Χρειαζόμαστε «προφήτες της καταστροφής»;


Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου *

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν θεωρείται ο θεμελιωτής της σύγχρονης φυσικής, ο άνθρωπος που έφτασε και ξεπέρασε τη φυσική του Νεύτωνα, καθιστώντας δυνατό τον σημερινό τρόπο ζωής μας, αλλά και τον πυρηνικό πόλεμο. Ο Καρλ Σαγκάν ήταν ένας από τους σημαντικότερους αστρονόμους και αστροφυσικούς του 20ού Αιώνα.

Και οι δύο, όμως, όπως και αρκετοί άλλοι από τους σημαντικότερους επιστήμονες του 20ού αιώνα, θεωρούνται και κάπως «προφήτες της καταστροφής». Ο Αϊνστάιν προειδοποιούσε πολύ έντονα για τον «επικείμενο κίνδυνο πυρηνικού πολέμου». Ο Σαγκάν διατύπωσε τη θεωρία του «πυρηνικού χειμώνα». Άλλων οι προβλέψεις και προειδοποιήσεις ήταν ακόμα πιο απόλυτες και καταστροφικές, μερικοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να θεωρούν βέβαιη την εξάλειψη του ανθρώπου. Καμιά από αυτές τις προβλέψεις και προειδοποιήσεις δεν επαληθεύθηκε, τουλάχιστο μέχρι τώρα. Πρέπει όμως να θεωρήσουμε λάθος το ότι διατυπώθηκαν; Έκανε καλό ή κακό στην ανθρωπότητα η διατύπωσή τους;

Το ερώτημα αυτό διαπραγματεύεται ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στην εγνωσμένου κύρους αμερικανική επιθεώρηση The Bulletin of Atomic Scientists, αναφερόμενο όχι μόνο στον κίνδυνο του πυρηνικού πολέμου, αλλά και στην πληθώρα των απειλών για την ανθρωπότητα που γίνονται όλο και πιο σαφείς τις τελευταίες δεκαετίες, θέτοντας το ερώτημα αν και σήμερα χρειαζόμαστε «προφήτες της καταστροφής». Αν και δεν αναφέρεται στον κορονοϊό, η δημοσίευσή του εν μέσω πανδημίας το καθιστά ακόμα πιο επίκαιρο.

Τι φοβάται η κοινή γνώμη

Πριν από μερικά χρόνια, μια ομάδα Αυστραλών ερευνητών ρώτησε ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία, τον Καναδά και την Αυστραλία πόσο πιθανή θεωρούν μια παγκόσμια καταστροφή. Η πλειοψηφία τους (54%) εκτίμησε ότι η πιθανότητα να τερματιστεί ο τρόπος ζωής μας τα επόμενα 100 χρόνια είναι άνω του 50%. Το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων εκτίμησε ότι η πιθανότητα εξάλειψης του ανθρωπίνου είδους είναι τουλάχιστο 50%. Μια άλλη μελέτη, που εστιάσθηκε μόνο στους κινδύνους από την κλιματική αλλαγή απεκάλυψε ότι τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν ότι η πιθανότητα η κλιματική αλλαγή να οδηγήσει σε εξάλειψη του ανθρωπίνου είδους είναι πάνω από 40%.

Τα ποσοστά αυτά δείχνουν ότι ήδη, ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης, τουλάχιστο στις προαναφερθείσες χώρες, θεωρεί αρκετά πιθανή την εκδοχή μιας «Αποκάλυψης», πιθανώς ήδη στον τρέχοντα αιώνα. Σε άλλες εποχές αυτό θα εθεωρείτο «παλαβομάρα» και «μαζική ψύχωση», όμως στο συμπέρασμα αυτό, μεγάλου και πιθανού κινδύνου έχουν καταλήξει και πολλοί επιστήμονες. Οι υπαρξιακοί κίνδυνοι για την ανθρωπότητα είναι μεγαλύτεροι σήμερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην 300.000 ετών ιστορία της.

Ο λόγος είναι απλός. Από τα πυρηνικά όπλα στα drones -φονιάδες, από το σχεδιασμό παθογόνων στην κλιματική αλλαγή, η ανθρωπότητα έχει και συνεχίζει να αποκτά μεθόδους που μπορούν να οδηγήσουν στην καταστροφή του πολιτισμού ή και την εξάλειψη του ανθρώπου. Ο Λόρδος Martin Rees, παγκόσμιας φήμης Κοσμολόγος στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, εκτιμά ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει μόνο 50% πιθανότητες να επιζήσει, όπως τον ξέρουμε, του τρέχοντος αιώνος. Μια ανεπίσημη έρευνα μεταξύ των ειδικών το 2008 έδωσε μια μέση τιμή εκτιμώμενης πιθανότητας μείζονος καταστροφής εντός του τρέχοντος αιώνος περίπου 20%. (Για όποιον ενδιαφέρεται για το θέμα των απειλών για την ανθρωπότητα, μια πολύ σημαντική και τεκμηριωμένη έκθεση δημοσιεύτηκε το 2018 https://ift.tt/3cQz0zr και προβλέπει μάλιστα και την πιθανότητα παραγωγής ιών σε εργαστήρια, που μπορούν είτε να διαρρεύσουν, είτε να διοχετευθούν σκοπίμως).

Οι τρεις δυνατές στάσεις του κοινού

Αντιμέτωποι με παρόμοιες «αποκαλυπτικές» εκτιμήσεις, οι Αυστραλοί μελετητές διέκριναν τρεις κατηγορίες αντιδράσεων στις οποίες προσφεύγουν οι άνθρωποι. Υπάρχει η θρησκευτική αντίδραση. Όσοι βλέπουν τη ζωή και τον κόσμο υπό το πρίσμα της θρησκείας αντιμετωπίζουν την απειλή καταστροφής ως τμήμα της μεγάλης μάχης μεταξύ Καλού και Κακού. Η δεύτερη αντίδραση είναι η παραίτηση και η στροφή στον εγωισμό και τον ατομικισμό. Η στάση αυτή «ορθολογικοποιείται», με σκέψεις όπως «το μέλλον μοιάζει τόσο άσχημο που πρέπει να επικεντρωθούμε στον εαυτό μας και σε αυτούς που αγαπάμε» ή «πρέπει να ευχαριστηθούμε τη ζωή που έχουμε και να μην ανησυχούμε για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον στον κόσμο» (απόψεις που μοιάζουν ενδεχομένως εύλογες, υιοθετούμενες όμως από τους ανθρώπους συμβάλλουν στο να αυξήσουν την πιθανότητα υλοποίησης των κινδύνων). Η τρίτη στάση οδηγεί σε σκέψεις ότι πρέπει να μεταβάλλουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο και τον τρόπο ζωής μας, ώστε να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τον κόσμο. Τις ονόμασαν φονταμενταλιστική, μηδενιστική και ακτιβιστική στάση αντίστοιχα.

Με δεδομένη την άνευ αμφιβολίας πραγματικότητα των κινδύνων που απειλούν την ανθρωπότητα, ένα βασικό ζήτημα είναι πως πρέπει κανείς να μιλάει για τους κινδύνους, ώστε το αποτέλεσμα να ενισχύει την ακτιβιστική και όχι τις άλλες δύο στάσεις. Ο ψυχολόγος Στίβεν Πίνκερ, στο βιβλίο του «Διαφωτισμός τώρα!» (Εnlightenment Now!), ανησυχεί ότι τα «τύμπανα» που αναγγέλλουν τις καταστροφές θα έχουν τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα γιατί «η ανθρωπότητα έχει έναν πεπερασμένο προϋπολογισμό πόρων, δύναμης μυαλού και άγχους» κι όταν αυτές οι πηγές εξαντληθούν, όταν στερέψει η δύναμη του μυαλού και όταν φτάσει στο σημείο βρασμού του άγχος το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η παράλυση, η στάση: «Η ανθρωπότητα είναι χαμένη» κι αφού είναι χαμένη γιατί να κάνουμε θυσίες για να μειώσουμε κινδύνους; Γιατί να αφήσουμε την άνεση που μας παρέχουν τα ορυκτά καύσιμα, γιατί να κινητοποιούμεθα εναντίον των πυρηνικών όπλων; Ας φάμε, ας πιούμε κι ας είμαστε ευτυχείς γιατί αύριο θα πεθάνουμε».

Η εμπειρία του πρώτου Ψυχρού Πολέμου

Η σημερινή «καταστροφολογία» δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Η ρίψη των δύο ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, το 1945, με συνέπεια την ακαριαία σχεδόν εξαφάνιση αυτών των δύο πόλεων, είχε μια συγκλονιστική επιρροή στην παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά και στους πολιτικούς όλων των χωρών για πολλές δεκαετίες, προκαλώντας και μεγάλες διεθνείς πολιτικές συνέπειες. Μόνο η «περεστρόικα» της ΕΣΣΔ, η υπογραφή ενός ολόκληρου πλέγματος συμφωνιών καταστροφής των πυρηνικών οπλοστασίων και η θεωρηθείσα ως «λήξη» του «ψυχρού πολέμου», την περίοδο 1987-91, δημιούργησαν την εντύπωση ότι ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου παρήλθε οριστικά, μια εντύπωση που ήρθαν βέβαια να ανατρέψουν εκ νέου οι εξελίξεις των τελευταίων ετών.

Ο Πίνκερ χρησιμοποιεί τώρα τις κάπως υπερβολικές ή πολύ κατηγορηματικές δηλώσεις που έκαναν την εποχή εκείνη λαμπροί επιστήμονες όπως οι Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Καρλ Σαγκάν, αλλά και γνωστοί αναλυτές ως επιχείρημα εναντίον της «καταστροφολογίας». Ο πρώτος είχε μιλήσει για «επικείμενο κίνδυνο αυτοκαταστροφής του ανθρώπινου είδους», ο δεύτερος, από τους μεγαλύτερους αστρονόμους και αστροφυσικούς του 20ού αιώνα, επεξεργάστηκε τη θεωρία του «πυρηνικού χειμώνα». Συνάδελφοί του μάλιστα επέκριναν τον Σαγκάν ότι η θεωρία του ήταν υπερβολική και δεν έστεκε. Χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να την επιβεβαιώσουν μεταγενέστερες έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες όχι μόνο ένας παγκόσμιος, αλλά ακόμα και ένας «μικρός» περιφερειακός πυρηνικός πόλεμος, μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια έλλειψη τροφίμων και πείνα λόγω της επίπτωσης στο παγκόσμιο περιβάλλον από τις πυρκαγιές που θα προκληθούν.

Αλλά και πολύ πριν συμβεί αυτό η θεωρία του Σαγκάν, όπως είπε ο τότε σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στον Αμερικανό Πρόεδρο Ρόναλντ Ρήγκαν, επηρέασε βαθιά τη σοβιετική στρατηγική σκέψη και ενίσχυσε αποφασιστικά την προσοχή που απέδωσε στη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Άλλα μεγάλα ονόματα υπήρξαν ακόμα πιο κατηγορηματικοί προβλέποντας με βεβαιότητα την έκρηξη πυρηνικού πολέμου έως το 1970, ή υποστήριξαν το αναπόφευκτο μιας παγκόσμιας στρατηγικής πυρηνικής σύγκρουσης ή ακόμα την απόλυτη βεβαιότητα ότι ο κόσμος θα έχει χαθεί έως το 2000.

Οι προβλέψεις αυτές δημιούργησαν μεγάλο και μαζικό άγχος στους πληθυσμούς τότε, δεν επαληθεύθηκαν όμως. Αν και ουδείς μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσο κοντά φτάσαμε στο ενδεχόμενο να συμβούν αυτά τα πράγματα. Οι ιστορικοί εντόπισαν αρκετές περιπτώσεις που η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ, η Κίνα και οι ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και η Κίνα έφτασαν πολύ κοντά στην πυρηνική καταστροφή, με κορυφαία την κρίση των πυραύλων της Κούβας. Μπορεί κάποιος να τρέχει στην εθνική με 250 χιλιόμετρα και να μην του συμβεί για μεγάλο διάστημα τίποτα, δεν είναι όμως αυτός λόγος να πιστέψουμε ότι δεν διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να σκοτωθεί.

Δεν υπάρχει αμφιβολία εκ των υστέρων για τον υπερβολικό χαρακτήρα τέτοιων προβλέψεων και προειδοποιήσεων, μόνο που αυτό το ξέρουμε μόνο εκ των υστέρων. Και πάλι όμως δεν είναι βέβαιο ότι, ακόμη και έτσι, δεν έπαιξαν σπουδαίο και μάλλον θετικό ρόλο στην εγρήγορση του γενικού πληθυσμού, αλλά και των πολιτικών και στρατιωτικών, εγρήγορση που συνέβαλε στην ειρηνική εκτόνωση κρίσεων που έφτασαν πολύ κοντά στην εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου. Και οδήγησαν επίσης εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο να αναλάβουν δράση εναντίον των πυρηνικών όπλων.

Η τακτική του «εκφοβισμού»

Σήμερα, νέοι ακτιβιστές για το κλίμα, όπως η Greta Thunberg, υιοθετούν την τακτική του φόβου για να ωθήσουν τους ανθρώπους στη δράση. «Οι ενήλικοι συνεχίζουν να λένε ότι χρωστάνε στους νέους να τους δώσουν ελπίδα. Δεν θέλω την ελπίδα σας. Θέλω να πανικοβληθείτε. Θέλω να νοιώσετε τον φόβο που νοιώθω κάθε μέρα. Και μετά θέλω να δράσετε» ήταν το μήνυμα της μικρής Σουηδέζας προς τους ισχυρούς του πλανήτη, στο Νταβός το 2019.

Κατά την αμερικανική επιθεώρηση, μπορεί μια ανάλογη στρατηγική να μην έχει επιλύσει το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, αλλά ενδεχομένως είναι η καλύτερη δυνατή. Ο φόβος μπορεί όντως να είναι παραλυτικός, είναι όμως και «κινητοποιητικός», μπορεί να δημιουργήσει κίνητρο για δράση. Δεν υπάρχει λόγος να ζαχαρώνουμε το «χάπι», γιατί ότι και να κάνουμε θα παραμείνει «θεόπικρο». Είναι βέβαιο ότι η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει τώρα κινδύνους που δεν αντιμετώπισε ποτέ στην ιστορία της.

Όμως, υποστηρίζει η αμερικανική επιθεώρηση, η επικοινωνία, για να έχει θετικό αντίκτυπο, θα πρέπει να τονίζει και δύο άλλα στοιχεία. Πρώτον, η ανθρωπότητα όπως αντιμετωπίζει κινδύνους διαθέτει επίσης και μέσα για να τους αντιμετωπίσει. Δεν υπάρχει, υποστηρίζει, σήμερα, πρόβλημα εν δυνάμει καταστρεπτικό, που να μην έχει τρόπο αντιμετώπισης, εκτός από δύο. Την πιθανότητα «υπερηφαιστειακών εκρήξεων» και τον έλεγχο της τεχνητής νοημοσύνης, που υπερβαίνει ταχύτατα την ανθρώπινη νοημοσύνη. Και επί των δύο αυτών όμως εργάζονται τώρα οι επιστήμονες. Δεύτερον, όλοι οι άνθρωποι έχουν πολλές δυνατότητες να κάνουν κάτι προσωπικά οι ίδιοι, από το να αλλάξουν το δικό τους τρόπο ζωής έως το να πιέσουν με όλους τους δυνατούς τρόπους τις κυβερνήσεις τους να δράσουν.

Το μήνυμα του άρθρου είναι αισιόδοξο, αν και δεν είναι αυτή η έως τώρα εμπειρία μας από τη πανδημία. Ο ιός προκάλεσε όντως μαζικό και έντονο φόβο. Αντί όμως να ενταθεί η πίεση για πολύ πιο σοβαρό έλεγχο της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και για πολύ πιο σοβαρό έλεγχο των εργαστηρίων βιολογικών ερευνών, οδήγησε σε ψυχρούς πολέμους των εμβολίων και των ευθυνών, αλλά και σε μαζική διάδοση παραλογισμών, όχι βέβαια μόνος του αλλά κατάλληλα εκμεταλλευόμενος από ισχυρές δυνάμεις που ήθελαν να σπρώξουν τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο αντήλλαξαν μηνύματα που αμφισβητούσαν πλήρως τον ορθολογισμό και την επιστήμη. Το έκαναν μάλιστα χρησιμοποιώντας έξυπνα κινητά τηλέφωνα, που είναι το εκπληκτικό, αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια, επίτευγμα από την πρακτική εφαρμογή της αφηρημένης επιστημονικής κατάστασης.

Μια τέτοια κατάσταση, σημειωτέον, την προέβλεψε ο ίδιος ο Καρλ Σαγκάν, που έγραψε ότι θα έρθει κάποια στιγμή που η κακή χρήση της επιστήμης θα οδηγήσει στη μαζική άρνησή της. Όσο για τον Γάλλο σιτουασιονιστή φιλόσοφο Γκυ Ντεμπόρ αυτός προέβλεψε ότι θα έρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα τα χάσουν με όσα κυκλοφορούν, δεν θα ξέρουν πια τι είναι αλήθεια και τι ψέμα και θα βρεθούν σε κατάσταση γενικευμένης σύγχυσης.

Βέβαια όπως έλεγαν οι Αρχαίοι ο τρώσας και ιάσεται. Θά ‘ταν λάθος να βγάλουμε οριστικά συμπεράσματα και να προκαταλάβουμε τις αντιδράσεις των ανθρώπων, καθώς μπαίνουμε ορμητικά σε μια νέα, συναρπαστική και τρομακτική ταυτόχρονα, εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, όπου ισχύει όσο ποτέ άλλοτε το ρητό του Ηράκλειτου «τα πάντα ρει». Όχι μόνο ρει, αλλά ρει και πάρα πολύ γρήγορα.

* Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος είναι δημοσιογράφος

** Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τις απόψεις του/της αρθρογράφου ή τα περιεχόμενα του άρθρου.
από STERGIOG

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια