Το φάντασμα του πληθωρισμού


Εάν πράγματι επαληθευθεί το σενάριο του πληθωρισμού, οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι θα είναι οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας – γεγονός που σημαίνει πως είναι έγκλημα να ξεπουλιέται σήμερα στην Ελλάδα η δημόσια περιουσία, καθώς επίσης να κατάσχεται και να πλειστηριάζεται η ιδιωτική. Στα πλαίσια αυτά, η κυβέρνηση πρέπει να σταματήσει αμέσως το ξεπούλημα που προωθεί την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της χώρας – καθώς επίσης να επενδύει παραγωγικά τα χρήματα που δανείζεται, παύοντας την αλόγιστη σπατάλη για καταναλωτικούς σκοπούς που αυξάνει συνεχώς το δημόσιο χρέος. Μπορεί βέβαια να μειωθεί μελλοντικά το πραγματικό χρέος λόγω του πληθωρισμού, αλλά θα είναι δώρο άδωρο εάν αυξηθεί το κόστος εξυπηρέτησης του, λόγω της ανόδου των επιτοκίων – ειδικά για μία χώρα όπως η Ελλάδα, με δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της τάξης του 205%, με δανεισμό άνω του 227% του ΑΕΠ και με εξωτερικό χρέος σχεδόν 500 δις $. Απαιτείται λοιπόν μία συνετή διαχείριση των οικονομικών της Ελλάδας εκ μέρους της κυβέρνησης – να ενδιαφερθεί δηλαδή για το μέλλον της χώρας και των επομένων γενεών, αντί για την παραμονή της στην εξουσία εις βάρος της πλειοψηφίας των Ελλήνων
.

Από: analyst.gr - Βασίλης Βιλιάρδος

Ανάλυση

Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία λειτουργεί με εξαντλημένο πάνω από το 90% της παραγωγικής της δυναμικότητας – παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν στις αλυσίδες προμήθειας της με πρώτες ύλες. Εύλογα θα έλεγε κανείς, λόγω των τεράστιων πακέτων στήριξης της οικονομίας από τα κράτη και από τις κεντρικές τους τράπεζες – λόγω των οποίων έχουν αυξηθεί οι καταθέσεις και η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού. Αντίθετα η Ελλάδα, στην οποία έχει καταστραφεί εντελώς ο παραγωγικός της μηχανισμός από τα συνεχή μνημόνια, περιμένει να επιβιώσει από τον τουρισμό – έχοντας ανοίξει τα ξενοδοχεία και την εστίαση, παρά το ότι τα κρούσματα, οι θάνατοι και η πληρότητα των ελαχίστων συγκριτικά ΜΕΘ που διαθέτει, είναι σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από αυτά που οδήγησαν την κυβέρνηση στο κλείσιμο τους.

Την ίδια στιγμή στις Η.Π.Α. έχουν κάνει την εμφάνιση τους τα πρώτα δείγματα του πληθωρισμού – επίσης εύλογα, αφού εκτός από τα προηγούμενα μέτρα που έχουν ληφθεί, η κυβέρνηση Biden δρομολόγησε ένα πακέτο στήριξης των νοικοκυριών ύψους 1,9 τρις $ που ενδεχομένως θα αυξηθεί στα 2,2 τρις $, καθώς επίσης ένα άλλο για την κατασκευή υποδομών της τάξης των 2 τρις $ (ανάλυση). Βέβαια ο πληθωρισμός υπήρχε στις τιμές των παγίων περιουσιακών στοιχείων (μετοχές, ακίνητα κλπ.), αφού εκεί είχαν κατευθυνθεί πρώτα τα χρήματα των κεντρικών τραπεζών – όπου όμως, αφενός μεν έχουν δημιουργηθεί τεράστιες φούσκες, οπότε είναι πλέον προσεκτικοί οι επενδυτές, αφετέρου τα νέα τουλάχιστον δημοσιονομικά μέτρα δύσκολα θα ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Εκτός αυτού είχε επιβραδυνθεί λόγω της μείωσης της κυκλοφοριακής ταχύτητας των χρημάτων (ανάλυση) – η οποία όμως αυξάνεται όταν υπάρξουν πληθωριστικοί φόβοι, ανατροφοδοτώντας τον.

Στα πλαίσια αυτά, αναφέρεται σωστά πως ο πληθωρισμός εμφανίζεται σταδιακά – αν και είναι σημαντικός ο τρόπος μέτρησης του, όσον αφορά τα προϊόντα που λαμβάνονται υπ’ όψιν. Για παράδειγμα, εάν συμπεριλαμβάνονται ή όχι τα ενοίκια – όπως στη Γερμανία που το απαίτησε ο Σόιμπλε, διαπιστώνοντας πως η άνοδος των τιμών των ακινήτων ως πάγιο περιουσιακό στοιχείο ήταν τεράστια, μειώνοντας ως εκ τούτου πληθωριστικά την αγοραστική αξία των εισοδημάτων.

Η εμφάνιση τώρα του πληθωρισμού γίνεται σε τρία βασικά στάδια – όπου στο πρώτο αυξάνονται οι τιμές των πρώτων υλών, στο δεύτερο οι τιμές παραγωγού και στο τρίτο οι λιανικές τιμές. Η τελευταία άνοδος δε, αυτή των λιανικών τιμών, θέτει σε λειτουργία το φαύλο κύκλο τιμών-μισθών που ανατροφοδοτεί συνεχώς τις πληθωριστικές πιέσεις.

Εξέλιξη τιμών των εμπορευμάτων

Περαιτέρω, όταν οι παραγωγοί πληρώνουν υψηλότερες τιμές για τα ακατέργαστα αγαθά και πρώτες ύλες που χρησιμοποιούν για την κατασκευή/παραγωγή τελικών προϊόντων για ένα μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, σταθερά δηλαδή για πάνω από έξι μήνες, τότε αναγκάζονται να αυξήσουν τις τιμές τους – αφού διαφορετικά συρρικνώνονται τα κέρδη τους και απειλούνται με ζημίες. Ως εκ τούτου, με δεδομένη την άνοδο των τιμών διαφόρων πρώτων υλών, όπως ο χαλκός, η ξυλεία κοκ., σε ορισμένες περιπτώσεις σε τριψήφια ποσοστά (γράφημα), ο πληθωρισμός έχει περάσει ήδη το πρώτο στάδιο – ενώ έχει εισέλθει στο δεύτερο τουλάχιστον στις Η.Π.Α., αφού σύμφωνα με το επιχειρηματικό βαρόμετρο του Σικάγο οι τιμές παραγωγού έχουν φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 41 ετών.

Εξέλιξη των επιτοκίων των Η.Π.Α.

Με απλά λόγια, το τελευταίο έτος που οι παραγωγοί αναγκάσθηκαν να χρεώσουν αυτές τις τιμές ήταν στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1980 – κατά τη διάρκεια δηλαδή της πληθωριστικής καταιγίδας που είχε «γονατίσει» το δολάριο, ενώ είχε υποχρεώσει τη Fed να αυξήσει τα επιτόκια πάνω από το 15% (γράφημα). Οι τιμές λιανικής βέβαια δεν αυξάνονται αμέσως, σήμερα ειδικά λόγω της μειωμένης ζήτησης εξαιτίας των κλειδωμάτων των οικονομικών, αλλά αργά ή γρήγορα οι επιχειρήσεις υποχρεώνονται να το κάνουν – κάτι που ευρίσκεται ήδη στο ξεκίνημα του, σύμφωνα τουλάχιστον με τους Financial Times.

Εν προκειμένω, αναφέρεται πως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις καταναλωτικών αγαθών, όπως η Nestle, η Procter & Gamble και η Unilever, σχεδιάζουν την αύξηση των τιμών τους – λόγω της ανόδου των τιμών των εμπορευμάτων, καθώς επίσης του κόστους μεταφοράς και συσκευασίας. Το ίδιο συμβαίνει με πολλές άλλες, όπως με την Coca Cola, με την Costco και με την Kimberly Clark – η οποία αύξησε ήδη τις τιμές στο χαρτί υγείας και στις πάνες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά.

Βέβαια, το «εργαλείο» δεν είναι μόνο η αύξηση των τιμών πώλησης αλλά, επίσης, η μείωση του περιεχομένου – όπως στην περίπτωση της Costco που «έκρυψε» μία αύξηση 14%, μέσω της μείωσης του περιεχομένου των προϊόντων που πουλάει. Για παράδειγμα, αντί σε μία συσκευασία 500 γραμμαρίων να αυξήσει κανείς την τιμή κατά 10%, τη μειώνει στα 450 γραμμάρια διατηρώντας την ίδια τιμή – έτσι ώστε να μην το αντιληφθεί άμεσα ο καταναλωτής.

Το μεγάλο ερώτημα τώρα που τίθεται, είναι τι θα κάνει η Fed στις Η.Π.Α. για να αντιμετωπίσει την προβλεπόμενη πληθωριστική καταιγίδα, προτού οι τιμές ξεφύγουν από τον έλεγχο της – όπου ναι μεν έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει άμεσα αυξάνοντας τα επιτόκια ή/και μειώνοντας τη ρευστότητα, αλλά πρέπει να λάβει υπ’ όψιν αφενός μεν το τεράστιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος των Η.Π.Α., για την καταπολέμηση των οποίων είναι θετικός ο πληθωρισμός, αφετέρου τις φούσκες στα χρηματιστήρια, οι οποίες συνήθως σπάζουν μετά την άνοδο των επιτοκίων. Εκτός αυτού, η άνοδος των επιτοκίων θα μείωνε το ρυθμό ανάπτυξης, σε μία εποχή που η χώρα είναι βυθισμένη στην ύφεση, λόγω των κλειδωμάτων – ενώ θα λειτουργούσε επί πλέον ανατιμητικά ως προς το δολάριο, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στις αναπτυσσόμενες χώρες που είναι υπερχρεωμένες σε δολάρια.

Πρόκειται λοιπόν για μία πολύ δύσκολη εξίσωση που δεν αφορά μόνο την αμερικανική οικονομία και που θα κληθεί σύντομα να επιλύσει η Fed – ενώ ο πληθωρισμός τροφοδοτείται επί πλέον από τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στην Κίνα, αυξάνοντας τις τιμές αντίστοιχα ή/και μειώνοντας τις ποσότητες των εισαγομένων προϊόντων (στενότητα προσφοράς).

Η Ευρώπη και η Ελλάδα

Συνεχίζοντας, ανάλογα προβλήματα θα αντιμετωπίσει και η ΕΚΤ – αφού πολύ σύντομα θα αυξηθεί ο πληθωρισμός στη Γερμανία, ιδίως εάν συνυπολογισθούν όλες οι αυξήσεις των ενοικίων. Πόσο μάλλον μετά την κατάργηση του πλαφόν στο Βερολίνο ως αντισυνταγματική που ενδεχομένως θα υιοθετηθεί και από άλλα κρατίδια – με αποτέλεσμα να απειλούνται με έξωση χιλιάδες ενοικιαστές (πηγή). Η εξίσωση της ΕΚΤ είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολη – αφού οι οικονομίες της Ευρωζώνης είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, ενώ τυχόν άνοδος των επιτοκίων θα προκαλούσε μαζικές χρεοκοπίες κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η Ελλάδα βέβαια, η κυβέρνηση της για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, συνεχίζει να ασχολείται με το δανεισμό της, αδιαφορώντας εντελώς για τις επόμενες γενιές που θα κληθούν να πληρώσουν τα ελλείμματα που συσσωρεύονται (πηγή) – πάνω από 35 δις € το 2020 και το 2021 (ανάλυση). Θεωρεί λοιπόν πως πρέπει να εκμεταλλευθεί το δανεισμό που της παρέχει η ΕΚΤ με το πρόγραμμα ΡΕΡΡ – όπου από το Μάρτιο του 2020 έως τα τέλη του αντίστοιχου μήνα του 2021, η ΕΚΤ έχει αγοράσει ελληνικά ομόλογα ύψους 22 δις €, όταν η Ελλάδα άντλησε 15,5 δις € από την έξοδο της στις αγορές έξι φορές (πηγή). Με απλά λόγια, η ΕΚΤ αγόρασε περί τα 6,5 δις € περισσότερα από αυτά που εξέδωσε η Ελλάδα – οπότε οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης περί της εμπιστοσύνης των αγορών, είναι εντελώς ανόητοι.

Σύμφωνα τώρα με το «κεφαλαιακό κλειδί» της χώρας μας, όπου δικαιούται 37 δις € από το πακέτο (ΡΕΡΡ) των 1,85 τρις € της ΕΚΤ, η ΕΚΤ μπορεί να αγοράσει ακόμη 15 δις € ελληνικά ομόλογα έως τη λήξη του ΡΕΡΡ που έχει οριστεί έως τα τέλη Μαρτίου του 2022 – εάν χρησιμοποιηθεί βέβαια ολόκληρο, αφού η ΕΚΤ ανέφερε πως θα καθορισθεί από την πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης, χωρίς να αποκλείει την αύξηση του σε ένα δυσμενές οικονομικό σενάριο.

Με δεδομένο λοιπόν το τέλος του ΡΕΡΡ στα τέλη Μαρτίου του 2022, καθώς επίσης το ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συμμετέχει στο άλλο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, στο PSPP, αφού δεν έχει επενδυτική βαθμίδα και δεν πρόκειται να την αποκτήσει έως τότε, η κυβέρνηση θέλει να εξαντλήσει το δανεισμό της με ακόμη 15 δις € – με εναλλακτική λύση την ένταξη της στην προληπτική πιστωτική γραμμή πανδημίας του ESM, του γερμανικού ΔΝΤ δηλαδή (ανάλυση), η οποία θα είναι διαθέσιμη έως τα τέλη του 2022. Κάτι τέτοιο είναι όμως συνδεδεμένο με ένα νέο, αυστηρό μνημόνιο – κάτι που δεν είναι εύκολο να «περάσει» πολιτικά η κυβέρνηση.

Μετά τη λήξη του ΡΕΡΡ βέβαια, η ΕΚΤ θα προβεί έως τα τέλη του 2023 σε επανεπενδύσεις των ομολόγων που αγόρασε, όταν καθίστανται ληξιπρόθεσμα – οπότε θα καθυστερήσει η πληρωμή τους, με την κυβέρνηση να ελπίζει πως έως τότε η Ελλάδα θα έχει αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα. Με απλά λόγια, πως θα μπορέσει να προβεί σε εκλογές, χρηματοδοτώντας όλα αυτά τα χρόνια την οικονομία με δανεικά. Θα έχει επί πλέον τη δυνατότητα να δανείζεται περεταίρω, μέσω της εξασφάλισης της επενδυτικής βαθμίδας – με αντάλλαγμα φυσικά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και τους πλειστηριασμούς της ιδιωτικής, οπότε με τελικό αποτέλεσμα την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ελλάδας.

Εν τούτοις, τυχόν αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ ή/και μείωση της ρευστότητας για την αντιμετώπιση τυχόν πληθωρισμού, μπορούν να αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα – όπως επίσης η χαμηλότερη του προσδοκώμενου ρυθμού ανάπτυξης από το 3,5% που προβλέπει για το 2021 (6,2% για το 2022, 4,1% για το 2023 και 4,4% για το 2024, ανάλυση). Προφανώς όμως είναι εν γνώσει της κυβέρνησης, όπως φαίνεται από το ότι βιάζεται να δανεισθεί ακόμη περισσότερα χρήματα – δυστυχώς σπαταλώντας τα σε καταναλωτικά μέτρα, αντί στην παραγωγή και στις επενδύσεις.

Την ίδια στιγμή συνεχίζεται το ξεπούλημα των κόκκινων δανείων των τραπεζών με τα προγράμματα Ηρακλής (ανάλυση), σε ξένα κερδοσκοπικά κεφάλαια – τα οποία, έχοντας ενισχυθεί από το νέο πτωχευτικό νόμο έκτρωμα (διαφορετικά δεν θα αγόραζαν κανένα κόκκινο δάνειο), θα πλειστηριάσουν σε εξευτελιστικές τιμές τα σπίτια και τα δάνεια των Ελλήνων, με τεράστια κέρδη. Ο υφυπουργός οικονομικών φυσικά, προσπαθεί να ωραιοποιήσει την κατάσταση με άρθρα του (πηγή), ισχυριζόμενος πως μειώνονται τα κόκκινα δάνεια – κάτι που ασφαλώς δεν ισχύει, αφού συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ απλά μεταφέρονται στα χέρια άλλων αρπακτικών που στην ουσία στηρίζονται μέσω των Ηρακλής Ι και ΙΙ από τους φορολογουμένους.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, εάν πράγματι επαληθευθεί το σενάριο του πληθωρισμού, οι μεγαλύτεροι ωφελημένοι θα είναι οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας – γεγονός που σημαίνει πως είναι έγκλημα να ξεπουλιέται σήμερα στην Ελλάδα η δημόσια περιουσία, καθώς επίσης να κατάσχεται και να πλειστηριάζεται η ιδιωτική. Στα πλαίσια αυτά, η κυβέρνηση πρέπει να σταματήσει αμέσως το ξεπούλημα που προωθεί την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της χώρας – καθώς επίσης να επενδύει παραγωγικά τα χρήματα που δανείζεται, παύοντας την αλόγιστη σπατάλη για καταναλωτικούς σκοπούς που αυξάνει συνεχώς το δημόσιο χρέος.

Μπορεί βέβαια να μειωθεί μελλοντικά το πραγματικό χρέος λόγω του πληθωρισμού, αλλά θα είναι δώρο άδωρο εάν αυξηθεί το κόστος εξυπηρέτησης του, λόγω της ανόδου των επιτοκίων – ειδικά για μία χώρα όπως η Ελλάδα, με δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ της τάξης του 205%, με δανεισμό άνω του 227% του ΑΕΠ και με εξωτερικό χρέος σχεδόν 500 δις $. Απαιτείται λοιπόν μία συνετή διαχείριση των οικονομικών της Ελλάδας εκ μέρους της κυβέρνησης – να ενδιαφερθεί δηλαδή για το μέλλον της χώρας και των επομένων γενεών, αντί για την παραμονή της στην εξουσία εις βάρος της πλειοψηφίας των Ελλήνων.


από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια