρατηγικοί τους αντίπαλοι αλλά και σημαντικοί περιφερειακοί δρώντες, μεταξύ αυτών και ιστορικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, που διεκδικούν αυξημένο ρόλο στην νέα ισορροπία ισχύος. Και οι λόγοι είναι προφανείς.

Η μεταπολεμική τάξη διολίσθησε σταδιακά σε μια ανεπίστρεπτη εκφυλιστική διεργασία κατά την διάρκεια της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, και εν τέλει κατέρρευσε οριστικά μετά και την οριστική αποκαθήλωση της Pax Americana την οποία μεταξύ άλλων επισφράγισε ΚΑΙ η αμφιλεγόμενη περίοδος της προεδρίας Τραμπ.

Η διαδικασία μέσα στην οποία συντελούνται αυτές οι μεταβολές, υπήρξε στην ουσία της ιδιαίτερα αντιφατική, αφού από την μια μεριά απελευθέρωσε και ενίσχυσε υποβόσκουσες περιφερειακές γεωπολιτικές φιλοδοξίες και από την άλλη υπερδιόγκωσε τις αβεβαιότητες και την ανασφάλεια που διαπερνά την κουλτούρα των εξαρτημένων και παραδοσιακά υποτελών χωρών.

Η φυσική συνέπεια αυτής της εξέλιξης, είναι η δραστική συρρίκνωση του ζωτικού χώρου στο πλαίσιο του οποίου λειτουργούσαν μέχρι πρότινος οι ΗΠΑ, με ανεξέλεγκτο ηγεμονισμό και με την υπεροψία της αδιαμφισβήτητης υπερδύναμης. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται μια...ουσιαστική διεύρυνση της σφαίρας δυνητικής επιρροής στην οποία δρουν οι παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ, αλλά και η ικανότητά τους να διαχειρίζονται στρατηγικά τις σύγχρονες διεθνείς και περιφερειακές προκλήσεις, εμφανίζεται σημαντικά βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν.

Έτσι… Η νέα Αμερικανική ηγεσία, βρίσκεται με το «καλημέρα σας» αντιμέτωπη με μια σύνθετη ενότητα καινούριων προβλημάτων που είναι πάρα πολύ δύσκολο έως αδύνατον να τα διαχειριστεί επιτυχώς.

Το κενό στρατηγικής το οποίο εμφάνισαν οι ΗΠΑ μετά την κατάρρευση της «Αραβικής Άνοιξης», φαίνεται να παγιώνεται. Η δυσκολία ουσιαστικής στρατηγικής προσαρμογής, καθώς και η ανικανότητα για την αναγκαία επικαιροποίησή της στις νέες συνθήκες με όρους Υπερδύναμης, είναι προφανείς. Το πρόβλημα φυσικά μεγεθύνεται, από την στιγμή που τόσο οι παραδοσιακοί στρατηγικοί τους αντίπαλοι, όσο και οι λοιποί ισχυροί περιφερειακοί δρώντες, εμφανίζονται πλέον να έχουν ολοκληρωμένη στρατηγική προσέγγιση, δυναμικά χειραφετημένη και προσαρμοσμένη πλήρως στις απαιτήσεις των επικαιροποιημένων γεωπολιτικών τους φιλοδοξιών.

Η «επιθετική» στρατηγική με την οποία εκδηλώνεται ενίοτε αυτή η χειραφέτηση, οδηγεί στην εμφάνιση ακόμη και «αντισυμβατικών» προσεταιρισμών μεταξύ τυπικά ανταγωνιστικών δυνάμεων (όπως για παράδειγμα μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας αλλά και της επιθετικής γεωοικονομικής διείσδυσης εκ μέρους της Κίνας) η οποία καθιστά την εξίσωση περισσότερο σύνθετη, και την επίλυσή της πολλαπλά δυσκολότερη.

Το ΝΑΤΟ, ως όχημα στρατηγικής επικυριαρχίας των ΗΠΑ επί των συμμάχων τους, αλλά και ως μηχανισμός επεμβάσεων σε κάθε γωνιά του πλανήτη υπό την ηγεμονία και κατ’ απαίτηση των Αμερικανών, έχει δεχτεί ισχυρά πλήγματα και επί της ουσίας έχει αποδομηθεί στην αντίληψη των πολιτικοστρατιωτικών ελίτ των σημαντικότερων χωρών που το συναπαρτίζουν. Η προσπάθεια ανακοπής αυτής της εξέλιξης, αν και αυτήν την στιγμή δείχνει να είναι μονόδρομος για την νέα ηγεσία των ΗΠΑ, φαίνεται ότι τελικά θα είναι αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας, ενώ για την ίδια την Αμερική θα ισοδυναμεί με σπαταλημένο χρόνο έναντι ΚΑΙ των συμμάχων που ασχολούνται επιμελώς με τους δικούς τους ιδιαίτερους σχεδιασμούς, αλλά ΚΑΙ των αντιπάλων που διερευνούν τις δυνατότητες δημιουργίας ανταγωνιστικών δομών «συμμαχικής» άμυνας και δράσης.

Στο επίπεδο των στρατηγικών της σχεδιασμών, η ίδια η Ατλαντική συμμαχία δεν έχει μείνει απλά απελπιστικά πίσω σε σχέση με τα άλματα που έχουν συντελεστεί από τους παραδοσιακούς της ανταγωνιστές (Ρωσία και Κίνα), αλλά όλα δείχνουν πως στην προσπάθεια αναπλήρωσης αυτών των κενών, σημαντικός αντίπαλος και ανυπέρβλητο εμπόδιο θα αναδεικνύονται οι ισχυρές περιφερειακές φιλοδοξίες φίλιων δυνάμεων (Τουρκία, Γαλλία, Γερμανία κλπ) οι οποίες έχουν τις δικές τους ιδιαίτερες επιδιώξεις και επιχειρούν να τις προωθήσουν μεταξύ άλλων ΚΑΙ με παράλληλους προσεταιρισμούς στο περιβάλλον της σύνθετης γεωπολιτικής διεργασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η συνολική προσπάθεια γεωστρατηγικής ανασύνταξης η οποία συνιστά όρο και προϋπόθεση για την στρατηγική επιβίωση των ΗΠΑ, βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια νέα πρόσθετη αλλά πολύ σημαντική δυσκολία, η αντιμετώπιση της οποίας δεν είναι εύκολη και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορεί να είναι ούτε και ενιαία μεταξύ των παραδοσιακών συμμάχων. Οι ισλαμικοί προσεταιρισμοί στους οποίους πρωταγωνιστεί η Τουρκία στο πλαίσιο των ιδιαίτερων ηγεμονικών της φιλοδοξιών και επιδιώξεων, είναι μια νέα προβληματική παράμετρος αυτής της εξίσωσης, που αναγορεύεται σε μήτρα μιας νέας γενιάς σοβαρών και δυσκολοξεπέραστων προβλημάτων, ενώ στο σύνολό της κεφαλαιοποιείται από την Τουρκική Εξωτερική πολιτική και ενισχύει υπέρμετρα την γεωπολιτική της θέση.

Η διαχείριση αυτής της ατζέντας, παρουσιάζει μια σειρά από πολύ συγκεκριμένες δυσκολίες. Όχι μονάχα για το πολύπλοκο του χαρακτήρα της, αλλά και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι θα πρέπει να διεκπεραιώνεται σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς εσωτερικού διχασμού που αγκαλιάζει ολόκληρη την Αμερικανική κοινωνία. Στο περιβάλλον αυτού του διχασμού, αντικατοπτρίζεται η γενικευμένη σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνά συνολικά το Αμερικανικό σύστημα εξουσίας, και η οποία αφορά στον ρόλο και την θέση από την οποία καλείται να αντιμετωπίσει η καταρρέουσα Υπερδύναμη τις σύγχρονες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο νέο διεθνές περιβάλλον.

Και ενώ όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα πραγματικά δύσκολο πάζλ με πολλές μεταβλητές, η διεθνής θέση των ΗΠΑ, επιδεινώνεται ΚΑΙ έναντι των αντιπάλων αλλά ΚΑΙ έναντι των συμμάχων της, μεταξύ άλλων ΚΑΙ με την κατάρρευση του επίπλαστου αφηγήματος πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η εικόνα της Αμερικής την περίοδο της παντοδυναμίας της, και το οποίο βγαίνει από τις εκλογές πολλαπλά τραυματισμένο, πλήρως αποδομημένο και με συνέπειες που θα σημαδεύουν επί μακρόν ΚΑΙ την κοινωνική ζωή… ΚΑΙ την πολιτική διεργασία… Αλλά ΚΑΙ την διεθνή εικόνα της πρώην υπερδύναμης που έστησε το αφήγημά της σε ένα πλεόνασμα υποκρισίας. Το κύρος των θεσμικών οργάνων, ο υποτιθέμενα αδιαπραγμάτευτος σεβασμός στα νομοθετήματα και στα νομοθετικά σώματα, και εν τέλει ακόμη και αυτοί οι θεμελιώδεις δημοκρατικοί κανόνες, κατέρρευσαν, με καταγγέλλοντες και βιαστές τους ίδιους τους διεκδικητές της Αμερικανικής προεδρίας.

Αυτή είναι η επόμενη μέρα, τουλάχιστον σε ότι αφορά στα κατεπείγοντα καθήκοντα με τα οποία θα πρέπει να ασχοληθεί η νέα πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ, η οποία ωστόσο πλαγιοκοπείται στο εσωτερικό μέτωπο και κουβαλά το κουφάρι μιας πολλαπλά τραυματισμένης χώρας στην διεθνή γεωπολιτική πασαρέλα.

Είναι φανερό ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων ΔΕΝ είναι πλέον στα χέρια της νέας Αμερικανικής ηγεσίας. Το Ιράν κάλεσε τον Μπάιντεν να διορθώσει τα λάθη του προκατόχου του. Η Ρωσία έσπευσε να κλείσει την ανοιχτή πληγή του Αρτσάχ, υπολογίζοντας πως έτσι θα ανακόψει την διαφαινόμενη εξωστρεφή αντεπίθεση του ΝΑΤΟ με νέα τετελεσμένα, τόσο στο μαλακό της υπογάστριο όσο και στο Συριακό πάτημα της ΝΑ Μεσογείου. Οι Αραβικές χώρες σπεύδουν να ωφεληθούν από τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ. Η Γαλλία επιμένει να περιβάλει με δυναμισμό την ηγεμονική της παρουσία στο περιβάλλον της ΕΕ αλλά και στην κλιμάκωση της αντιτρομοκρατικής της ρητορικής, ενώ διεκδικεί και προσαυξημένο ρόλο στις ευρύτερες περιφερειακές εξελίξεις. Η Γερμανία δεν δείχνει διατεθειμένη να ενδώσει σε μια λογική παρασιτισμού υπό την Αμερικανική ομπρέλα εγκαταλείποντας τις ανομολόγητες επιδιώξεις που φαίνεται να την γοητεύουν.

Προφανώς όλα τα παραπάνω, ενδεικτικά μιας ευρύτερης ομπρέλας που πρόκειται να ανοίξει διάπλατα την επόμενη περίοδο, δεν σημαίνουν πως οι ΗΠΑ μεταμορφώθηκαν αίφνης σε αμελητέο γεωπολιτικό μέγεθος. Κάθε άλλο. Παραμένουν κρίσιμο μέγεθος… Παραμένουν σημαντική παρουσία… Πολύ ισχυρή στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική δύναμη και με σημαντικό ρόλο στην Γεωπολιτική της επόμενης μέρας… Όμως, έχουν απωλέσει οριστικά την ιδιότητα του «πρώτου των πρώτων» στην πολυπαραγοντική γεωπολιτική παρτίδα του 21ου αιώνα.

Πριν απ’ όλα γιατί απέτυχαν να διαχειριστούν αποτελεσματικά το συσσωρευμένο μεταπολεμικό κεφάλαιο με το οποίο τις πίστωσε η ιστορία.
Δεύτερον γιατί συντήρησαν την νοσηρότητα της ψυχροπολεμικής εποχής στο μεταψυχροπολεμικό περιβάλλον που είχε εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και τελείως διαφορετικές απαιτήσεις.
Τρίτον γιατί η αποδοχή ενός περιβάλλοντος Αμερικανικής παντοδυναμίας ως αδιαπραγμάτευτη και αναλλοίωτη σταθερά, ευνουχίζει τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες περιφερειακών δρώντων και σκοντάφτει στις υπερσυσσωρευμένες δυνατότητες ισχυρών συμπρωταγωνιστών που αναζητούν διέξοδο στο νέο επίπεδο ισορροπιών που διαμορφώνεται στον πλανήτη.
Τέταρτον γιατί η αναγνώριση αυτού του «υπέρτατου» ρόλου όταν περιορίζεται στους φορείς της κουλτούρας της εξάρτησης και τους παραδοσιακά υποτελείς, δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την διασφάλισή του και στην πράξη.
Πέμπτον γιατί τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα και ο κορεσμός του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, καθιστά αναπότρεπτη την υπέρβαση των παραδοσιακών συμμαχικών δομών αλλά και την αμφισβήτηση συγκεκριμένων κανόνων. Η παραδοσιακή Αρχιτεκτονική της Εξάρτησης διαρρηγνύεται και μεσαίου μεγέθους ισχυροί δρώντες, αναζητούν αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο και επαναπροσδιορίζουν την θέση τους τόσο στο οικονομικό περιβάλλον όσο και στο επικαιροποιημένο περιβάλλον περιφερειακής ασφάλειας.

Φυσικά, η Αμερικανική πολιτική ηγεσία, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί τίποτε λιγότερο από την πρωτιά. Αυτό βεβαίως την καθιστά επικίνδυνη, αφού με δεδομένο και τον ανεξέλεγκτο εσωτερικό διχασμό, το πιθανότερο που θα επιχειρήσει είναι την φυγή προς τα εμπρός, με εργαλείο την παραδοσιακή μέθοδο του πολεμικού τυχοδιωκτισμού την οποία γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα.

Την καθιστά όμως ΚΑΙ προβλέψιμη, αφού η διαχείριση των προτεραιοτήτων της θα την οδηγήσει μοιραία στο να εγκαινιάσει την «στρατηγική» της αντεπίθεση στον πιο αδύναμο γεωπολιτικό κρίκο στο περιβάλλον του οποίου συνδυάζονται οι πολλαπλοί αποδέκτες και μια πλειάδα συμβολισμών. Άλλωστε δεν είναι διόλου τυχαίο που ακόμη και ο απερχόμενος ΥΠΕΞ των ΗΠΑ ο κ. Πομπέο, αυτόν τον αδύναμο κρίκο επέλεξε για να ξεδιπλώσει την ύστατη προσπάθεια του επιτελείου Τραμπ, προκειμένου να δηλώσει παρουσία στις εξελίξεις. Είναι φανερό λοιπόν ότι η διαφαινόμενη στρατηγική αντεπίθεση των ΗΠΑ, θα επιχειρήσει να προωθήσει στην πράξη μια τριπλή επιδίωξη.

Να αναπληρώσει το κενό από την στρατηγική «μαύρη τρύπα» που δημιούργησαν στην Μ. Ανατολή και στην ΝΑ Μεσόγειο οι επιλογές Τραμπ, στο πλαίσιο βεβαίως και της επιδίωξης για την καθολική αποκαθήλωσή του, και θα το επιχειρήσει αναθέτοντας πολλαπλούς ρόλους σε κρίσιμους πρωταγωνιστές...
Να δελεάσει την Τουρκία προσβλέποντας στην ευρύτερη στρατηγική της αξιοποίηση αποτρέποντας έτσι την ολοκληρωτική αποστασιοποίησή της από την Δυτική αρχιτεκτονική…
Να αποδομήσει τα εργαλεία του Μακρόν ώστε να ανακόψει τις ηγεμονικές βλέψεις του και θα το επιχειρήσει επιδιώκοντας να αποκλιμακώσει τον ισλαμικό εξτρεμισμό επενδύοντας στην συνεργασία του Ερντογάν, διασφαλίζοντάς του φυσικά και το αντίστοιχο τίμημα με γεωπολιτικά φιλέτα και με οριστική αρχειοθέτηση των δικαστικών ερευνών με τις οποίες θα μπορούσε να τον συντρίψει.

Σε αυτό το περιβάλλον η χώρα μας έχει κάθε λόγο να αναθεωρήσει τα παραδοσιακά στάνταρντς που συντηρεί πεισματικά η παρασιτική ελίτ. Και η πρώτιστη υποχρέωση είναι να εγκαταλείψει άμεσα την στρατηγική της ανυπαρξία. 
Σε ένα περιβάλλον που αναδιανέμονται ρόλοι και λάφυρα προκειμένου να ανατροφοδοτηθεί μια σχέση εξάρτησης, επικηδεμονίας αλλά και νέας συνεργατικότητας, αυτός που δεν διεκδικεί ρόλο έχει προδιαγεγραμμένο τον πλέον ατυχή προορισμό.

Είναι φανερό πως το επιτελείο του Μπάιντεν και συνολικά η νέα Αμερικανική ηγεσία, έχει κάθε λόγο να επενδύει τα μέγιστα στην επιτυχή έκβαση αυτής της τριπλής επιδίωξης πρωτίστως για δυο λόγους:

Πρώτον διότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ανακόψει προσωρινά τις αποδομητικές τάσεις που εμφανίζονται στο εσωτερικό της ΕΕ και αυτό σημαίνει πως η Αμερικανική Εξωτερική πολιτική θα εξασφαλίσει μια απαραίτητη πίστωση χρόνου για να ξεδιπλώσει την συνολική της αντεπίθεση μέσα σε ένα λιγότερο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Και…

Δεύτερον διότι εάν τελικά διασφαλιστεί η στρατηγική αξιοποίηση της Τουρκίας, θα πρόκειται για μια εξέλιξη που θα δημιουργήσει πρόσθετα (αν και πιθανότατα αναμενόμενα) προβλήματα στο Ρωσικό σχέδιο περιφερειακής ασφάλειας και θα προικοδοτήσει την Αμερική με την δυνατότητα μιας proxy εργαλειοποίησης των Τουρκογενών νέων χωρών του Καυκάσου.

Το βέβαιο είναι πως σε αυτό το περιβάλλον των δυναμικών ανατροπών και των νεοπαγών γεωπολιτικών συμφύσεων, αυτός που επιμένει να αποποιείται την ενεργητική πολιτική και να παραμένει καθηλωμένος στην στρατηγική ανυπαρξία, δεν έχει μέλλον.


* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.


από STERGIOG

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια