Μην έχετε αυταπάτες με τον Μπάιντεν


O Ντόναλντ Τραμπ έγινε ευρύτερα γνωστός στο αμερικανικό κοινό με τη φράση «Απολύεσαι». Τον περασμένο Νοέμβριο, η πλειοψηφία του αμερικανικού λαού απέλυσε τον ίδιο παρά την έντονη αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος από τον ίδιο και τους οπαδούς του. Η ήττα του πρώην προέδρου Τραμπ θεωρήθηκε από πολλούς προειδοποίηση για λαϊκιστές ή/και αυταρχικούς πολιτικούς όπως ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτωρ Ορμπάν, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Μπολσονάρου και ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν.

Ειδικότερα, ο πρόεδρος Ερντογάν, ο οποίος μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας «από την πίσω πόρτα» με τον Τραμπ, ήταν φανερό ότι τύγχανε μιας ιδιότυπης μεταχείρισης, που βοήθησε την Τουρκία να αποφύγει τις κυρώσεις του αμερικανικού Κογκρέσου για τους ρωσικούς πυραύλους S-400. Όσο φιλικά διακείμενος απέναντι στον Ερντογάν ήταν ο Τραμπ, άλλο τόσο εχθρική απέναντί του ήταν η συντριπτική πλειονότητα των Ρεμπουμπλικανών και Δημοκρατικών γερουσιαστών και βουλευτών. Επιπλέον, ο νέος πρόεδρος δεν έχει κρύψει την αρνητική άποψη που έχει για τον Ερντογάν. Το γεγονός ότι το Δημοκρατικό Κόμμα έχει καλές σχέσεις με τους Τούρκους αντιπάλους του Ερντογάν ίσως έχει παίξει κάποιο ρόλο.

Πόσο σημαντική ήταν η σχέση των Τραμπ-Ερντογάν φαίνεται επίσης από τη σταδιακή αλλαγή ύφους και στάσης του Τούρκου προέδρου σε διάφορα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, π.χ. προς την ΕΕ κ.λπ., μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στις ΗΠΑ. Φυσικά, αυτό δεν εμπόδισε τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις να βρίσκονται στο καλύτερο σημείο όλων των εποχών, αν κρίνουμε από τις δημόσιες δηλώσεις αξιωματούχων εκατέρωθεν. Επομένως, ο πήχης για τον Μπάιντεν μπαίνει πολύ ψηλά σ’ αυτό το θέμα.

Όμως, ο Μπάιντεν αναλαμβάνει πρόεδρος μιας βαθιά διαιρεμένης, όπως και πριν, χώρας και είναι λογικό να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε θέματα εσωτερικής πολιτικής, προσπαθώντας να επουλώσει τις πληγές που υπάρχουν. Αν υπάρχει ένα φλέγον θέμα εξωτερικής πολιτικής, αυτό είναι ο χειρισμός της Κίνας. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του ως γερουσιαστής στην επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων και γνωρίζει πολύ καλά τα ελληνοτουρκικά και τα θέματα της ευρύτερης περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.

Όμως, υπάρχει κάτι κοινό στην εξωτερική πολιτική των προκατόχων του, Ομπάμα και Τραμπ, σ’ αυτή την περιοχή, που ο Μπάιντεν δεν μπορεί να αγνοήσει. Η αναδιάταξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών στην περιοχή και η απόσυρση των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση Τραμπ ενθάρρυνε και στήριξε την αποκατάσταση των σχέσεων του Ισραήλ με άλλες Αραβικές χώρες και τις επαφές και τη στρατιωτική συνεργασία της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Μάλιστα, Ρεπουμπλικανοί αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να εγγυηθούν μια συμφωνία για κοινό αμυντικό χώρο Ελλάδας-Ισραήλ, που θα αμφισβητούσε ευθέως τις τουρκικές διεκδικήσεις και ήταν η Αθήνα που δεν το προχωρούσε.

Όπως κι αν έχει, ό,τι κι αν λέγεται, η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν μπορεί να αγνοήσει τη νέα αναδιάταξη, π.χ. αν επιχειρήσει προσέγγιση με το Ιράν, όταν ένα γκρουπ χωρών της περιοχής εναντιώνεται. Επομένως, η πολιτική του θα αποτελέσει κατά κάποιο τρόπο συνέχεια εκείνης των προκατόχων του, προσθέτοντας κάποιες δικές του πινελιές.

Στο θέμα της Τουρκίας, θα είναι προφανώς πιο αυστηρός απέναντι στον Ερντογάν. Όμως, θα θελήσει ταυτόχρονα να βελτιώσει τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, αν υπάρξει ανταπόκριση από την άλλη πλευρά με συγκεκριμένες χειρονομίες που ίσως αφορούν το Κυπριακό και λιγότερο την Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία είναι μια σημαντική σύμμαχος των ΗΠΑ καθώς μπορεί να εμποδίσει την κάθοδο της Ρωσίας και του Ιράν στη Μεσόγειο, αν το θελήσει. Αν όμως η γείτονα επιμείνει σε θέματα όπως η ενεργοποίηση των ρωσικών πυραύλων S-400, τότε το σκηνικό αλλάζει προς το χειρότερο για την Τουρκία.

Όπως κι αν έχει, η στάση των ΗΠΑ στην περιοχή θα καθορισθεί από τα συμφέροντά τους. Αν μάλιστα συμφέροντα και φιλίες συμπίπτουν, ακόμη καλύτερα.

Dr Money

* Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.

από STERGIOG

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια