Πού οφείλεται η επιθετικότητα της Τουρκίας


Του Luigi Scazzieri


Η τουρκική εξωτερική πολιτική έχει γίνει όλο και περισσότερο διεκδικητική και στρατιωτικού χαρακτήρα, ωθούμενη από ένα μείγμα φιλοδοξίας, ανησυχιών για την ασφάλεια και εσωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, παρά τις πρόσφατες επιτυχίες της, η Άγκυρα κινδυνεύει να υπερβεί τα όρια.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική καθοδηγείται από έναν συνδυασμό τριών παραγόντων. Ο πρώτος είναι η φιλοδοξία του προέδρου Erdogan να αναβιώσει το status της Τουρκίας ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Αυτή η φιλοδοξία τροφοδοτείται από εθνικισμό, συχνά εμποτισμένο με τη θρησκεία, και υποστηρίζεται από την πεποίθηση ότι η παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων μετατοπίζεται μακριά από τη Δύση. Υπό τον Erdogan, η Τουρκία έχει επιδιώξει να τοποθετηθεί ως ηγέτης του σουνιτικού κόσμου, υποστηρίζοντας σημαντικά τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, υποστηρίζονται τους Παλαιστινίους και εμπλεκόμενος σε έναν αγώνα υπεροχής με το αντίπαλο μπλοκ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στην Αίγυπτο και στη Σαουδική Αραβία.

Ο δεύτερος παράγοντας που καθοδηγεί την τουρκική εξωτερική πολιτική είναι η αίσθηση της ανασφάλειας που δημιουργείται από ένα περιφερειακό περιβάλλον που έχει γίνει πιο απειλητικό -εν μέρει εξαιτίας των ίδιων των ενεργειών της Τουρκίας. Η σύγκρουση στη Σύρια, με την εμφάνιση του ισλαμικό Κράτους στο κατώφλι της Τουρκίας και η άνοδος των Κούρδων της YPG, έχουν υπονομεύσει την ασφάλεια της Τουρκίας και δημιούργησαν κίνητρα για μια πιο στρατιωτικοποιημένη εξωτερική πολιτική. Η Τουρκία αισθάνεται ότι οι δυτικοί της σύμμαχοι δεν έχουν πάρει στα σοβαρά τις ανησυχίες της για την ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, καθώς η Άγκυρα έχει γίνει πιο διεκδικητική, έχει οδηγήσει την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Ελλάδα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να σχηματίσουν έναν de facto συνασπισμό για τον περιορισμό της, για παράδειγμα αποκλείοντας την Τουρκία από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό οδήγησε την Άγκυρα να αισθάνεται περικυκλωμένη και την ώθησε να γίνει πιο διεκδικητική.

Ο τρίτος παράγοντας που καθοδηγεί την τουρκική εξωτερική πολιτική, είναι η εγχώρια πολιτική. Η στροφή της άγκυρας προς μια πιο στρατιωτικοποιημένη πολιτική, συμπίπτει με τη συμμαχία του Erdogan με το υπέρ-εθνικιστικό Κόμμα Εθνικιστικής Κίνησης (ΜΗΡ) και την αποτυχία της διαδικασίας ειρήνης με το ΡΚΚ το 2015. Την ίδια στιγμή, με την τουρκική οικονομία να βρίσκεται σε βαθιά κρίση και την αντιπολίτευση να αυξάνεται έναντι της κυβέρνησης του, η επιδίωξη μιας διεκδικητικής εξωτερικής πολιτικής έχει γίνει εργαλείο για τον Erdogan προκειμένου να αυξήσει τη δημοτικότητα του. Οι επιτυχίες της Τουρκίας στο εξωτερικό έχουν δώσει μια αίσθηση εθνικής υπερηφάνειας. Επιπλέον, είναι δύσκολο για την αντιπολίτευση να ασκήσει κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Για παράδειγμα, η στάση της Άγκυρας για τα θαλάσσια σύνορα στην αν. Μεσόγειο, δεν είναι νέα, και είναι ίδια με αυτή της αντιπολίτευσης.

Η πιο διεκδικητική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας έχει επίσης τροφοδοτηθεί από την προθυμία του Donald Trump να συνάψει συμφωνίες με τον Erdogan, για παράδειγμα την απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων από τα σύνορα Συρίας-Τουρκίας για να επιτρέψει στην Τουρκία να επιτεθεί στην YPG στη Σύρια τον Οκτώβριο του 2019, και από την επίδειξη αυτοσυγκράτησης στην επιβολή ποινών στην Τουρκία για την εξαγορά των S-400, αντιστέκοντας στις πιέσεις από το Κογκρέσο για την επιβολή οικονομικών κυρώσεων. Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εμπλοκής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή υπό την κυβέρνηση Trump, επέτρεψε την κλιμάκωση της αντιπαλότητας μεταξύ της Τουρκίας και των περιφερειακών αντιπάλων της.

Οι φόβοι για οικονομική κατάρρευση, σε συνδυασμό με τον κορονοϊό, οι πιέσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ και οι ανησυχίες για μια σύγκρουση με τη Ρωσία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Άγκυρα σε μια λιγότερο συγκρουσιακή συμπεριφορά απέναντι στη Δύση. Ο Erdogan είναι αρκετά ρεαλιστής ώστε να αλλάξει την πορεία του για να αποφύγει καταστροφικά αποτελέσματα, όπως έδειξε και από την απόφαση του στις αρχές Νοεμβρίου να αντικαταστήσει τον υπουργό Οικονομικών της Τουρκίας και τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας και να "αγκαλιάσει” ρητορικά την ανάγκη για μεταρρύθμιση για να αποτρέψει μια πλήρη οικονομική κρίση. Ο Erdogan θα μπορούσε επίσης να αποφασίσει να τερματίσει τις ενέργειες στη θάλασσα εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου, και να επιδιώξει έναν συμβιβασμό με την Ουάσιγκτον έτσι ώστε να μην αναπτυχθούν οι S-400 -εάν πιστεύει ότι είναι απαραίτητο.

Ωστόσο, η πορεία της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας είναι απίθανο να αλλάξει σημαντικά, διότι ο Erdogan δεν θα εγκαταλείψει τη φιλοδοξία του για να γίνει η Τουρκία μια μεγάλη δύναμη και θα συνεχίσει να προσπαθεί να προωθήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, ακόμη και αν μειώσει τις εντάσεις με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Επιπλέον, ο Erdogan έχει χάσει πολλούς μετριοπαθείς ψηφοφόρους τα τελευταία χρόνια, και είναι απίθανο να τους ξανακερδίσει όσο η οικονομία παραμένει αποδυναμωμένη. Η προσφυγή στον εθνικισμό μπορεί να προσφέρει το μόνο δυνατό δρόμο για τη νίκη στις επόμενες εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2023.

Όσο η Άγκυρα διεκδικεί, τόσο ρισκάρει να ξεπεράσει τα όρια. Οι στρατιωτικές της προσπάθειες, βασισμένες στη χρήση ενός συνδυασμού Σύριων μισθοφόρων και dornes, ήταν μέχρι στιγμής χαμηλού κόστους και επιτυχημένες, και η Τουρκία έχει καθιερωθεί ως ένας από τους μεγαλύτερους παράγοντες σε πολλές από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια αφρική. Ωστόσο, η Άγκυρα φαίνεται να στερείται ενός ξεκάθαρου τελικού στόχου για πολλές από τις περιφερειακές συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκεται. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να δούμε πώς μπορεί να βγει από την σύγκρουση στη Σύρια. Επιπλέον, το περιθώριο για ελιγμούς της Τουρκίας είναι πιθανό να περιορίζεται όλο και περισσότερο από τον ανταγωνισμό με τη Ρωσία, και από την αύξηση της συνεργασίας μεταξύ της Ελλάδας, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Γαλλίας, για τον περιορισμό των φιλοδοξιών της στην περιοχή.

Η Ευρώπη και οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναπτύξουν μια προσέγγιση προς την Τουρκία που θα διατηρεί τη συνεργασία σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, θα κρατήσει την Άγκυρα μακριά από άμεση αντιπαράθεση και επίσης θα προσπαθεί να εξουδετερώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ της Τουρκίας και των αντιπάλων της. Η εκλογή του Joe Biden στη θέση του Αμερικάνου προέδρου, καθιστά πιο πιθανό οι ΗΠΑ να εμφανιστούν πρόθυμες να πιέσουν την Άγκυρα να μειώσει τις εντάσεις, και αυτό θα ενθαρρύνει την ΕΕ να ακολουθήσει το ίδιο. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ θα πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν για να μειώσουν τις εντάσεις μεταξύ της Τουρκίας και των γειτόνων της, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο, για να αποτραπεί η κλιμάκωση κι μια πιθανή ρήξη μεταξύ Τουρκίας και Δύσης.


* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.

από STERGIOG

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια