Ο ΠΟΥ αντίθετος με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά της Covid-19

Νόμος 4675/2020 - ΦΕΚ 54/Α/11-3-2020 (Κωδικοποιημένος) Νόμος 4675/2020 : Πρόληψη, προστασία και προαγωγή της υγείας ανάπτυξη των υπηρεσιών δημόσιας υγείας και άλλες διατάξεις. ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4675/2020 ΦΕΚ 54/Α/11-3-2020 Πρόληψη, προστασία και προαγωγή της υγείας - ανάπτυξη των υπηρεσιών δημόσιας υγείας και άλλες διατάξεις. 
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:



Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) δήλωσε σήμερα ότι οι εμβολιασμοί κατά της Covid-19 δεν πρέπει να καταστούν υποχρεωτικοί, εκτός από συγκεκριμένες επαγγελματικές περιστάσεις, τονίζοντας ότι είναι απαραίτητο να εξηγηθούν καλύτερα τα "οφέλη" των εμβολίων παρά να καταστεί υποχρεωτικός ο εμβολιασμός.

Η άφιξη των εμβολίων είναι "καλά νέα", δήλωσε o επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το πρόγραμμα Εκτάκτων Αναγκών, Μάικ Ράιαν σε συνέντευξη Τύπου, υποδεικνύοντας ότι η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν οι χώρες επιχείρησαν να καταστήσουν υποχρεωτικά ορισμένα εμβόλια, αυτό δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

"Δεν πιστεύω ότι η υποχρέωση είναι ο τρόπος να προχώρησουμε", υποστήριξε η Κέιτ Ο' Μπράιαν, η διευθύντρια του Τμήματος Εμβολιασμών του ΠΟΥ σε μια συνέντευξη Τύπου. "Μπορεί να υπάρχουν ορισμένες χώρες ή ορισμένες καταστάσεις σε χώρες όπου οι επαγγελματικές συνθήκες το απαιτούν ή θα συνίσταται ιδιαίτερα ο εμβολιασμός", πρόσθεσε, λέγοντας ότι τα νοσοκομεία μπορεί να είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.

Ενημερωτικές καμπάνιες και η διάθεση εμβολίων σε ομάδες προτεραιότητας, όπως οι εργαζόμενοι σε νοσοκομεία και οι ηλικιωμένοι, θα ήταν πιο αποτελεσματικές, δήλωσε ο ΠΟΥ, καθώς ο παγκόσμιος αριθμός θανάτων από την Covid-19 έχει φτάσει πλέον τα 1,5 εκατομμύρια, σύμφωνα με απολογισμό του Reuters.

"Είναι πολύ καλύτερο να παρουσιάζουμε στους ανθρώπους δεδομένα, να παρουσιάζουμε στους ανθρώπους τα οφέλη και να τους αφήνουμε να αποφασίζουν μόνοι τους, στα πλαίσια λογικής", πρόσθεσε ο Ράιαν.

Ακόμα και αν αναπτύχθηκαν εμβόλια, η έρευνα πρέπει να συνεχιστεί, είπε η Ο' Μπράιαν, λέγοντας ότι πολλά εμβόλια για άλλες ασθένειες βελτιώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.

Η Βρετανία ξεκινά αυτή την εβδομάδα το δικό της πρόγραμμα μαζικών εμβολιασμών και άλλες χώρες είναι πιθανό να ακολουθήσουν σύντομα, οπότε οι αρχές επιδιώκουν να καθησυχάσουν τους ανθρώπους για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των εμβολίων, προκειμένου να πείσουν ένα σημαντικά μεγάλο μέρος του πληθυσμού να εμβολιαστεί, καθώς ειδικοί θεωρούν πως θεωρίες συνωμοσίες αρχίζουν να γίνονται επικρατούσα τάση.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Διευθυντής του Οργανισμού, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγιέσους, κάλεσε χώρες που σκοπεύουν να "χορηγήσουν εμβόλια τις επόμενες εβδομάδες και μήνες" να "εμβολιάσουν κατά προτεραιότητα όσους το έχουν περισσότερο ανάγκη" επειδή ο αριθμός των εμβολίων θα είναι αρχικά περιορισμένος.

Ως εκ τούτου, ο ΠΟΥ συνιστά τον εμβολιασμό αρχικά των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο μόλυνσης και εκείνων που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής ασθένειας ή θανάτου λόγω της ηλικίας τους.

Καθώς ο αριθμός των διαθέσιμων δόσεων αυξάνεται, ο ΠΟΥ συνιστά επίσης τον εμβολιασμό ατόμων "με υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής ασθένειας λόγω του ιατρικού ιστορικού τους και των περιθωριοποιημένων ομάδων με υψηλότερο κίνδυνο", ανέφερε λεπτομερώς ο επικεφαλής του Οργανισμού.

Για να εμποδίσει τις πλουσιότερες χώρες να αγοράσουν όλες τις δόσεις εμβολίων που κατά τους πρώτους μήνες θα είναι διαθέσιμες μόνο σε περιορισμένες ποσότητες, ο ΠΟΥ έχει δημιουργήσει έναν μηχανισμό που ονομάζεται ACT-Accelerator, ο οποίος θα πρέπει να καθιστά δυνατή τη δίκαιη διανομή του εμβολίου και άλλων πιθανών θεραπειών.

Αλλά για αυτό χρειαζόμαστε 4,3 δισεκατομμύρια δολάρια αμέσως, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, που εξέφραση τη λύπη του για την έλλειψη χρημάτων.

"Αυτή τη στιγμή υπάρχει πολύ μεγάλο κενό μεταξύ ρητορικής και πραγματικότητας ...", δήλωσε ο Τέντρος.

Παράλληλα ο Ράιαν ανέφερε πως ο ΠΟΥ εξακολουθεί να περιμένει να ξεκινήσει συζητήσεις με την επερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, σε μια χώρα που υποφέρει από μια "ανηλεή" πανδημία. Υπό την προεδρία Τραμπ, οι ΗΠΑ, κορυφαίος χρηματοδότης του Οργανισμού, ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τον ΠΟΥ.

Τέλος, ο Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγιέσους τόνισε πως ο ΠΟΥ περιμένει επίσης από την Κίνα να μελετά την προέλευση του νέου κορονοϊού. "Σχεδιάζουμε και ελπίζουμε να βρεθούμε στο πεδίο το συντομότερο δυνατό", σημείωσε.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

==================================================

Υποχρεωτικός εμβολιασμός και COVID-19

Απόστολος Βλαχογιάννης, Μέλος ΣΕΠ ΕΑΠ, Δ.Ν., Université Paris II Panthéon-Assas

https://www.constitutionalism.gr/2020-12-vlahoyannis-emvoliasmos/

Εν μέσω της αντιμετώπισης του δεύτερου κύματος της πανδημίας του κορωνοϊού και ενόψει της έγκρισης από την αρμόδια σε ευρωπαϊκό επίπεδο αρχή της κυκλοφορίας των εμβολίων διαφόρων φαρμακευτικών εταιρειών, προβάλλει ως αναπόδραστο το ερώτημα κατά πόσο ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του γενικού πληθυσμού ή συγκεκριμένων ομάδων ενδιαφέροντος (π.χ. υγειονομικοί υπάλληλοι, τρόφιμοι και εργαζόμενοι σε γηροκομεία, κρατούμενοι, στρατιωτικοί και υπηρετούντες τη θητεία τους στρατιώτες), σε περίπτωση που το μέτρο κριθεί αναγκαίο και αποφασισθεί η επιβολή του[2], είναι συμβατός με το ελληνικό Σύνταγμα και υπερνομοθετικής ισχύος διεθνείς συνθήκες, όπως ιδίως η ΕΣΔΑ και η Σύµβαση του Συµβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και της αξιοπρέπειας του ατόµου σε σχέση µε τις εφαρµογές της βιολογίας και της ιατρικής, γνωστή ως Σύµβαση για τα Ανθρώπινα ∆ικαιώµατα και τη Βιοϊατρική ή Σύμβαση Οβιέδο (ν. 2619/1998, Α΄132)[3]. Σκόπιμο είναι επίσης, αφού απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα, να γίνει στοχευμένη αναφορά και στη νομολογία ξένων δικαστηρίων, για να εξετασθεί πώς έχει αντιμετωπιστεί το ζήτημα και από τα δικαστήρια άλλων χωρών.

Ι. Υποχρεωτικός εμβολιασμός και ελληνικό Σύνταγμα

Η Ελλάδα είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες δεν ισχύει καταρχήν ο πάγιος υποχρεωτικός εμβολιασμός[4]. Η κατ’ επίκληση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 1579/1985 συγκροτούμενη Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει καταρτίσει πάντως, όπως κάθε χρόνο, το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων 2020-2021, καθώς και το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων για το έτος 2020 με τις προτεινόμενες δράσεις[5].

Ωστόσο, στη χώρα μας προβλέπεται ήδη (εμμέσως) υποχρεωτικός εμβολιασμός των παιδιών, προκειμένου να μπορούν να εγγραφούν σε παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς[6]. Παράλληλα, το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 4675/2020, προβλέπει στην περίπτωση (Α) (iii) (β) ότι «σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ, υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.»

Μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός για τον κορωνοϊό, καθώς και εν γένει κάθε υποχρεωτικός εμβολιασμός, που θα προβλεφθεί με διάταξη νόμου, παραβιάζει την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1) και την ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1), για τον λόγο ότι η διενέργεια μιας τέτοιας ιατρικής πράξης θίγει την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου, τη σωματική του ακεραιότητα (άρθρο 7 παρ. 2), καθώς και την αξιοπρέπειά του. Επιπλέον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι παραβιάζεται και το ατομικό δικαίωμα στην υγεία (άρθρο 5 παρ. 5), καθώς υπάρχει η πιθανότητα ο εμβολιαζόμενος να εμφανίσει ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Ωστόσο, προς αντίκρουση αυτών των επιχειρημάτων, γίνεται δεκτό ως προς τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 2, ότι η σωματική κάκωση προσώπου παρά τη θέλησή του μπορεί να γίνει ανεκτή υπό προϋποθέσεις, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό[7]. Εξίσου, ως προς την επίκληση του άρθρου 5 μπορούν να αναφερθούν η γενική ρήτρα περιορισμού της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας προς όφελος των δικαιωμάτων τρίτων, που περιλαμβάνει η παρ. 1 («εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων»), σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του ίδιου άρθρου, καθώς στην περίπτωση εμβολίου προς αντιμετώπιση μεταδοτικής ασθένειας, πολύ δε περισσότερο πανδημίας, ο μη εμβολιασμός ικανού ποσοστού του πληθυσμού και η συνεπαγόμενη αδυναμία επίτευξης και διατήρησης, για επαρκές χρονικό διάστημα, ανοσίας αγέλης θέτει ευθέως σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία των υπολοίπων πολιτών, δεδομένης μάλιστα της έλλειψης αποτελεσματικής φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ασθένειας[8]. Τούτο φαίνεται να συνηγορεί σαφώς υπέρ της συνταγματικότητας ενός μέτρου υποχρεωτικού εμβολιασμού στην παρούσα φάση και προφανώς δεν αποκλείει και τη συνέχισή του στο μέλλον, εφόσον αυτός κριθεί επιστημονικά επιβεβλημένος. Παράλληλα, το Κράτος είναι εκ του Συντάγματος υποχρεωμένο να μεριμνά για την υγεία των πολιτών και να προστατεύει τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 παρ. 3). Αυτή η υποχρέωση μπορεί να ερμηνευθεί συνδυαστικά με την υποχρέωση επίδειξης κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης του άρθρου 25 παρ. 4, που δύναται να ενεργοποιηθεί σε ιδιαίτερα κρίσιμες για το κοινωνικό σύνολο περιστάσεις, όπως είναι η σημερινή[9].

Ενισχυτική των ανωτέρω είναι και η πρόσφατη απόφασή του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ 2387/2020. Η υπόθεση αφορούσε σε συνήθη πρακτική προληπτικού εμβολιασμού και όχι σε εμβολιασμό υπό συνθήκες έξαρσης πανδημίας. Το Δικαστήριο εξέλαβε ως υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για τα παιδιά που επιθυμούν να εγγραφούν σε δημοτικούς παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αναφέροντας μάλιστα ότι πρόκειται για δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, εν προκειμένω του Δημοτικού Συμβουλίου, να διακόψει την φιλοξενία των ανεμβολίαστων παιδιών (σκ. 16)[10].

Επί της ουσίας, το ΣτΕ αποδέχεται τη συνταγματικότητα του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού κρίνοντας ότι «η Πολιτεία οφείλει, μεταξύ άλλων να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία» και ότι συνεπώς «το μέτρο του εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού, πλην όμως συνταγματικώς ανεκτή, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ότι προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, υιοθετούσα πλήρως τα έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα και β) ότι παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται». Στηρίζει επίσης την απόφασή του στο επιχείρημα ότι «θα αντέκειτο στην αρχή της ισότητας η αξίωση προσώπου να μην εμβολιαστεί, επικαλούμενο ότι δεν διατρέχει ατομικό κίνδυνο, εφόσον διαβιώνει σε ασφαλές περιβάλλον οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του έχουν εμβολιαστεί» (σκέψη 13).

Υπό το φως της προεκτεθείσας απόφασης και του συλλογισμού αυτής, ο οποίος εφαρμόζει πιστά τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ ως προς τους περιορισμούς του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (βλ. παρακάτω II), δεν φαίνεται ότι μπορεί να αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα, και δη η αναλογικότητα, του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού, εφόσον βέβαια αυτό αποφασισθεί. Αυτό προκύπτει λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων επιστημονικών (επιδημιολογικών και ιατρικών) στοιχείων, που τονίζουν τη σημασία του εμβολιασμού για την αναχαίτιση της πανδημίας, της οποίας οι καταστροφικές συνέπειες σε υγειονομικό και κοινωνικό επίπεδο έχουν καταστεί πλέον πασίδηλες. Τούτου λεχθέντος, έχει υποστηριχθεί ότι η ειδικότερη κύρωση του φυσικού καταναγκασμού παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος[11], χωρίς αυτό φυσικά να συμπαρασύρει άλλου είδους κυρώσεις. Γιατί θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι υποχρεωτικότητα δεν σημαίνει αυτομάτως ή αυτονόητα τον φυσικό καταναγκασμό, αλλά με τον όρο νοείται η επέλευση νομίμων συνεπειών (ευθέως ή εμμέσως) σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης της πράξης εμβολιασμού. Αυτό που θα μπορούσε πάντως να γίνει δεκτό, κατ’ επίκληση της αρχής της αναλογικότητας και ενόψει ειδικότερα του ελέγχου της αναγκαιότητας του μέτρου, είναι ότι στην παρούσα φάση ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή ανοσία αγέλης, θα πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο και να επιβληθεί εν τέλει, μόνο αφού πρώτα έχει επιδιωχθεί (ανεπιτυχώς) το ίδιο αποτέλεσμα με προαιρετικό εμβολιασμό[12].

Είναι διάφορο το ζήτημα κατά πόσον, εφόσον ο εμβολιασμός είναι προαιρετικός μη υποχρεωτικός), ιδιώτες θα μπορούν να επιβάλουν έμμεσες κυρώσεις και βάσει ποίων στοιχείων (π.χ. μη επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού). Σχετικές σκέψεις μάλιστα περί διάθεσης βεβαίωσης εμβολιασμού έχουν ήδη αρχίσει να διατυπώνονται[13]. Δηλαδή, με βάση αυτόν τον προβληματισμό, αν μια αεροπορική εταιρεία αρνηθεί την επιβίβαση επιβατών, οι οποίοι δεν έχουν εμβολιασθεί, ή μία τράπεζα αρνηθεί την είσοδο στο υποκατάστημα πελατών της, χωρίς επίδειξη της αναγκαίας βεβαίωσης εμβολιασμού, στοιχειοθετείται άνιση μεταχείριση και ενδεχομένως παράνομη διάκριση λόγω γενετικών χαρακτηριστικών (βλ. και άρθρο 21 ΧΘΔΕΕ); Ή μπορεί μήπως να θεωρηθεί, σύμφωνα με την αρχή της τριτενέργειας του άρθρου 25 του Συντάγματος, ότι και οι ιδιώτες φέρουν στην παρούσα περίσταση το βάρος προστασίας του δικαιώματος της υγείας και της ζωής και συνεπώς μπορούν νομίμως να επιβάλουν τέτοιου είδους περιορισμούς, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η άνιση μεταχείριση στην οποία θα υποβάλουν τους ανεμβολίαστους πολίτες δικαιολογείται για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας;

Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι τέτοια ζητήματα πρέπει να τέμνονται από τη δημόσια αρχή, η οποία, ακόμα και αν δεν επιβάλει, όπως της επιτρέπει το Σύνταγμα, υποχρεωτικό εμβολιασμό για τον κορωνοϊό, θα πρέπει να ρυθμίσει τις έμμεσες συνέπειες της άρνησης εμβολιασμού. Τούτο δε είτε προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης κάθε διάκρισης είτε προς την αντίθετη κατεύθυνση της ρύθμισης των έμμεσων συνεπειών, που απορρέουν από την άρνηση εμβολιασμού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση βέβαια θα καθιστούσε, δια της πλαγίας οδού αυτή τη φορά, τον εμβολιασμό υποχρεωτικό, υπό την έννοια ότι η άρνησή του θα επισείει διαφόρων ειδών κυρώσεις, προερχόμενες όμως από τη στάση ιδιωτών. Το ίδιο εξάλλου θα ισχύει εν τοις πράγμασι αν ο εμβολιασμός συνιστά λόγο εξαίρεσης από τα ήδη υπάρχοντα περιοριστικά μέτρα (π.χ. lock-down και έξοδος με αποστολή μηνυμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας), που θα παραμένουν σε ισχύ για τους υπόλοιπους (ανεμβολίαστους) πολίτες.

 ΙΙ. Υποχρεωτικός εμβολιασμός υπό το φως της ΕΣΔΑ

Ο εμβολιασμός χωρίς τη συναίνεση του ατόμου συνιστά, δίχως άλλο, προσβολή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, που προστατεύει τον ιδιωτικό βίο και κατ’ επέκταση τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα και την αυτονομία του προσώπου[14]. Ωστόσο, όπως έχει κρίνει το ΕΔΔΑ, εφόσον η υποχρεωτικότητα δικαιολογείται ενόψει της προστασίας της δημόσιας υγείας και συγκεκριμένα αποσκοπεί στην αποτροπή της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών και, τέλος, δεν αντεδείκνυται ιατρικώς στη συγκεκριμένη εξεταζόμενη ατομική περίπτωση, τότε παρίσταται ως σύμφωνος με το άρθρο 8 παρ. 2 περιορισμός, αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία[15]. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δικαστηρίου, η αρχή της ελεύθερης επιλογής και του αυτοπροσδιορισμού κάμπτονται συνεπώς, όταν είναι αναγκαίο για την προστασία τρίτων, όπως ακριβώς στην περίπτωση του εμβολιασμού εν μέσω μιας πανδημίας[16]. Εξάλλου, βάσει της θεωρίας των θετικών υποχρεώσεων, τα κράτη-μέρη της ΕΣΔΑ είναι υποχρεωμένα να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των πολιτών τους.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι εκκρεμεί, μετά από παραπομπή από το Τμήμα, ενώπιον της Ολομελείας του ΕΔΔΑ (Ευρεία Σύνθεση) υπόθεση που αφορά στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στην Τσεχία, η οποία συζητήθηκε την 1η Ιουλίου 2020 και άρα αναμένεται εντός σύντομου διαστήματος και η απόφαση[17]. Σύμφωνα με τη μέχρι τώρα νομολογία και συνυπολογίζοντας τη σφοδρότητα της τωρινής πανδημίας, φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό ότι το ΕΔΔΑ θα κρίνει ως σύμφωνο με τη Σύμβαση και αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2 για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.

 ΙΙΙ. Υποχρεωτικός εμβολιασμός υπό το φως της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης της Σύμβασης του Οβιέδο

 Τα άρθρα 5επ. της Σύμβασης του Οβιέδο καθιερώνουν τη γενική αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς, χωρίς την οποία καμία ιατρική πράξη δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή. Η διάταξη όμως αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 26, το οποίο περιλαμβάνει τις γενικές ρήτρες παρέκκλισης από ορισμένα δικαιώματα που κατοχυρώνει η Σύμβαση. Μεταξύ δε αυτών συγκαταλέγεται ρητά η προστασία της δημόσιας υγείας. Το δε άρθρο 5 δεν αναφέρεται στα δικαιώματα στα οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο, όπως εξηγεί σαφώς το  σημείο 39 του Explanatory Report της Σύμβασης[18].

Γενικά, η διατύπωση του άρθρου 26 παραπέμπει στους περιορισμούς του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, ανατρέχοντας στις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης, διαπιστώνουμε ότι εκεί αναφέρεται ρητά σε σχόλιο ως προς το άρθρο 5 ότι η περίπτωση του υποχρεωτικού εμβολιασμού καλύπτεται από την ρήτρα δημόσιας υγείας του άρθρου 26[19]. Η έννοια της υγείας πρέπει εξίσου να ερμηνεύεται διασταλτικά και καλύπτει ακόμα και τον εγκλεισμό ασθενούς, χωρίς τη θέλησή του φυσικά, σε περίπτωση σοβαρής μολυσματικής ασθένειας[20]. Συνεπώς, δεν τίθεται, κατά την ορθή ερμηνεία τόσο του γράμματος όσο και του σκοπού της, ζήτημα παραβίασης της Σύμβασης του Οβιέδο, αφού η ίδια η σύμβαση προβλέπει τους αναγκαίους περιορισμούς της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης. Ως προς τούτο, θα πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ότι η διατύπωση και η αρχιτεκτονική του άρθρου 26, όπως προκύπτουν ρητά από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης και ιδίως το Explanatory Report που τη συνοδεύει, παραπέμπουν ως προς τους θεμιτούς περιορισμούς της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης στους αντίστοιχους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, όπως αυτοί ερμηνεύονται από τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ[21] (βλ. παραπάνω υπό ΙΙ).

 ΙV. Συνοπτική επισκόπηση συγκριτικής νομολογίας ως προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό

Στις ΗΠΑ το ζήτημα της συνταγματικότητας του υποχρεωτικού εμβολιασμού έχει ήδη λυθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στην υπόθεση Jacobs v. Massachusetts[22] κρίθηκε ότι η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της ευλογιάς δεν προσβάλλει τη ρήτρα due process της 14ης Τροποποίησης[23]. Το δεδικασμένο μάλιστα της απόφασης αυτής επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα ως προς την κύρωση της άρνησης εγγραφής ανεμβολίαστων παιδιών σε σχολεία[24], ενώ η απόφαση έχει γίνει αντικείμενο επίκλησης και στην πρόσφατη πανδημία. Όπως έγραψε τότε χαρακτηριστικά ο Δικαστής Harlan, εκ μέρους της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, με τρόπο εναργή και απολύτως κατατοπιστικό ακόμα και για την τωρινή περίσταση:

«Ωστόσο, η ελευθερία που εγγυάται το Σύνταγμα των ΗΠΑ σε κάθε πρόσωπο εντός του πεδίου εφαρμογής του δεν περιλαμβάνει ένα απόλυτο δικαίωμα κάθε προσώπου να είναι, ανά πάσα στιγμή και υπό οιαδήποτε περίσταση, εντελώς ελεύθερο από κάθε καταναγκασμό. Υπάρχουν πολύπλευροι περιορισμοί στους οποίους κάθε πρόσωπο υπόκειται εξ ανάγκης για λόγους εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπάρξει οργανωμένη κοινωνία, που να παρέχει ασφάλεια στα μέλη της. Μια κοινωνία που θα βασιζόταν στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίον καθένας κάνει ό,τι θέλει θα βρισκόταν σύντομα αντιμέτωπη με ταραχές και αναρχία. Η πραγματική ελευθερία για όλους δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αν γινόταν δεκτή μια αρχή, η οποία θα αναγνώριζε το δικαίωμα κάθε προσώπου ατομικά να κάνει χρήση του εαυτού του ή της περιουσίας του ανεξάρτητα από τη βλάβη που μπορεί να προξενεί στους άλλους.»[25]

 Στη Γαλλία, όπου προβλέπεται επίσης υποχρεωτικός εμβολιασμός[26], το Συνταγματικό Συμβούλιο, κατόπιν ερωτήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, έχει κρίνει ότι οι σχετικοί νόμοι που προβλέπουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό και τον συνοδεύουν από ποινικές και άλλες κυρώσεις δεν παραβιάζουν το δικαίωμα στην υγεία, που κατοχυρώνεται στην παρ. 11 του Προοιμίου του Συντάγματος του 1946 και διαθέτει συνταγματική ισχύ[27]. Πιο πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε προσφυγές κατά του διατάγματος, με το οποίο προστέθηκαν στους ήδη υπάρχοντες νέοι υποχρεωτικοί εμβολιασμοί. Με τις αιτήσεις ακύρωσης που κατατέθηκαν είχαν προβληθεί ως ισχυρισμοί ότι η πράξη προσκρούει στην ΕΣΔΑ και τη Σύμβαση του Οβιέδο. Όπως αναφέρει το Δικαστήριο (σκέψεις 12 και 16 αντιστοίχως), κατά τον έλεγχο συμβατότητας που διεξήγαγε:

«Προκύπτει από τα προαναφερθέντα ότι καθιστώντας υποχρεωτικά τα έντεκα εμβόλια που βρίσκονταν ήδη στο ημερολόγιο εμβολιασμών, το οποίο έχει δημοσιεύσει ο Υπουργός Υγείας, για τα οποία όμως υπήρχε, πλην τριών εξ αυτών, προηγουμένως απλή σύσταση, οι προσβαλλόμενες νομοθετικές διατάξεις περιορίζουν το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής κατά τρόπο που δικαιολογείται από τον σκοπό της βελτίωσης της εμβολιακής κάλυψης, έτσι ώστε, ειδικότερα, να επιτευχθεί το αναγκαίο όριο της ανοσίας της αγέλης, προς όφελος του συνόλου του πληθυσμού, και [κατά τρόπο] αναλογικό προς αυτόν τον σκοπό […]

Ο περιορισμός που επιφέρει το άρθρο L. 3111-2 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας στην υποχρέωση συναίνεσης του νόμιμου εκπρόσωπου ανηλίκου σε κάθε παρέμβαση σε θέμα υγείας είναι εγγενής στον υποχρεωτικό χαρακτήρα του εμβολιασμού, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε ως άνω, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας και παρίσταται αναλογικός ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν είναι ασύμβατες με όσα ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 6 της Σύμβασης που υπογράφηκε στο Οβιέδο στις  4 Απριλίου 1967.»[28]

Τέλος, στη Γερμανία, παρότι θεωρείται γενικά μια χώρα που δεν τάσσεται υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός έχει κριθεί τη δεκαετία του ‘50 συνταγματικός με απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου[29]. Σημειωτέον, ότι προσφάτως (πριν από την πανδημία) θεσπίσθηκε ομοσπονδιακός νόμος που καθιστά υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για την αντιμετώπιση της ιλαράς επί ποινή μη αποδοχής των παιδιών στις προσχολικές δομές[30]. Η κρίση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προς τη συνταγματικότητα του μέτρου στη βάση της παλαιότερης νομολογίας του BVerwG δεν είναι δυνατόν να προεξοφληθεί, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης απόφασής του για την αναγνώριση δικαιώματος στον τερματισμό της ζωής[31]. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι με απόφασή του στις 11 Μαΐου 2020, το BVerfG απέρριψε αίτηση αναστολής κατά της εφαρμογής του νόμου, σταθμίζοντας τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και την προστασία της δημόσιας υγείας[32]. Εξάλλου, υπέρ της συνταγματικότητας του υποχρεωτικού εμβολιασμού για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης μιας επιδημίας έχει ταχθεί σε πρότερο χρόνο και η Επιστημονική Υπηρεσία του Γερμανικού Κοινοβουλίου[33].

Εξίσου, πρόσφατη απόφαση του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου απέρριψε αντίστοιχα προσφυγές κατά του υποχρεωτικού εμβολιασμού από την περιφέρεια του Βένετο[34], ενώ το Ολλανδικό Συμβούλιο Επικρατείας σε πολύ πρόσφατη γνωμοδότησή του έκρινε ότι η πρόσβαση ενός παιδιού σε παιδικούς σταθμούς μπορεί να συνοδευθεί από την προϋπόθεση συμμετοχής στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού[35].

 V. Υποχρεωτικός εμβολιασμός και ΕΕ

Σύμφωνα με τη Στρατηγική για τα Εμβόλια[36], την οποία η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει, η ρύθμιση του ζητήματος της υποχρεωτικότητας ή μη του εμβολιασμού, όπως και γενικότερα κάθε ζητήματος σχετικά με τον εμβολιασμό, εναπόκειται στα κράτη μέλη βάσει της αρχής της επικουρικότητας. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει, δεδομένης της συμμετοχής της ΕΕ στη διαδικασία έρευνας, παραγωγής και διάθεσης των εμβολίων, είναι αν στοιχειοθετείται πλέον αρμοδιότητα του ΔΕΕ να κρίνει τη συμβατότητα του μέτρου με τον ΧΘΔΕΕ. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι σε παλαιότερη υπόθεση, με την οποία είχε αποσταλεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, αυτό με διάταξή του έκρινε εαυτόν αναρμόδιο και τον ΧΘΔΕΕ μη εφαρμοστέο[37]. Τα δεδομένα όμως τώρα έχουν αλλάξει άρδην και ίσως τελικά το ΔΕΕ κληθεί να εκδώσει απόφαση, όπως στην περίπτωση προσφυγής κατά της άρνησης αεροπορικής εταιρείας να δεχθεί μη εμβολιασμένους πελάτες σε πτήση προς άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Κρίσιμο είναι εξίσου το θέμα, το οποίο αναφέρθηκε και παραπάνω, των έμμεσων κυρώσεων από ιδιωτικούς φορείς σε όσους δεν επιθυμούν να εμβολιασθούν. Συνιστά αυτό απαγορευμένη διάκριση, με βάση το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 21 του ΧΘΔΕΕ ή, αντιθέτως, θα αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση άσκησης των ενωσιακών ελευθεριών, όπως η ελευθερία μετακίνησης των προσώπων; Στην περίπτωση που το ΔΕΕ κληθεί να τοποθετηθεί επί του ζητήματος και κρίνει ως θεμιτό λόγο περιορισμού της ελευθερίας μετακίνησης το εν λόγω μέτρο (προστασία της δημόσιας υγείας βάσει των άρθρων 45 παρ. 3 και 52 παρ. 1 ΣΛΕΕ), τότε εμμέσως θα έχει ταχθεί και υπέρ της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού.

Θα μπορούσε πάντως να προκριθεί η άποψη σύμφωνα με την οποία η ΕΕ δεν μπορεί να εναποθέσει τη ρύθμιση του ζητήματος αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, γιατί σαφώς θα προκύψει ανομοιόμορφη εφαρμογή και κωλύματα στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών. Θα πρέπει, διαμέσου της Επιτροπής, να λάβει θέση στο ζήτημα και είτε να παράσχει «κάλυψη» σε ιδιώτες που επιθυμούν να λάβουν υπόψη τους τον μη εμβολιασμό ορισμένων πολιτών, προβλέποντας τη δημιουργία ενδεχομένως ειδικού πανευρωπαϊκού πιστοποιητικού εμβολιασμού, που θα επιτρέπει τον διαχωρισμό τους, στη βάση της προστασίας της δημόσιας υγείας, είτε, αντιθέτως, να διακηρύξει ότι η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τον εμβολιασμό ευελπιστώντας ότι η αναμενόμενη ανοσία αγέλης θα επιτευχθεί σύντομα και χωρίς οποιουδήποτε είδους καταναγκασμό. Θα εγερθούν βέβαια στην περίπτωση δημιουργίας ενός τέτοιου υγειονομικού πιστοποιητικού ζητήματα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλης μελέτης.

 Συμπέρασμα

Από τις παραπάνω αναλύσεις, προκύπτει ότι η καθιέρωση υποχρεωτικού εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού, εφόσον χρειαστεί, ή συγκεκριμένων ομάδων του  πληθυσμού είναι καθ’ όλα σύμφωνη με το ελληνικό Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1 και 5, 7 παρ. 2, 21 παρ. 3, 25 παρ. 1 και 4), την ΕΣΔΑ (άρθρο 8) και τη Σύμβαση του Οβιέδο (άρθρα 5επ. και 26). Η αυτονομία του προσώπου και η αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης μπορούν να καμφθούν, εν μέσω πανδημίας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως έχει εξάλλου συμβεί παλαιότερα στην Ελλάδα και έχει γίνει κατά καιρούς δεκτό από διάφορα εθνικά και υπερεθνικά δικαιοδοτικά όργανα.

=====================
"O σιωπών δοκεί συναινείν"

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια