Όλοι λένε έρχεται φτώχεια. Επιβάλλεται Διαγραφή Χρέους. Μήπως η πανδημία διευκολύνει;

του Αλέξανδρου Γιατζίδη, διευθυντή σύνταξης

Η πανδημία του κοροναϊού έχει προκαλέσει τεράστια ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να διογκώνονται τα κρατικά χρέη, ειδικά στην Ιταλία. Οι οικονομολόγοι εκφράζουν ανησυχίες για μια νέα ευρωκρίση και ήδη συζητούν για το ενδεχόμενο να χρειαστεί κούρεμα χρέους.

Στην Γαλλία το δημόσιο χρέος αγγίζει πια το 120% του ΑΕΠ και έχει αυξηθεί κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 2019. Στην Ιταλία πιάνει το 160% του ΑΕΠ και στο σύνολο της ευρωζώνης οδεύει, σε μέσο όρο, στο 100%.

Ένα άνευ προηγουμένου κύμα συσσώρευσης δημόσιου και ιδιωτικού χρέους διανύει η παγκόσμια οικονομία. 

Οι αριθμοί αυτοί θα ήταν αδιανόητοι έναν χρόνο πριν. Αποτελούν όμως το προϊόν μιας ιστορικής πανδημίας, εγγράφουν υποθήκη μιας νέας οικονομικής κρίσης πολεμικών διαστάσεων, και σπάνε ήδη – σε επίπεδο δημόσιου debate  τουλάχιστον – τα μεγάλα ευρωπαϊκά ταμπού: Ανοίγουν, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, την συζήτηση για τη διαγραφή των χρεών της πανδημίας αλλά και για την ριζική αλλαγή του Συμφώνου Σταθερότητας – ήτοι, του δημοσιονομικού γύψου του Μάαστριχτ και της ευρωζώνης.

Η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει τέσσερα κύματα συσσώρευσης χρέους από το 1970, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Περισσότερες από 100 χώρες έχουν βιώσει αυτά τα «κύματα» και, μέχρι στιγμής, πάντα κατέληγαν σε χρηματοοικονομικές κρίσεις για πολλές αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Το τέταρτο κύμα χρέους, στη μέση του οποίου βρισκόμαστε, ξεκίνησε το 2010, προτού δηλαδή ξεσπάσει η υγειονομική κρίση.  Και ήδη από τότε φαινόταν να είναι το χειρότερο κύμα.

Ήδη κάποιοι κάνουν λόγο για το σκάσιμο τη παγκόσμιας φούσκας του χρέους το οποίο ανήλθε το τρίτο τρίμηνο του 2019 στο επίπεδο ρεκόρ του 322% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή διαφορετικά στα 253 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Αν αυτό επιμεριστεί σε κάθε άνθρωπο που ζει στον πλανήτη, μεταφράζεται σε πάνω από 32.000 δολάρια κατά κεφαλήν, υπολογίζοντας τον πληθυσμό σε 7,7 δισ.

Το χρέος που έχει συσσωρευθεί μετά την κρίση του 2007 βρίσκεται κατά κύριο λόγο σε χέρια επιχειρήσεων. Συνεπώς η αναταραχή, που επικρατεί αυτή τη στιγμή στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω κορωνοϊού και η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, προδικάζει ότι οι εταιρείες θα έχουν χαμηλότερα κέρδη  και ως αποτέλεσμα θα δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους.

Παράλληλα, οι πολιτικοί των ανεπτυγμένων χωρών δηλώνουν έτοιμοι για περαιτέρω χαλάρωση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, ώστε να μπορέσουν να αντισταθμίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο του ιού. Ωστόσο, αυτού του είδους οι οικονομικές πολιτικές όχι μόνον προσομοιάζουν με τα μέτρα που συνέβαλαν στο ξέσπασμα της κρίσης του 2007, αλλά παράλληλα διογκώνουν το ήδη υψηλότατο παγκόσμιο χρέος.

Πριν από αρκετό καιρό προειδοποίησε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μιλώντας στην τηλεδιάσκεψη της G20 ότι η παγκόσμια ύφεση, ως αποτέλεσμα της πανδημίας του νέου κοροναϊού, θα μπορούσε να είναι χειρότερη από εκείνη που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Η πανδημία είναι μια ανθρώπινη τραγωδία με δυνητικά βιβλικές διαστάσεις, τονίζει ο Μάριο Ντράγκι σε άρθρο του στους Financial Times, στο οποίο ξεκαθαρίζει ότι είναι αναπόφευκτη μια μεγάλη ύφεση και ζητά άμεση δράση από τις κυβερνήσεις για να αποφύγουμε τη μετατροπή της σε βαθιά ύφεση (depression), που θα προκληθεί από μια πληθώρα πτωχεύσεων.
«Είναι ήδη ξεκάθαρο ότι η απάντηση πρέπει να εμπεριέχει σημαντική αύξηση του δημόσιου χρέουςΗ απώλεια εισοδήματος στον ιδιωτικό τομέα και όποιο χρέος εκδοθεί για να καλύψει το κενό πρέπει εντέλει να απορροφηθεί, εν συνόλο ή εν μέρει, από τον κρατικό ισολογισμό. Τα πολύ υψηλότερα επίπεδα κρατικού χρέους θα γίνουν ένα μόνιμο στοιχείο στις οικονομίες μας και θα συνοδευτούν από ακύρωση ιδιωτικού χρέους», γράφει ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ.
Επιδόματα εργασίας και ανεργίας και η αναστολή πληρωμής φόρων είναι σημαντικά βήματα που ήδη λανσάρισαν πολλές κυβερνήσεις. Η προστασία της απασχόλησης και της παραγωγικής ικανότητας, όμως, σε καιρούς δραματικής πτώσης εισοδήματος, απαιτεί άμεση στήριξη ρευστότητας.
Είναι σημαντικό, συνεχίζει, να καλύπτονται τα λειτουργικά έξοδα όλων των εταιρειών κατά τη διάρκεια της κρίσης, ανεξάρτητα από το εάν είναι μεγάλες ή μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις ή ακόμα και επαγγελματίες. Αρκετές κυβερνήσεις ήδη λανσάρισαν ευπρόσδεκτα μέτρα παροχής ρευστότητας. Χρειάζεται όμως μια πιο συνολική προσέγγιση.
Ο μόνος αποδοτικός τρόπος να φτάσει κάποιος σε κάθε γωνιά της οικονομίας είναι να κινητοποιήσει πλήρως το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος: αγορές ομολόγων, κυρίως για μεγάλες εταιρείες, τραπεζικά συστήματα και σε κάποιες χώρες ακόμα και το ταχυδρομικό σύστημα. Και πρέπει να γίνει άμεσα, αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία. Ειδικότερα οι τράπεζες επεκτείνονται σε όλη την οικονομία και μπορούν να δημιουργήσουν χρήμα άμεσα, επιτρέποντας τις υπεραναλύψεις και ανοίγοντας πιστωτικές γραμμές.
Οι τράπεζες, γράφει ο Ντράγκι, πρέπει γρήγορα να δανείσουν με μηδενικό κόστος τις εταιρείες που προετοιμάζονται να σώσουν θέσεις εργασίας. Καθώς με αυτό τον τρόπο γίνονται όχημα για κρατική πολιτική, το κεφάλαιο που χρειάζονται για να το πράξουν πρέπει να προσφερθεί από τις κυβερνήσεις με τη μορφή εγγυήσεων σε όλες τις υπεραναλήψεις ή τα δάνεια.
Ούτε οι κανονισμοί ούτε οι κανόνες για τις εγγυήσεις πρέπει να μπουν εμπόδιο στη δημιουργία όλου του χώρου που απαιτείται στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Επιπρόσθετα, το κόστος αυτών των εγγυήσεων πρέπει να στηριχθεί στον πιστωτικό κίνδυνο της εταιρείας που τις λαμβάνει, αλλά θα πρέπει να είναι μηδέν για τις χώρες που τις παρέχουν, ανεξάρτητα του κόστους δανεισμού των τελευταίων.
Οι εταιρείες, ωστόσο, δεν θα αντλήσουν ρευστότητα, απλώς επειδή είναι φθηνή. Σε κάποιες περιπτώσεις, για παράδειγμα, εταιρείες που έχουν παραγγελίες προς εκτέλεση, οι απώλειες μπορεί να είναι ανακτήσιμες και θα εξοφλήσουν το χρέος. Σε άλλους κλάδους, πιθανότατα δεν θα γίνει αυτό. Τέτοιες εταιρείες ίσως είναι σε θέση να απορροφήσουν την κρίση για βραχυχρόνιο διάστημα και να αντλήσουν χρέος ώστε να κρατήσουν τους εργαζόμενους. Το συσσωρευμένο χρέος τους, όμως, δημιουργεί τον κίνδυνο βλάβης στην ικανότητά τους να επενδύσουν μετά την κρίση. Και αν η πανδημία και τα περιοριστικά μέτρα κρατήσουν, θα μπορούν να μείνουν ανοικτές μόνο αν το χρέος που ανέλαβαν για να κρατήσουν τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της κρίσης εντέλει ακυρωθεί.
Είτε οι κυβερνήσεις θα αποζημιώσουν τους δανειζόμενους για τα έξοδά τους, είτε αυτοί θα αποτύχουν και θα πληρωθούν οι κρατικές εγγυήσεις. Αν μπορεί να περιοριστεί ο ηθικός κίνδυνος, το πρώτο είναι καλύτερο για την οικονομία, γράφει ο πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ. Ο δεύτερος δρόμος μπορεί να είναι λιγότερο δαπανηρός για τον προϋπολογισμό. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις θα απορροφήσουν ένα μεγάλο μέρος από το εισόδημα που χάθηκε εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων, αν η απασχόληση και η παραγωγική ικανότητα προστατευθούν.
Το δημόσιο χρέος θα πρέπει να αυξηθεί. Αλλά η εναλλακτική -μόνιμη καταστροφή της παραγωγικής ικανότητας και εξ αυτού του λόγου του δημοσιονομικού χώρου- θα είναι πολύ πιο μεγάλο πλήγμα για την οικονομία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με δεδομένα τα σημερινά επιτόκια (και πιθανότατα τα μελλοντικά), αυτή η αύξηση του δημόσιου χρέους δεν προσθέτει στο κόστος εξυπηρέτησης.
Υπό ορισμένες οπτικές, συνεχίζει, η Ευρώπη είναι καλά εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει αυτό το έκτακτο σοκ. Η δομή του τραπεζικού συστήματος επιτρέπει τη διοχέτευση πόρων σε κάθε τμήμα της οικονομίας που τους χρειάζεται. Εχει ισχυρό δημόσιο τομέα που είναι σε θέση να συντονίσει μια γρήγορη πολιτική αντίδραση. Η ταχύτητα είναι απόλυτα ουσιαστική για την αποτελεσματικότητα.
Αντιμετωπίζοντας συνθήκες που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, η αλλαγή νοοτροπίας είναι τόσο απαραίτητη σε αυτή την κρίση, όσο θα ήταν σε περίοδο πολέμου. Το σοκ που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κυκλικό.
Για την απώλεια εισοδήματος δεν φταίει κανείς απ’ όσους υποφέρουν από αυτή. Το κόστος του δισταγμού μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Η μνήμη απ’ όσα υπέφεραν οι Ευρωπαίοι τη δεκαετία του 1920 είναι αρκετή.
Η ταχύτητα με την οποία χειροτερεύουν οι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα (εξαιτίας ενός «λουκέτου» που είναι ταυτόχρονα αναπόφευκτο και επιθυμητό) πρέπει να αντιμετωπιστεί με αντίστοιχη ταχύτητα ανάπτυξης του κυβερνητικού ισολογισμού, κινητοποίησης τραπεζών και, ως Ευρωπαίοι, από τη στήριξη του ενός στον άλλο, στην προσπάθεια να προχωρήσουμε σε αυτό που εντέλει είναι ο κοινός σκοπός.
Αντιμετωπίζοντας συνθήκες που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, η αλλαγή νοοτροπίας είναι τόσο απαραίτητη σε αυτή την κρίση, όσο θα ήταν σε περίοδο πολέμου. Το σοκ που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κυκλικό.
Για την απώλεια εισοδήματος δεν φταίει κανείς απ’ όσους υποφέρουν από αυτή. Το κόστος του δισταγμού μπορεί να είναι μη αναστρέψιμο. Η μνήμη απ’ όσα υπέφεραν οι Ευρωπαίοι τη δεκαετία του 1920 είναι αρκετή.
Η ταχύτητα με την οποία χειροτερεύουν οι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα (εξαιτίας ενός «λουκέτου» που είναι ταυτόχρονα αναπόφευκτο και επιθυμητό) πρέπει να αντιμετωπιστεί με αντίστοιχη ταχύτητα ανάπτυξης του κυβερνητικού ισολογισμού, κινητοποίησης τραπεζών και, ως Ευρωπαίοι, από τη στήριξη του ενός στον άλλο, στην προσπάθεια να προχωρήσουμε σε αυτό που εντέλει είναι ο κοινός σκοπός.
Συμπέρασμα
Διαβάζοντας τα παραπάνω πολύ πιθανό να σας έρχονται μνήμες από όσα διαδραματίζονται για μήνες εν μέσω πανδημίας στην χώρα μας αλλά και διεθνώς. Λέξεις όπως η πανδημία είναι πόλεμος και οι νεκροί πλέον κοντά στα 2.000.000 είναι περισσότεροι σε κάποιες χώρες από αυτούς του παγκόσμιου πολέμου τις ακούμε από αρχηγούς κρατών, από τον πρωθυπουργό μας αρκετό καιρό. Για να φτάσει να γίνει διαγραφή χρέους πρέπει να γίνει δυσθεόρατο. 
Αυτό λοιπόν κτίζεται όλο αυτό το διάστημα της πανδημίας, δίνοντας ψωμί στους συνωμοσιολόγους για την πανδημία και πώς προέκυψε

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια