ΣΚΕΨΕΙΣ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ.

Η προτομή του Βασίλειου Σαχίνη στη Δερβιτσάνη Δερόπολης
 
Του Θαλή Καραγιαννόπουλου*,
δικηγόρου
 
Πριν λίγες μέρες βρέθηκα για πολλοστή φορά στην Βόρειο Ήπειρο, εν μέσω της λεγόμενης πανδημίας, αυτή τη φορά για μια λυπηρή οικογενειακή υποχρέωση.  
 
Από τότε που ξέσπασε το υγειονομικό πρόβλημα, για να επιχειρήσεις ένα ταξείδι προς την γειτονική χώρα, αλλά και για να επανέλθεις στην Ελλάδα απαιτεί – εκτός από τις αναγκαίες προφυλάξεις – ηλεκτρονική συμπλήρωση αιτήσεων, μάλιστα γραμμένων στα αγγλικά, έκτακτα και σημαντικά έξοδα για τεστ, καθώς και προγραμματισμό και ακρίβεια στον χρόνο των μετακινήσεων. Μαζί και να οπλιστείς με περισσή υπομονή. Στην περίπτωσή μας όλ’ αυτά απαιτήθηκαν να γίνουν βιαστικά, μέσα στον πόνο για την πρόωρη απώλεια αγαπημένου προσώπου και συνδυάσθηκαν φυσικά με τις παράλληλες συνεννοήσεις με το γραφείο τελετών και μ’ όλες τις υπόλοιπες αναγκαίες έγνοιες για την τελετή που θα ακολουθούσε. Το απαιτούσε ο σεβασμός στην τήρηση των ταφικών και άλλων νεκρικών εθίμων της περιοχής της Χειμάρρας. 
 
Οι Βορειοηπειρώτες αποδίδουν, ως γνήσιοι Έλληνες, ιδιαίτερο σεβασμό στον νεκρό και κρατούν με ευλάβεια τα νεκρικά έθιμα. Επομένως μαζί με όλες αυτές τις έγνοιες έπρεπε να γίνει συνεννόηση για την διενέργεια του τεστ για τον κορωνοιό, το (αρνητικό) αποτέλεσμα του οποίου θα έπρεπε να έχει εκδοθεί εντός 72 ωρών πριν την επάνοδο στην Ελλάδα. Κοντά σ’ αυτά έπρεπε να συμπληρωθεί και ένα στρυφνό, κακογραμμένο έντυπο της πολιτικής προστασίας (plf) τόσο για τον χρόνο εξόδου όσο και της επανεισόδου στην χώρα, με ακριβή την ημερομηνία επιστροφής. Και τούτο επειδή αυτοί που έχουν την ευθύνη αντιμετωπίσεως της διασποράς του κορωνοιού έχουν προσδιορίσει κλειστό αριθμό 750 ατόμων ανά ημέρα, που δικαιούνται να μπουν στην Ελλάδα, μη λογαριάζοντας έκτακτες περιστάσεις. 
 
Με άλλα λόγια, μολονότι είσαι Έλληνας πολίτης και η μόνη σου κατοικία είναι στην Ελλάδα, σού αρνούνται την είσοδο αν είσαι ο 751ος «τυχερός» της ημέρας. Επαναλαμβάνω, αυτό το έντυπο πρέπει να συμπληρωθεί στα αγγλικά, λες και είμαστε αποικία. Και δεν συγχωρούνται ούτε άγνοια της γλώσσας αυτής, ούτε σφάλματα, έστω κι αν οφείλονται στον κακό σχεδιασμό της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και στην έλλειψη σαφήνειας στις ερωτήσεις και στις απαντήσεις που θα πρέπει να συμπληρώσεις. Ας είναι! Συμπληρώθηκε μες στη φούρια που επικρατούσε την προπερασμένη βδομάδα, με αποτέλεσμα να γίνει ένα λάθος, το οποίο πληρώσαμε οδυνηρά σε λίγες μέρες.  
 
Το ταξείδι από την Αθήνα μέχρι την Κακαβιά διαρκεί περίπου 5 ώρες, με κανονική ταχύτητα, καθώς το οδικό δίκτυο έχει πια κατά πολύ βελτιωθεί. Ωστόσο η διάβαση της Κακαβιάς είναι η μόνη συνοριακή διάβαση προς και από την Αλβανία από τον περασμένο Μάρτη, λόγω υποτίθεται των μέτρων κατά του κορωνοιού. Και μάλιστα κλείνει στις 11 μμ και ανοίγει ξανά στις 7 το πρωί. Αυτό δημιουργεί αφάνταστη ταλαιπωρία σε όσους επιθυμούν να την περάσουν, ενώ έχουν εκφραστεί και υπαινιγμοί για διάφορα τοπικά (Γιαννιώτικα) συμφέροντα, που έχουν επιβάλει το κλείσιμο των υπολοίπων διαβάσεων. Ύστερα από νυχτερινή πορεία, μαζί με τη νεκροφόρα, για να είμαστε πριν τις 7 το πρωί στην Κακαβιά περιμέναμε υπομονετικά να ανοίξει το φυλάκιο.
 
Αφού περάσαμε τα σύνορα με σχετική ευκολία, μολονότι έβρεχε καταρρακτωδώς κι έκανε παγωνιά, ξημερώματα Δευτέρας, σταματήσαμε ύστερα από λίγα χιλιόμετρα στο Γεωργουτσάτι, τελευταίο χωριό της Δρόπολης, στην αριστερή άκρη του κάμπου της. Εκεί, σ’ ένα καφενείο – παντοπωλείο μάς περίμενε ο ομογενής που θα έπαιρνε τα δείγματα για το τεστ. Κατόπιν –υποτίθεται- θα τα έστελνε στα Τίρανα, για τον έλεγχο. Θα παίρναμε τις απαντήσεις κατά την επιστροφή, που υπολογίζαμε να γίνει ύστερα από 24 ώρες (πρωί της Τρίτης). Πληρώσαμε επί τόπου 75 ευρώ ο καθένας. Πάλι καλά. Πριν τρεις μήνες που είχαμε ξαναπεράσει, για ανάλογη δυστυχώς αιτία, το κόστος ήταν 100 ευρώ. Σίγουρα κάποιοι βρήκαν τρόπο για να βγάλουν εύκολο μεροκάματο. Σημειωτέον ότι όλα αυτά αποτελούν απαίτηση του κ. Χαρδαλιά και των εντολέων του. Η Αλβανία δεν απαιτεί τίποτα, ούτε από τους πολίτες της ούτε κι από εμάς.
 
Ανηφόρισα τον απότομο φιδογυριστό δρόμο που διασχίζει τα βουνά, με μόνη προστασία κάτι πέτρινα τοιχία, τα ίδια που συναντώ κάθε φορά που περνώ από το 1996, προφανώς κατασκευασμένα από τον καιρό του Χότζα. Η ταχύτητα των οχημάτων για τα επόμενα ενενήντα χιλιόμετρα μέχρι την Χειμάρρα δεν μπορεί να υπερβεί τα 30 – 50 χιλιόμετρα ανά ώρα.
 
Κατηφορίζοντας τις λοφοσειρές της Μουζίνας αντίκρυσα και πάλι με λύπη μου, μέσα στην καρδιά των ελληνικών χωριών του Βούρκου, να ανεμίζει στην Μπίστριζα η τούρκικη σημαία. Τουρκαλβανική κοινοπραξία εκμεταλλεύεται τα υδροηλεκτρικά έργα, που σημειωτέον κατασκεύασαν αρχικά Έλληνες μηχανικοί στον καιρό του κομμουνισμού. Σημειωτέον ότι μόνο στο Βουλιαράτι είδα ελληνικές σημαίες. Και έξω από το κτίριο του προξενείου μας του Αργυροκάστρου.  
 
Υπάρχει ουσιαστικά ανυπαρξία επενδύσεων από Έλληνες στον χώρο της Βορείου Ηπείρου. Με την εξαίρεση κάποιων ελληνικών ντόπιων επιχειρήσεων, που φυτοζωούν στην περιοχή της Δρόπολης και του Βούρκου και κάποιων ξενοδοχειακών και άλλων τουριστικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Χειμάρρας. Περιττό να ειπωθεί ότι τα κτήματα- φιλέτα, στην παραθαλάσσια ζώνη του Ιονίου τα έχουν από καιρό αρπάξει οι Αλβανοί κρατικοί μαφιόζοι, οι ίδιοι που γίναν ολιγάρχες μετά την πτώση του κομμουνιστικού συστήματος και οι επίγονοι τους. Το ίδιο άλλωστε έγινε στα περισσότερα πρώην κομμουνιστικά κράτη. Μόνο που η αλβανική έκδοση είναι η χειρότερη, καθώς συνοδεύεται από το πατροπαράδοτο πλιάτσικο, με βία και φόνους. Απόνερα κι αυτά του «Νέου Ανθρώπου» που θα διαμόρφωνε ο κομμουνισμός.
 
Αφού έγινε η κηδεία, αργότερα το ίδιο πρωί, το τραπέζι και οι ολοήμερες επισκέψεις της παρηγοριάς που συνηθίζονται τελετουργικά και αυστηρά σ’ όλη την Βόρειο Ήπειρο, ξεκουραστήκαμε το βράδυ της Δευτέρας, προκειμένου νωρίς το πρωί της Τρίτης να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.  
 
Στην Κακαβιά, αφού περιμέναμε επί τέσσερις ολόκληρες ώρες για να εξετασθούν οι επιβάτες είκοσι (20!!!) οχημάτων, αίφνης, ανακαλύπτεται από την υπάλληλο της υπηρεσίας πολιτικής προστασίας ότι έχει γίνει ένα λάθος στην υποβολή του plf (της πλατφόρμας που πρέπει να συμπληρώνεται αποκλειστικά στα αγγλικά). Συγκεκριμένα, έχει συμπληρωθεί και για τα δύο ταξείδια (της Δευτέρας και της Τρίτης η λέξη «departure», δηλαδή αναχώρηση, αντί του ορθού «entry», που έπρεπε να γραφεί για το ταξείδι της επιστροφής, δηλαδή της Τρίτης). Εξηγούμε ότι αυτό έγινε εκ παραδρομής. Πώς θα μπορούσε αλλιώς να εννοηθεί αναχώρηση – έξοδος δύο φορές μέσα σε μια μέρα! Εις μάτην… Ένας αστυνομικός, που μάς λυπήθηκε, μας είπε ότι μόνο με εντολή του προξενείου ή της πρεσβείας μπορούσε ίσως να υπερκερασθεί το εμπόδιο που όρθωνε απέναντί μας ο παραλογισμός. Η στεναχώρια και η αγωνία μας ήταν μεγάλες, αφού είχαμε υποχρεωθεί να αφήσουμε τα παιδιά μας μόνα με κάποιους φίλους.
 
Κάποιος από εμάς απευθύνθηκε στην υφισταμένη του κ. Χαρδαλιά, λέγοντας ότι δεν έχει σπίτι για να μείνει στο αλβανικό έδαφος. Η απάντησή της ήταν: «Ας μην ερχόσασταν». Η εύλογη ανταπάντηση: «Και θα έθαβες εσύ τη μάνα μου»;
 
Αφήνω κατά μέρος την εξώφθαλμη αντισυνταγματικότητα, που απαγορεύει την είσοδο στην χώρα Ελλήνων πολιτών. Αν μάλιστα βρεθείς «θετικός», σού αποκλείουν την είσοδο στην πατρίδα σου επί 15 ημέρες!!! Δεν ξέρω αν όλα αυτά αποτελούν αυθαίρετες κυβερνητικές ρυθμίσεις, έμπνευση γιατρών που βρίσκονται εκτός πραγματικότητας, ή μήπως φιρμάνια του Βερολίνου; Επιδόθηκα σε κάποια απονενοημένα τηλεφωνικά διαβήματα. Τίποτα. Ύστερα επιχειρήσαμε να συμπληρώσουμε την ηλεκτρονική πλατφόρμα για να περάσουμε την επόμενη τουλάχιστον μέρα (Τετάρτη). Είχε όμως κιόλας συμπληρωθεί ο κλειστός αριθμός των 750 «τυχερών». Το καταφέραμε γα την Πέμπτη. Και ήμασταν μάλιστα πολύ τυχεροί, όπως μάθαμε αργότερα. Θα μπορούσαμε να βολοδέρνουμε εκτός Ελλάδος επί ημέρες με τα μικρά μας παιδιά μόνα τους στο σπίτι, για τα καπρίτσια και τις μονομανίες κάποιων…  
 
Προκειμένου να είμαστε κοντά στο προξενείο αποφασίσαμε να μείνουμε σε κάποιο ξενοδοχείο του Αργυροκάστρου. Βρήκαμε εύκολα δωμάτια. Η αλλοτινή πρωτεύουσα της Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου (1914) δεν φαίνεται να διαθέτει πια, δυστυχώς, ελληνόκτητα ξενοδοχεία, ενώ οι Έλληνες κάτοικοί της απέμειναν λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες, μέσα σε πληθυσμό 40.000 ανθρώπων.  
 
Πρωί – πρωί με χιονιά και βροχή στηθήκαμε έξω από την πύλη του προξενείου. Ο Αλβανός φρουρός προεξόφλησε την ικανοποίηση του αιτήματός μας, δεδομένου ότι ερχόμασταν από την Χειμάρρα.  
 
Συναντήσαμε στην πύλη, καθώς ερχόταν, ένα Έλληνα διπλωμάτη. Καλοντυμένος, με την μάσκα του και με ευγένεια που ξεπερνώντας την συγκαταβατικότητα άγγιζε την προσήνεια. Κανένα παράπονο δεν είχα από τον άνθρωπο. Μας έπεισε ότι ήμασταν η τέταρτη περίπτωση που του είχε ζητήσει συνδρομή τις τελευταίες μέρες. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είχε προηγηθεί η τραγική περίπτωση μιας μάνας, που εκλιπαρούσε για να πάει στην Ελλάδα για την κηδεία του γιού της. Τίποτα δεν κατάφερε κι αυτή. Άμα ακούς κάτι τέτοια ανατριχιάζεις, το παίρνεις απόφαση, ευχαριστείς και φεύγεις. Υπέρτατος νόμος είναι ο κ. Χαρδαλιάς και οι χαρτογιακάδες που τον πλαισιώνουν. Διαφορετική, βεβαίως, θα ήταν η αντιμετώπισή μας αν επιστρέφαμε αεροπορικώς από το Ντουμπάι, μα δεν βαριέσαι…  
 
Προκειμένου να μη σπαταλάμε τον χρόνο μας αποκλειστικά στα πλακόστρωτα γραφικά σοκκάκια του Αργυροκάστρου, με τα λιγοστά ανοιχτά καταστήματα, πήρα το αυτοκίνητο κι αποφάσισα να κατευθυνθώ προς τα σύνορα, καθώς εκεί που ήμασταν δεν είχαν σήμα τα τηλέφωνά μας. Σημειώνω ότι τα ελληνικά τηλέφωνα «πιάνουν» στην παράκτια περιοχή, μέχρι τα χωριά της Χειμάρρας 90 και 100 χιλιόμετρα βορείως των συνόρων.  
 
Ενώ οι υπόλοιποι έρχονταν σε τηλεφωνική επαφή με τα παιδιά κι έκαναν άλλες αναγκαίες κλήσεις, εγώ έστριψα το τιμόνι δεξιά και βγήκα από την οδό Κακαβιάς – Αργυροκάστρου. Εκεί, 5 μόλις χιλιόμετρα απ’ τα σύνορα βρίσκεται το χωριό Βουλιαράτι, γνωστό πλέον στο πανελλήνιο από την εν ψυχρώ κρατική εκτέλεση του εθνομάρτυρα Κωνσταντίνου Κατσίφα.  
 
Η βροχή ευτυχώς είχε κόψει κι έτσι επισκέφτηκα με άνεση το νεκροταφείο των Ελλήνων στρατιωτικών του Βορειοηπειρωτικού έπους του 1940. Κατόπιν, συγκινημένος, έκανα κάτι που χρωστούσα εδώ και δυο χρόνια. Προσκύνησα κάτω απ’ το ψιλόβροχο τον τάφο του Ήρωα Κωνσταντίνου και του μίλησα με λόγια που καλύτερα να μείνουν μεταξύ μας… Η παλιά επιβλητική εκκλησία και τα αρχοντικά πέτρινα σπίτια ήταν τα περισσότερα αμπαρωμένα. Ευτυχώς βρήκα έναν νεαρό με το βρέφος του αγκαλιά και μού ‘δειξε τον δρόμο για το καφενείο. Το δημοτικό σχολείο, προς το παρόν τουλάχιστον, φαίνεται να λειτουργεί, απ’ ότι μού είπαν οι χωριανοί που τους ρώτησα.  
 
Οι γέροντες στο καφενείο μάς δέχτηκαν με εκδηλώσεις φιλοξενίας, που συναντάς σε κάθε ελληνικό χωριό. Η ξυλόσομπα έκαιγε στο κέντρο της αίθουσας κι εγώ βγήκα για λίγο στην πλατεία για να καπνίσω πίνοντας την ρακή μου, ενώ οι κυρίες της συντροφιάς έπιναν τον καφέ τους μέσα, στην ζέστη. Οι δέκα περίπου λεβεντόγεροι βγήκαν όλοι μες στο πρωινό κρύο για να μού κάνουν συντροφιά και μιλήσαμε γι’ αρκετή ώρα. Μού έδειχναν τον λόφο όπου δολοφονήθηκε άοπλος ο Κατσίφας. Ήμουνα κάπως διακριτικός στις κουβέντες μου, μη θέλοντας να φέρω κανέναν σε δύσκολη θέση. 
 
Πάντα όταν επισκέπτομαι τα ιερά χώματα της Άνω Ηπείρου, έρχεται από μόνη της η αίσθηση ότι κατά κάποιον τρόπο εκπροσωπώ κι εγώ την Ελλάδα, σε ένα σκλαβωμένο τόπο. Αλλά οι συνομιλητές μου κατακεραύνωναν με παρρησία τις κυβερνήσεις της ΝΔ για την διακοπή των συντάξεων του ΟΓΑ που έπαιρναν ως το 2012-14, διαμαρτύρονταν για το δυσβάσταχτο κόστος των τεστ κορωνοιού, που πρακτικά στοιχίζουν όσο μια μηνιαία σύνταξη αυτών των γερόντων. Σύνταξη που λαμβάνουν βέβαια από το αλβανικό κράτος μονάχα και ανέρχεται μεταξύ 80 και 100 ευρώ τον μήνα. Ήξεραν ότι τα επιδόματα του αθηναικού κράτους προς τους Πακιστανούς, τους Αφγανούς, τους Σομαλούς και λοιπούς «πρόσφυγες» είναι πολλαπλάσια! Αυτοί οι ακρίτες βλέπουν τα σπίτια τους, λίγα χιλιόμετρα από το σύνορο, να ρημάζουν εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης και στον χρόνο, με τα παιδιά μακριά, στην Ελλάδα ή, τελευταία, στα χρόνια της κρίσης και της οικονομικής Κατοχής που ενέσκυψε στην πατρίδα μας, φευγάτα στην Αμερική, στον Καναδά και στην Ευρώπη.  
 
Φύγαμε απ’ το Βουλιαράτι και ύστερα, παίρνοντας πάλι την ευθεία που χωρίζει την Άνω από την Κάτω Δρόπολη, επιστρέφοντας προς το Αργυρόκαστρο έστριψα αριστερά για να επισκεφτώ την Δούβιανη. Την επονομαζόμενη «μικρό Παρίσι», γενέτειρα του Αρχηγού του Μετώπου για την Απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου (ΜΑΒΗ) Βασίλη Σαχίνη και του ήρωα γιατρού Γρηγόρη Λαμποβιτιάδη. Απόλυτη ερημιά, νεκρική ησυχία βασιλεύει αυτόν τον καιρό πάνω στην παλιά πολυτέλεια και στην αρχοντιά της πέτρας και του φωτός που πρέπει κι ελπίζω κάποτε να ξανανθίσουν.  
 
Το καλοκαίρι και στις μεγάλες γιορτές οι χωριανοί επιστρέφουν να συντηρήσουν τα σπίτια τους, αληθινά παλάτια, να δουν του γερόντους, τα μνήματα και ν’ αφεθούν στις ένδοξες αναμνήσεις ενός από τα σπουδαιότερα χωριά της Δρόπολης.
 
Πιο πέρα προς το Αργυρόκαστρο σταμάτησα στο κεφαλοχώρι της Δερβιτσάνης. Ήθελα να δω και ν’ αγγίξω την προτομή του Βασίλη Σαχίνη. Καλαίσθητη και ακριβής ως προς την μορφή του Εθνομάρτυρα, στην είσοδο της μεγαλόπρεπης εκκλησίας. Στ’ αριστερά στέκει η πρόσοψη της ρημαγμένης κατοικίας του δικηγόρου Διαμάντη, που αναγκάστηκε να δραπετεύσει στην Ελλάδα, για ν’ αποφύγει την τύχη του Σαχίνη, του Λαμποβιτιάδη και τόσων άλλων Ελλήνων, που βασανίστηκαν απάνθρωπα και δολοφονήθηκαν άνανδρα από τους εγκληματίες του Χότζα.
 
Ο Σαχίνης, επιχειρηματίας και τραπεζίτης με επιτυχημένη δραστηριότητα στην Κωνσταντινούπολη και σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, επέστρεψε στην γενέτειρα ν’ αγωνιστεί για την ελευθερία της το 1914. Ξανά ήταν πρωτοπόρος στους αγώνες του Σχολικού ζητήματος, κατά τον Μεσοπόλεμο. Κατόπιν, ως αρχηγός του ΜΑΒΗ αποτέλεσε το κεντρικό πρόσωπο της αντίστασης κατά του Άξονα, αναπτύσσοντας δίκτυο πληροφοριών ως τα Τίρανα και το Δυρράχιο, προτού εξοριστεί από τους Ιταλούς. Αυτά την εποχή που ο Χότζα πληρωνόταν ως μυστικός πράκτορας, αρχικά του βασιλιά Ζώγου και αργότερα ξένων (δυτικών) δυνάμεων. Οι δε συνεργάτες του, όψιμοι κομμουνιστές, υπήρξαν μαζί με τους Τσάμηδες της περιοχής, στενοί σύμμαχοι των Γερμανοιταλών. Αντίσταση εναντίον του Άξονα έκανε αποκλειστικά το ΜΑΒΗ και τα ελληνικά τάγματα των Βορειοηπειρωτών, αποσκοπώντας στην ήττα του Άξονα και στην απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και στην ένωσή της με την Ελλάδα.
 
Κάθε γωνιά αυτής της μαρτυρικής περιοχής, από την Κακαβιά και τους Αγίους Σαράντα, το Διβροβούνι μέχρι την Χειμάρρα, την Άρτα του Αυλώνα, την Κορυτσά, την Μοσχόπολη, την Πρεμετή είναι ποτισμένη από αίμα και πόνο. Περιμένει τουλάχιστον την ηθική – ιστορική δικαίωση και την αποκατάσταση της αλήθειας και της εθνικής συνέχειας.  
 
Τελικά, ύστερα από αναμονή τεσσάρων πάλι ωρών, καταφέραμε να μπούμε σε ελληνικό έδαφος, το μεσημέρι της Τρίτης. Κάθε τόσο, περιμένοντας τον έλεγχο, παρακαμπτόμασταν από τους επιβάτες των λεωφορείων του ΚΤΕΛ Ιωαννίνων, που σίγουρα βγήκε ωφελημένο από την εξουδετέρωση του ανταγωνισμού των Βορειοηπειρωτών αυτοκινητιστών. Θα περίμενε κανείς ειδικά από τους παράγοντες των Ιωαννίνων, πολιτικούς και επιχειρηματικούς κάποια μεγαλύτερη ευαισθησία. Μα φοβάμαι αυτή τους τελείωσε από την δεκαετία του εξήντα. Αντιμετωπίζουν συνήθως τους Βορειοηπειρώτες ως Αλβανούς ή έστω ως ημιέλληνες. Κι ας ζουν λίγα χιλιόμετρα έξω από τον νομό τους, Έλληνες όπως και οι ίδιοι και μάλιστα δοκιμασμένοι μέσα από μαρτύρια και τυραννία.  
 
Έχω την ελπίδα, ασχολούμενος καθημερινά με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα εδώ και τρεις δεκαετίες, ότι η σημερινή καταχνιά και ο μαρασμός θα περάσουν. Δύο εκδηλώσεις που διοργανώσαμε τα δυό τελευταία χρόνια, μια παρουσίαση βιβλίου και ένα προσυνέδριο είχαν συμμετοχή εκατοντάδων ομογενών. Προχωρώ την σκέψη μου ακόμα παραπέρα. Οι Βορειοηπειρώτες που μένουν ή σχετίζονται σήμερα με τον ελλαδικό χώρο είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Μαζί με τις εξ αγχιστείας οικογένειές τους, τους υπαλλήλους των επιχειρήσεών τους, τους φίλους και τους γνωστούς που επηρεάζουν, αποτελούν σημαντικό ποσοστό του εκλογικού σώματος. Αν το κατανοήσουν και πάψουν να σύρονται πίσω από πολιτικά κόμματα και πρόσωπα που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη και τα συμφέροντά τους, μπορούν να πετύχουν πολλά.
 
Όσο για τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, που συναισθάνονται πόσο σημαντικό είναι να κατοικούνται οι περιοχές κοντά στα σύνορά μας από συμπαγή και δραστήριο ελληνικό πληθυσμό, οφείλουν να στηρίξουν την υπόθεση αυτή. Έστω ταξιδεύοντας και επισκεπτόμενοι την Βόρειο Ήπειρο. Κάθε ελληνική παρουσία δίνει κουράγιο και ελπίδα. 
 
Οφείλουμε με κάθε τρόπο να ενισχύουμε όσους δυσαρεστούνται από τον εναγκαλισμό της Τουρκίας προς το γειτονικό κράτος. Και αυτά τα αισθήματα συμμερίζεται μεγάλο μέρος των Αλβανών που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά τους στην Ελλάδα.  
 
Σε πείσμα της απόγνωσης που αποπνέει η σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, η αμετανόητη αισιοδοξία μου με κάνει να παρομοιάζω τον επίμονο ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου σαν ένα πεπιεσμένο ελατήριο. Η πίεση που τού έχουν επιβάλει δεκαετίες τώρα ο ανθελληνικός ολοκληρωτισμός, η δημογραφική αποψίλωση, ο ασταμάτητος και επιτεινόμενος εποικισμός, η αρπαγή των περιουσιών ιδιωτικών, κοινοτικών και εκκλησιαστικών και η συστηματική επιχείρηση αφελληνισμού μεγάλων ομάδων του (δίγλωσσων βλαχόφωνων και αρβανιτόφωνων) έχουν φέρει την κατάσταση στα όριά της. 
 
Πιστεύω ωστόσο ότι παραμένει ιδιαίτερα δυναμικό και πατριωτικό στοιχείο, δεμένο με ευλάβεια με τον τόπο του, διατηρεί την συνοχή του και όσο περιορίζεται και πιέζεται θα βρει τρόπο να αντιδράσει. Η αντίδραση και η ενεργητικότητα, αποδυναμωμένο όπως έχει αφεθεί στην τύχη του και στο έλεος της αρπακτικότητας των γειτόνων, προς το παρόν δεν μπορούν να εκδηλωθούν στις γενέτειρες. Ίσως θα πρέπει να εκδηλωθεί εντός της Ελλάδος, στην Αμερική και όπου αλλού υπάρχουν συμπαγείς κοινότητες, που μπορούν ελεύθερα να αξιοποιήσουν τις μεγάλες δυνατότητές του. Τότε θα αποκτήσει λόγο και ισχυρή πολιτική παρέμβαση. Η επωφελής και αποτελεσματική οργάνωση των Βορειοηπειρωτών στην Ελλάδα εμποδίστηκε και εμποδίζεται ακόμα από κάποιες πλευρές που επιζητούν την διαιώνιση της χειραγώγησής του. Όταν αυτά ξεπεραστούν – και τώρα είναι καιρός πια γι’ αυτό – θα καταστεί δυνατός ο αποτελεσματικός αγώνας κατά των δυσμενών διακρίσεων στο ασφαλιστικό, στο συνταξιοδοτικό και σε όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό στους τόπους καταγωγής και διαμονής.
 
Τελειώνοντας θα σημειώσω τα εξής: Η εμπειρία τριών δεκαετιών απέδειξε ότι οι Βορειοηπειρώτες (πλην των ολίγων ισόβιων επαγγελματιών) δεν έχουν να περιμένουν πολλά από την Αθήνα. Οι Έλληνες πολιτικοί, στην συντριπτική τους πλειονότητα, κινητοποιούνται μόνον αν πεισθούν ότι το αίσθημα κάποιας κατηγορίας πολιτών έχει αντίκτυπο στις πιθανότητες επανεκλογής τους. Το τραγικότερο ίσως λάθος των πολιτών, ιδίως όσων αγαπούν την πατρίδα, είναι ότι πλανώνται ότι και οι πολιτικοί συμμερίζονται τον πατριωτισμό τους.
 
Αλλά ας αναλογιστούμε πώς στ’ αλήθεια αναδεικνύονται σήμερα οι πολιτικοί στην χώρα μας; Από νεποτιστικές ή ανίερες προσωπικές σχέσεις εξαρτήσεως με άλλους πολιτικούς μεγαλοπαράγοντες, τις λίγες οικογένειες που μονοπωλούν την εξουσία εδώ και δεκαετίες, και από κάποιους «επιχειρηματίες» που μονοπωλούν ουσιαστικά την «ενημέρωση». Και βέβαια υπάρχουν και οι εκλεκτοί πρεσβειών. 
 
Εναπόκειται λοιπόν σ’ εμάς τους πολίτες να νοιαστούμε για τα εθνικά θέματα, που όταν δεν υπονομεύονται εκ των έσω, πελαγοδρομούν στον αυτόματο πιλότο. Στο μέρος που αφορά το πονεμένο Βορειοηπειρωτικό ζήτημα η ελάχιστη υποχρέωσή μας είναι να επισκεπτόμαστε τα μέρη αυτά, τα ποτισμένα από το αίμα των πατέρων και των παππούδων μας. Τα ποτισμένα από το αίμα και τα βάσανα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, που έζησαν και πέθαναν σ’ αυτά με την ελπίδα της Λευτεριάς. Να δούμε τόπους, μνημεία, ερείπια, να συνομιλήσουμε με ανθρώπους. Να συνειδητοποιήσουμε ότι όλοι μαζί έχουμε υποχρέωση προς το έθνος μας, δίχως να περιμένουμε από αλλού. Θα είναι ένα ταξείδι αυτογνωσίας, εκπλήρωση ηθικής υποχρέωσης. Στο κάτω – κάτω θα είναι μια ανταπόδοση τόσων ευεργεσιών προς την Ελλάδα και κυρίως την Αθήνα κάποιων φλογερών πατριωτών, που τα αρχοντικά τους ρημάζουν και χορταριάζουν, όταν δεν οικειοποιούνται από τους Αλβανούς, μαζί με την συνείδηση των παλιών ιδιοκτητών τους. Η άλλη μας υποχρέωση είναι να βουλώνουμε το στόμα κάθε αγράμματου, κομπλεξικού ή ιδεοληπτικού, που αποκαλεί αυτούς τους γνήσιους Έλληνες «Αλβανούς» ή «νοτιοαλβανούς».  
 
Αλλά αυτά απαιτούν όρθια και δυνατή παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος. Της Αθήνας, που αντιμετωπίζει το Βορειοηπειρωτικό, όπως και το Κυπριακό σαν ενοχλητική εκκρεμότητα, που κατά καιρούς της δημιουργεί μπελάδες. Στο κομμάτι ειδικά που αφορά την ομογένεια της Βορείου Ηπείρου δεν μας φταίνε πρωτίστως οι Αλβανοί, αλλά η ανεξήγητη, εγκληματική αδιαφορία της Αθήνας. Αν παλιότερα, λόγω των ξένων εξαρτήσεων και των συμπλεγμάτων της κυρίαρχης ελίτ αφέθηκε στην τύχη της, σήμερα στο όνομα της πολυπολιτισμικότητας και της κατεδάφισης των αξιών μας κανείς δεν ομιλεί γι’ αυτήν. Ίσως επειδή με την επιδοτούμενη μουσουλμανική λαθρομετανάστευση το κράτος «μας» έχει βρει την πανάκεια για το δημογραφικό πρόβλημα, όπως έχει επιβεβαιωθεί πανηγυρικά από το στόμα του πρωθυπουργού και της προέδρου της δημοκρατίας.  
 
Θα επιμείνουμε ν’ ασχολούμαστε και να υπηρετούμε με γραπτά και με έργα και με κάθε δυνατό τρόπο αυτήν την υπόθεση, που την θεωρούμε ιερή και απαράγραπτη. Στοιχειώδες αίσθημα εθνικής αυτοσυντήρησης, πέρα από τ’ άλλα, μάς το επιβάλλει. Πρώτο βήμα να νικηθούν ο φόβος και η αδιαφορία, που δυστυχώς κρατούν τα στόματα κλειστά και παρεξηγούνται κάποιες φορές σαν συνενοχή ή έλλειψη συνείδησης. Δεν κρίνω κανέναν επειδή οι καταστάσεις είναι δύσκολες και οι ισορροπίες κάποιες φορές αναγκαίες. Πιο αναγκαία ωστόσο είναι η δράση.  
 
*Ο συντάκτης είναι συγγραφέας του βιβλίου Το Αντιστασιακό Κίνημα των Βορειοηπειρωτών, 1941 – 1945. Εκδόσεις Eurobooks, Αθήνα, 2018
 
 
ΣΧΟΛΙΟ
 
Ακόμα και σε ένα απλό οδοιπορικό στην Βόρειο Ηπειρο μπορείς να αντιληφθείς εύκολα την προδοσία που έχει συντελεσθεί από το αισχρό κι ανθελληνικό κράτος. Το υποτελές στους ξένους, το υπόδουλο και ξενομανές... (ακόμα και η φόρμα που έχουν φτιάξει για τον κορωνοϊό είναι στα αγγλικά, ενώ απευθύνεται σε Ελληνες κυρίως...) 
Να δούμε πότε επιτέλους θα βρεθεί μια ελληνική πατριωτική κυβέρνηση που όλα αυτά τα κακώς κείμενα θα τα ξεκαθαρίσει και θα οδηγήσει τις σχέσεις μας με όλους αυτούς τους κακούς μισέλληνες γείτονες εκεί που πρέπει....

από koukfamily.blogspot.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια