Ἡ Θεοτόκος, ἡ μεγάλη ἐλπίδα τῆς ἀνθρωπότητος.


Ασπάλαθος

Ἡ Θεοτόκος, ἡ μεγάλη ἐλπίδα τῆς ἀνθρωπότητος

Αν είχε κάποιο λόγο αγαπητοί μου να χαρή η ανθρωπότητα, κορυφαία χαρά της θα ήταν η Ενανθρώπισις του Λόγου. Όταν η ανθρωπότητα έφθανε στο σημείο της απώλειας της, κατά τον καιρό του Νώε, που οι πάντες θα κατεστρέφοντο, επειδή τότε είχαν καταφθείρει την γην, όπως λέγει το βιβλίο της Γενέσεως, υπήρχε η ελπίδα να σωθή ο Νώε, ένεκα της αγιότητός του, της δικαιοσύνης του, και δι’ αυτού, του Νώε, να ξανασυσταθεί η ανθρωπότητα. 

Κάτι που πράγματι έτσι και έγινε. Ήδη ο Λάμεχ, ο πατέρας του Νώε, προφητεύει και λέγει… όταν γεννήθηκε το παιδί του, λέγει «οὗτος (ὁ Νῶε δηλ.) διαναπαύση ἡμᾶς ἀπό τῶν ἔργων ἡμῶν καί ἀπό τῶν λυπῶν ἡμῶν, καί ἀπό τῶν λυπῶν τῶν χειρῶν ἡμῶν καί ἀπό τῆς γῆς ἧς κατηράσατο Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν.» Δηλ. «αὐτό τό παιδί θά μᾶς ξεκουράση ἀπό τά ἔργα μας καί από τίς λύπες τῶν χειρῶν μας, πού ἐμεῖς προκαλοῦμε στόν ἑαυτό μας, λύπες ἀπό τήν γῆ αὐτή, τήν ὁποία καταράστηκε ὁ Θεός.» 

Είδατε; Αυτό το παιδί θα μας σώση. Περιττό να σας πω βέβαια ότι όταν έγινε ο κατακλυσμός, ο Λάμεχ είχε πεθάνει. Όλα αυτά όμως υπονοούν τον Άδη. Και υπονοείται ο ερχομός τοου Μεσσίου, ο οποίος θα κατήρχετο εις τον Άδη, να σώση αυτούς που ήσαν εκεί. Βλέπετε, για τον Θεό δεν χάνεται τίποτα. Κι αν το πρότερον σχέδιον, το κατ’ευδοκίαν σχέδιον του Θεού Λόγου ήταν να έλθη στη γη, ανάμεσα στους ανθρώπους, ανεξάρτητα εάν θα αμάρταναν οι άνθρωποι, πώς θα γινόταν όμως αυτό; Αφού η γη ήταν κατεφθαρμένη; Και οι άνθρωποι όλοι ήσαν πονηροί; Πού θα ήρχετο; Πώς θα ήρχετο;

Πρέπει εδώ να σας πω ότι το πρότερον σχέδιον του Θεού ήταν να Ενανθρωπίση, όχι βεβαίως να σταυρωθεί, και να μένη αιωνίως με τους ανθρώπους, που θα ήσαν αιώνιοι, επάνω εις την γην. Αυτό είναι το πρότερον θέλημα του Θεού. Επειδή όμως ανετράπη, γι’ αυτό το λόγο, το βλέπομε αυτό… μεσολαβεί ο θάνατος, μεσολαβούν πολλά, γι’ αυτό βλέπομε αποκατάσταση του ανθρώπου, δηλ. ανάσταση των νεκρών, και έτσι εκείνο που θα ΄ητο στη γη επάνω, χωρίς τον σταυρόν, το βλέπομε τώρα στη Βασιλεία του Θεού. Πάλι ο Χριστός μαζί με τους ήδη αναστημένους ανθρώπους. Αυτό είναι το πρότερον θέλημα του Θεού, το κατ’ ευδοκίαν θέλημα του Θεού.

Όμως τα πράγματα δεν πήγαν έτσι. Μπήκε η αμαρτία, διασώζεται ο Νώε. Γιατί; Για να έλθη η Θεοτόκος Μαρία. Κι’ αυτή θα εγίνετο η καινούρια γη και ο καινούριος άνθρωπος. Για να έλθη στην καινούρια αυτή γη, ο Θεός Λόγος, και να συναναστραφή τους καινούριους ανθρώπους. 

Γι’ αυτό λέμε τον Ακάθιστον Ύμνον: «Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ’αὐτοῦ γενομένοις, (μᾶς έδειξε σέ μᾶς ἐκεῖνα πού ἔκανε καί ἐργάστηκε ἡ ἀγάπη Του καί ἡ ἀγαθότητά Του∙ τί εἶναι;) ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός καί φύλαξας ταύτην ὥσπερ ἦν ἄφθορον∙... κ.λπ.» 

Ποια είναι αυτή η καινούρια κτίσις; Είναι η Θεοτόκος. Γι’ αυτό αποτεινόμενοι προς αυτήν, την Θεοτόκον, εμείς οι άνθρωποι λέμε: «Χαῖρε δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις» (Χαίρε συ δια της οποίας γίνεται καινούρια η κτίσις.) Διότι διεσώθη μεν ο Αδάμ, ξεκίνησε πάλι το ανθρώπινο γένος, πλην όμως πάλι κατέφθειραν την γην. Αληθινά, εκείνη η οποία αποτελεί γην καινούρια, και νεουργείται δι’ αυτής η φύση, είναι η Θεοτόκος. Όμως ακόμη Εκείνη είναι η αληθής γη της Ἐπαγγελίας. Ο Παράδεισος. Ο τόπος που υπεσχέθη ο Θεός εις τον Αβραάμ. Αλλά και ο Παράδεισος απωλέσθη και η γη της Επαγγελίας κι’ αυτή κατεφθάρη. 

Γι’ αυτό και πάλι λέμε: «Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας∙» (καινούρια γῆ ὑποσχέσεως) Xαῖρε ἐξ ἧς ρέει μέλι καί γάλα.» Μέλι και γάλα είναι όλα τ’ αγαθά. Από σένα βγαίνουν όλα τ’ αγαθά. Η παλαιά γη της Επαγγελίας ήταν απλώς τύπος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και πάνω εις αυτήν την γην έρχεται ο Θεός Λόγος, παίρνοντας από την αγιωτάτην Μαρίαν, το ανθρώπινο σχήμα, για να συναναστραφή τους νέους ανθρώπους. Εκείνους που θα τους έκανε η Χάρις του, καινούριους ανθρώπους.

Για την δημιουργίαν της Εύας αγαπητοί μου ο Θεός ούτε ερώτησε, ούτε προειδοποίησε, ούτε έπεισε τον Αδάμ, να του πάρη μια του πλευρά. Απλώς έθεσε σε νάρκωση τον Αδάμ, απ’ όπου αφήρεσε αυτήν την σάρκα και ωκοδόμησε Κύριος πάνω εις αυτήν την πλευράν, την γυναίκα. 

Εδώ όμως το πράγμα αλλάζει. Ερωτάται ως προς την Θεοτόκον, για να δείξη ο Θεός ότι την έχει συνεργάτιδα Του. Δεν έρχεται, θέλει δεν θέλει να Εναθρωπίση τον Θεόν Λόγον. Όπως έκανε εις τον Αδάμ. Αλλά περιμένει το δικό της το «ναί» τον δικό της τον λόγο. Και ο λόγος ο δικός της είναι: «Ἱδού ἡ δούλη Κυρίου∙ γένοιτό μοι κατά το ρῆμα σου.» Να, εγώ είμαι δούλη του Κυρίου, λέγει εις τον αρχάγγελον Γαβριήλ∙ να μου γίνη όπως το λες, όπως το θέλει δηλ. ο Κύριος. Αυτήν την μεγάλη βουλή του Πατρός, που προανήγγειλε ο Ησαΐας, η μεγάλη βουλή, ο μεγάλης βουλής άγγελος, η μεγάλη βουλή του Πατρός, επισφραγίζεται με το «ναί» της Θεοτόκου.

Στην δημιουργία του Αδάμ, συσκέπτονται μόνο τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον...» 

Τώρα όμως δεν γίνεται το ίδιο. Προσλαμβάνεται ακόμη ένα πρόσωπο εις αυτήν την βουλήν της Αγίας Τριάδος. Μαζί με τον Πατέρα, που ευδοκεί, με τον Υιόν, που είναι η Δύναμις του Πατρός, και έρχεται και επισκιάζει την Θεοτόκον με το Πνεύμα το Άγιον που επιδημεί εις την Θεοτόκον, να προστεθή, όπως σας είπα ένα τέταρτο πρόσωπο. Η Θεοτόκος. Και ζητείται από αυτήν το ελεύθερον «ναί» Εκπληκτικό! Ο Άγιος Τριαδικός Θεός, παίρνει συνεργάτιδα την Θεοτόκον, εις τρόπον ώστε, ό,τι θα κάνη παρακάτω ο Θεός, θέλει το «ναί» Εκείνης, ο Θεός Λόγος εφόρεσε σαν ένδυμα τον άνθρωπο, και η Παρθένος έγινε μητέρα του Κτίστου.

Για όλα αυτά χρειάστηκε η αγιότητα της Παρθένου. Με κορυφαίες αρετές την πίστιν και την υπακοήν. Επίστευσε και υπήκουσε. Σε κείνο το οποίο εδέχθη ως μήνυμα του ουρανού. Αν Εκείνη δεν προσέφερε αυτά, την πίστιν και την υπακοήν, τότε αγαπητοί μου, η Ενανθρώπησις θα ήτο αδύνατος.

Τι χάριτας, αλήθεια, οφείλομε εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον!

Η δημιουργία των ανθρώπων επάνω στη γη, θα ήταν η προέκταση της Εκκλησίας, δηλ. της Βασιλείας του Θεού, της Εκκλησίας, που ήδη υπήρχε μεταξύ των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος και μεταξύ του Αγίου Τριαδικού Θεού και των αγίων αγγέλων. Θέλημα του Θεού ήταν, αυτή η Εκκλησία, δηλ. η κοινωνία των προσώπων, να επεκταθή και πάνω εδώ εις την γη. Η αρχή έγινε με τους πρωτοπλάστους. Γι’ αυτό και ο Θεός Λόγος επισκέπτεται τους πρωτοπλάστους, όταν έρχεται για να τους ρωτήση γιατί παρέβησαν την εντολή του, δεν ήτο η πρώτη φορά που ήρχετο ο Θεός Λόγος, να έχη μίαν αισθητήν, το υπογραμμίζω, αισθητήν κοινωνίαν με τους πρωτοπλάστους. 

Όμως οι πρωτόπλαστοι δεν άκουσαν την εντολή του Θεού. Και έσπασε. Έτσι η δημιουργία, της οποίας επιτομή είναι ο άνθρωπος, δεν μπορούσε πια να γίνη η Εκκλησία του Θεού. Κι ενώ επεθύμει ο Θεός Λόγος, κοινωνών με τους ανθρώπους, να έχει αυτην την προέκτασιν της Εκκλησίας – μη σας κάνει εντύπωση- έμεινε απ’ έξω. Πώς σε κάποιον κλείνομε την πόρτα και μένει απ’ έξω; Έμεινε ο Θεός Λόγος χωρίς τόπον. Αν διαβάσετε εις το βιβλίο των Παροιμιών, στο 9ο κεφ., 8ο κεφ. θα δήτε ότι, όταν, λέγη, η Σοφία η Ενυπόστατος δημιουργούσε τον κόσμον, ήτο η επιθυμία της να μένη με τους ανθρώπους. Να όμως που οι άνθρωποι, τον Ενυπόστατον Λόγον τον έβγαλαν έξω. Έμεινε ἀπ’ έξω∙ χωρίς τόπο, χωρίς πατρίδα, χωρίς εστία. Έμεινε ανέστιος, έμεινε άοικος, χωρίς σπίτι.

Η Θεοτόκος τώρα, έρχεται και του ετοιμάζει οίκον, του Θεού Λόγου. Το βιβλίο των Παροιμιών μας λέγει στο 9ο Κεφ., η Σοφία η Ενυπόστατος πάντοτε, είναι ο μετέπειτα Ιησούς Χριστός, ωκοδόμησεν εαυτή οίκον. 

Και ποιός είναι αυτός ο οίκος; Είναι η Θεοτόκος. Μάλιστα, σκεφθήτε, ότι αυτό σαν παλαιοδιαθηκικόν ανάγνωσμα, πάντα το διαβάζομε στι Θεομητορικές εορτές, στον Εσπερινό. Η Σοφία, λέγει, οικοδόμησε για τον εαυτό της οίκον. Και αυτός ο οίκος είναι η Θεοτόκος.

Έτσι η Θεοτόκος, δεν γίνεται μόνον οίκος του Θεού Λόγου, και παύει να είναι άοικος, αλλά γίνεται η Θεοτόκος και θρόνος του Θεού Λόγουη, της Ενυποστάτου Σοφίας. Γι’αυτό και η Θεοτόκος είναι Πλατυτέρα των Ουρανών, όχι σαν ένα φιλολογικό σχήμα, επειδή ο θρόνος του Λόγου είναι πλατύτερος του σύμπαντος κόσμου.

Η Θεοτόκος εστάθη η μεγάλη ελπίδα της ανθρωπότητας.

Γιατί χάριν σ’ Αυτήν ήλθε ο Θεός επί της γης. Γι’ αυτό η Θεοτόκος λογίζεται Παράκλητος∙ από το «παρακαλώ.» Που θα πη παρηγορώ. 

Λέγει κάπου ο Θεός δια του Ησαΐου: «Παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε ἱερεῖς τήν πόλιν Ἱερουσαλήμ.» Τί θα πη αυτό; Ενισχύετε, βοηθάτε, δίδετε ελπίδα. Εδώ λοιπόν η Θεοτόκος λογίζεται Παράκλητος. 

Λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας; «Καί ἦν πρό τοῦ Παρακλήτου Παράκλητος ὑπέρ ἡμῶν πρός τόν Θεόν.» Στάθηκε Παράκλητος η Παναγία, πριν από τον Παράκλητον. Και ποιος είναι αυτός ο Παράκλητος ο πριν; Ο Παράκλητος που θα ήρχετο μετά από την Θεοτόκον, θα ήτο ο Θεός Λόγος. Που έγινε άνθρωπος. Λέγεται Παράκλητος. Και ακόμη, αυτός ο δεύτερος Παράκλητος, ο Θεός Λόγος, είπε στους μαθητάς Του: Εγώ θα φύγω και θα σας στείλω άλλον Παράκλητον. Τρίτος. Ποιός είναι αυτός ο τρίτος; Το Πνεύμα το Άγιον. Πριν όμως από το Πνεύμα το Άγιον, είναι ο Υιός Και πριν από τον Υιόν είναι η Θεοτόκος. Είναι αυτή η οποία στάθηκε η μεγάλη παρηγορία, ως απόγονος του Δαβίδ και του Νώε, ότι θα ήρχετο ο Θεός στη γη. 

Οι μεγάλες υποσχέσεις που έδωσε ο Θεός ότι θα γίνουν στη γη, ότι θα ρθή η σωτηρία επάνω στην γη. Γι’αυτό η Θεοτόκος είναι ο Παράκλητος πριν από τον Παράκλητο. Και πρέπει να πούμε ότι παν ό,τι κατηγορείται, αναφέρεται εις τον Υιόν, κατηγορείται, αναφέρεται και εις την Θεοτόκον. Εάν ο Υιός λέγεται Παράκλητος, τότε και η Θεοτόκος λαμβάνει το όνομα αυτό. Παράκλητος. Και η Θεοτόκος δεν προσέφερε θυσίες και ικεσίες στον Θεό για τους ανθρώπους. Αλλά αυτή την ίδια την αγία ζωή της. 

Έτσι για την Θεοτόκο δεν ίσχυε ούτε το μεσότοιχον της έχθρας, που λέει ο Απόστολος στους Εφεσίους, ούτε ο φραγμός ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους. Ήδη η Θεοτόκος είχε την κοινωνία της με τον Θεό. Ούτε μεσότοιχον ούτε φραγμός. Η Θεοτόκος είχε πλήρη συνείδηση όλων αυτών των αγαθών. Γι’ αυτό και είχε την χαρά του Αγίου Πνεύματος, όσο κανένα άλλο κτίσμα μέσα στη δημιουργία, ανθρώπων και αγγέλων. 

Και η χαρά της ήταν η χαρά του Υιού της. Ο Κύριος είπε στους μαθητάς Του: «Τήν χαράν τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν.» Την χαρά την δική μου δίνω σε σας. Η χαρά λοιπόν του Υιού είναι χαρά και της μητρός, της Θεοτόκου. Η Θεοτόκος μπορούσε να χαίρη σαν άνθρωπος που συμμετέχει όπως όλοι στα κοινά αγαθά που φέρει ο Θεός στη γη. Έχει χαρά ακόμα, γιατί τα αγαθά προηγήθηκαν σ’ αυτήν πριν απ’ όλους, και μάλιστα αφθονότερα. Έχει χαρά ακόμη γιατί στάθηκε αγαθή αιτία ν’ απολαύσουν όλοι οι άνθρωποι τις δωρεές του Θεού. Επειδή είχε αγάπη όπως και ο Υιός της. Ο Υιός αγαπούσε τον κόσμον. Γι’ αυτό και υπήκουσε τον Πατέρα, ο οποίος αγαπούσε τον κόσμον. «Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον...» Και η Θεοτόκος αγαπούσε τον κόσμον και ήθελε να σωθή. Έτσι η συναίσθησις ότι δι’ αυτής σώζεται ο κόσμος, αυτό της έδινε πολλή χαρά.

Ακόμη έχει χαρά όχι μόνο γιατί δι’ αυτής ήλθεν ο Θεός στον κόσμον, αλλά και γιατί η ίδια με το «ναί» της που είπε εις τον ουρανόν, συνήργησε εις την ανάστασιν του κόσμου. 

Η ίδια όμως εστάθη ένα ανεκτίμητον και εκτυφλωτικόν θησαυροφυλάκιον αρετών. Αφού για πολύ καιρό προσπαθείτε να ζήτε το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, κάνετε προσπάθεια ν’ αντιληφθήτε – εγώ το έχω κάνει, δεν πέτυχα τίποτα - ν’ αντιληφθήτε, ποια ήταν αυτή η αγιότητα της Παναγίας. Δεν κατάφερα τίποτα. Δεν έπιασα τίποτα! Είναι τόσο το βάθος της αγιότητος της Θεοτόκου, της Μαρίας.

Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, που της πλέκει και το εγκώμιο, της απαριθμεί αυτό το θησαυροφυλάκιο με τον εκτυφλωτικόν θησαυρόν. 

Λέγει: Τι ήτο η Θεοτόκος: «Βίος πανάμωμος (δηλ. ὑπῆρχε μῶμος, κατηγορία, παντελῶς παντελῶς) ζωή πάναγνος, ἄρνησις κακίας ἁπάσης, ἄσκησις ἀρετής ἁπάσης (ἀσκήθηκε σέ ὅλη τήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν) ψυχή καθαρωτέρα φωτός, σῶμα διά πάντων πνευματικόν, ἡλίου φαιδρότερον (σῶμα, λέγει, πνευματικόν, τό ὁποῖον ἦτο λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο) οὐρανοῦ καθαρώτερον, θρόνων χερουβικῶν ἱερώτερου (πιό καθαρό ἀπό τόν χερουβικό θρόνο∙ τό σῶμα της) νοῦ πτερόν οὐδενός ἡττώμενου ὕψους, εἴ τι καί πτερόν ἀγγέλων, καί τοῦτο κάτω τιθέντος∙ (Δηλ. φτερούγισμα νοῦ, πού δέν δειλιάζει μπροστά σέ κανένα ὕψος, πού ξεπερνᾶ ἀκόμη καί τά φτερά τῶν ἀγγέλων.) Θεῖος ἔρως τό τῆς ψυχῆς ἐπιθυμητικόν ἅπαν εἰς ἑαυτόν ἀναλώσας. (Θεῖος ἕρως δηλ. πού ἀπερρόφησε καί ἀφομοίωσε κάθε άλλη ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς.) Θεοῦ κατοχή, (Κτῆμα Θεοῦ. Μπροστά σ’ ἕνα τέτοιο κάλλος ψυχῆς και σώματος, πῶς ἦταν δυνατόν νά μήν ἑλκυσθεῖ ὁ Θεός Λόγος; Ἔτσι: ) εἷλε τόν ἀπαθῆ(προσήλωσε, πῆρε ἐπάνω της τόν ἀπαθῆ, τόν Θεόν, τόν Θεόν Λόγον) καί ἦν ἄνθρωπος διά τήν Παρθένον (ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός Λόγος διά τήν Παρθένον.) ὁ διά τήν ἁμαρτίαν ἀνθρώποις απηχθημένος.» (Που έγινε μισητός, από την αμαρτία των ανθρώπων.)

Αγαπητοί, ούτε γλώσσα ανθρώπων, ούτε γλώσσα αγγέλων είναι δυνατόν να υμνήση το μέγα πρόσωπον της Θεοτόκου. Ούτε βάθη της Θεολογίας είναι ικανά να αισθητοποιήσουν και να συνειδητοποιήσουν πόσο μεγάλη στάθηκε η προσφορά της Θεοτόκου, για να κατανοηθή η μεγάλη ελπίδα της ανθρωπότητος. Κι’ ενώ μεν δεν κατανοείται, είναι όμως μια απτή πραγματικότης, που την αισθάνεσαι στο μέγα και μοναδικό έργο της σωτηρίας, που μας έφερε ο Υιός της, ο Θεάνθρωπος Ιησού Χριστός.

Ας την υμνούμε λοιπόν παντοτινά, ας την ευχαριστούμε άπληστα και ακόρεστα. Κι ας δοξάζωμε τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν, που έδωσε από την ανθρωπότητα για την ανθρωπότητα, το μέγα και άγιο και πάνσεμο πρόσωπό της.


69η ομιλία στην κατηγορία « Ὁμιλίες εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ».


από oaskhths.blogspot.com


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια