Τράπεζες: «Στο σφυρί» τα POS- Από πηγή κερδών… «βαρίδι» σε λίγα χρόνια


Εδώ και πολλά χρόνια οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιδοθεί σε ένα συνεχές «ράλι» πώλησης θυγατρικών εταιρειών ή ακόμα και προϊόντων ή υπηρεσιών πού, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελούσαν «αμιγώς τραπεζικές δραστηριότητες», τις ασκούσαν για χρόνια, αποκομίζοντας μάλιστα σημαντικά έσοδα.

Από: Το Ποντίκι - Γιώργος Καλούμενος

Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων πωλήσεων αποτελούν τα, εκτεταμένα σε πολλές περιπτώσεις, δίκτυα θυγατρικών τραπεζών που είχαν αναπτύξει, οι εγχώριοι όμιλοι στα Βαλκάνια, οι ασφαλιστικές, ακόμα και οι χρηματιστηριακές εταιρείες τους που λειτουργούσαν μάλιστα και ως σύμβουλοι επενδύσεων για τους πελάτες τους.

Στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή της απεξάρτησης τους από «δευτερεύουσες» εργασίες, οι τραπεζικοί όμιλοι, αποφάσισαν να πουλήσουν και μία σχετικά «φρέσκια» δραστηριότητα που παρά την καθαρά «χρηματοπιστωτική» της φύση, η τεχνολογική της πολυπλοκότητα και η εξειδικευμένη γνώση που απαιτεί η συνεχής εξέλιξη της τη μετέτρεψε πολύ γρήγορα σε «βαρίδι» από κερδοφόρα επιχείρηση.

Πρόκειται για τα περιβόητα «POS» που πριν μερικά χρόνια μπήκαν στη ζωή μας, και με τα οποία μπορούμε με τη χρήση κάρτας, χρεωστικής και πιστωτικής, να κάνουμε απευθείας αγορές στα καταστήματα αντί να «τρέχουμε» για μετρητά στο ATM.

Οι τράπεζες με πρώτη την Πειραιώς αποφάσισαν να τα πουλήσουν, μαζί φυσικά με τις συνοδευόμενες υπηρεσίες αποδοχής και εκκαθάρισης συναλλαγών με στόχο να βγάλουν συνολικά, το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, των 1,2 δις ευρώ.

Αυτό αναφέρουν πληροφορίες από την τραπεζική αγορά, μετά το πρώτο βήμα που έκανε η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία πούλησε τις αντίστοιχες υπηρεσίες της στη Euronet και θα κερδίσει περί τα 300 εκατομμύρια ευρώ.

Πριν από το καλοκαίρι θα ακολουθήσει, σύμφωνα με πληροφορίες η Eurobank και θα πάρουν τη σκυτάλη στη συνέχεια η AlphaBank και η Εθνική Τράπεζα.

Συνολικά έσοδα 1,2 δισ ευρώ

Έτσι, συνολικά, οι πωλήσεις των υπηρεσιών POS, θα αποφέρουν στις τέσσερις συστημικές τράπεζες περίπου 1,2 δις. ευρώ, σύμφωνα με τα αντίστοιχα μερίδια που διαθέτουν στην αγορά και από το γεγονός ότι τα δίκτυα των εμπόρων που ουσιαστικά πωλούν οι τράπεζες, αγοράζονται σήμερα ακριβά.

Εκτός όμως από το χρηματικό ποσό που θα εισπράξουν οι τράπεζες, η συγκεκριμένη κίνηση θα τις απαλλάξει από το ιδιαίτερα δαπανηρό κόστος των συνεχών τεχνολογικών αναβαθμίσεων που απαιτούν τα εν λόγω συστήματα, ενώ ταυτόχρονα, απελευθερώνονται σημαντικοί ανθρώπινοι και κεφαλαιουχικοί πόροι που θα διατεθούν σε περισσότερο κερδοφόρες εργασίες.

Εξάλλου οι τράπεζες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως είναι πλέον δεδομένο ότι δεν μπορούν στον τομέα αυτό να αναμετρηθούν με τις συνεχείς επενδύσεις στην τεχνολογία και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό που αναπτύσσουν οι διεθνείς εξειδικευμένες εταιρίες των συστημάτων πληρωμών.

Μάλιστα η συνεχής συγκέντρωση των εταιριών καρτών σε διεθνές επίπεδο έχει συμπιέσει σε τέτοιο βαθμό τα κέρδη από τις προμήθειες των ηλεκτρονικών συναλλαγών που το να συντηρεί μία τράπεζα in-house τμήμα για αυτή τη δραστηριότητα δεν έχει ιδιαίτερο νόημα.

Για αυτό το λόγο η κυρίαρχη τάση σήμερα είναι να συγκεντρώνεται όλη η δύναμη της αγοράς εκκαθάρισης και συσκευών ΡΟS σε λίγους παγκόσμιους παίκτες ώστε από τον τεράστιο τζίρο που δημιουργείται, και παρά τα συνεχώς μειούμενα περιθώρια, να προκύπτουν ικανοποιητικά κέρδη

Πόσα POS διαθέτει η ελληνική αγορά

Στην Ελλάδα φέρεται να λειτουργούν περίπου 730.000 τερματικά, ενώ, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), ο συνολικός αριθμός των καρτών πληρωμών σε κυκλοφορία παρουσίασε μικρή αύξηση το α’ εξάμηνο 2020 κατά 189.000 (+1%) σε σχέση με το β’ εξάμηνο 2019 και ανήλθε σε 18,2 εκατ. κάρτες.

Η αύξηση προέρχεται κυρίως από την έκδοση νέων πιστωτικών καρτών κατά 133.000 κάρτες (+5%), ενώ οι χρεωστικές κάρτες παραμένουν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο, καθώς εκδόθηκαν επιπλέον 56.000 κάρτες (+0,3%) συγκριτικά με το β’ εξάμηνο 2019.

Όσον αφορά στον όγκο των συναλλαγών με κάρτες πληρωμών, αυτός διαμορφώθηκε σε 531,9 εκατομμύρια, ενώ η αναλογούσα αξία διαμορφώθηκε στα 30,5 δισ. ευρώ. Οι χρεωστικές κάρτες συνεχίζουν να αποτελούν το κύριο υποκατάστατο των μετρητών, με τον μέσο αριθμό συναλλαγών ανά χρεωστική κάρτα να ανέρχεται σε 31 συναλλαγές όπως και το προηγούμενο εξάμηνο, ενώ ο μέσος αριθμός συναλλαγών ανά πιστωτική κάρτα μειώθηκε στις 21 συναλλαγές για τρίτο διαδοχικό εξάμηνο.


από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια