Το αυξανόμενο χρέος - Οι διεθνείς εκτιμήσεις και τι περιμένουμε να γίνει

Στη συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης για την άνοδο του χρέους της χώρας, που προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις (μεταξύ των οποίων και πολλές τεχνοκρατικές, που είναι δύσκολο να τις παρακολουθήσει κάποιος χωρίς βαθιές γνώσεις οικονομικών), για να καταλάβουμε καλύτερα και πιο απλοποιημένα το ζήτημα, παραθέτω τα εξής στοιχεία, που προειδοποιούν για τις επιπτώσεις μίας δυνητικής χαλαρότητας στα δημοσιονομικά:

υποναυάρχου ε.α. - προέδρου Κοινωνίας Αξιών
 
1. ΟΛΕΣ οι αναλύσεις (IMF, Επενδυτικών Οργανισμών, Επενδυτικών φορέων, Τραπεζών κλπ) αν και παραθέτουν αρχικά τις εκτιμήσεις τους για τις δυνητικές προοπτικές εξυπηρέτησης του χρέους από την Ελλάδα, καταλήγουν σε αυστηρές προϋποθέσεις και πιθανούς κινδύνους που υπάρχουν, οι οποίοι τους αναγκάζουν να εκφράζουν αβεβαιότητα για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους (πρώτου σε όλο το κόσμο της Κεντρικής Διοίκησης). 

Π.χ.

- FITCH: Μία χαλαρότερη δημοσιονομική πολιτική με σταθερά πρωτογενή ελλείμματα αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τα εναλλακτικά σενάρια.
- ΔΝΤ (IMF): Η αβεβαιότητα είναι πολύ υψηλή για να καταλήξουμε σε οριστική εκτίμηση σχετικά με την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.
- Ενώ ένα εφικτό σύνολο πολιτικών και πορείας επιτοκίων θα μπορούσε να επιφέρει βιώσιμη δυναμική του χρέους μακροπρόθεσμα, εναλλακτικά σενάρια δείχνουν ότι η αβεβαιότητα σχετικά με τα μακροπρόθεσμα ουδέτερα επιτόκια (neutral rate of interests) και τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι πολύ υψηλά για να καταλήξουμε σε σταθερό συμπέρασμα.. 

Ενώ οι ανησυχίες για την ικανότητα της Ελλάδας να διατηρήσει υψηλούς στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος έχουν ενταθεί λόγω της πανδημίας και η αβεβαιότητα σχετικά με την πιθανή πορεία ανάπτυξης παραμένει, αυτές αντισταθμίζονται περισσότερο από τη σημαντική μείωση του ποσοστού χωρίς κινδύνους και την πολύ απότομη συμπίεση των spreads του ελληνικού ομολόγου…... 

Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν τέτοια χαμηλά επιτόκια μπορούν να διατηρηθούν στο μέλλον.....
- Πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι δημοσιονομικής βιωσιμότητας δεν θα επιτευχθούν σε βάρος της ανάπτυξης, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο αντίκτυπος δύο κρίσεων στους νέους που αντιμετωπίζουν υψηλά ποσοστά ανεργίας.

2. Η αύξηση του δημόσιου χρέους από μία χώρα βασίζεται στην λογική, ότι τα χρήματα που δανείζεται πάνε:

- σε μία επιτακτική ανάγκη (π.χ. ασφαλείας, επιτακτικής ανάγκης άμεσης χρηματοδότησης για κάλυψη ανελαστικών αναγκών ,
- είτε προκειμένου να αποφύγει μεγαλύτερους μελλοντικούς κινδύνους κλπ),
- άλλως σε μία πολιτική “σοκ” για την οικονομία (δυναμική ενίσχυση με δανεισμό για να εκκινήσει δυναμικά)
- και κυρίως σε χρηματοδότηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος Δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, που θα ενισχύσουν την παραγωγική δυνατότητα της χώρας και προσδοκάται ότι θα επιφέρουν μεγαλύτερα οφέλη για την οικονομία και την εργασία.

3. Σε όλη αυτήν την συλλογιστική ο λόγος Χρέος/ ΑΕΠ μας δείχνει εν πολλοίς και την δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους: Για να μειωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει η ανάπτυξη σε πραγματικούς αριθμούς να είναι μεγαλύτερη της αύξησης του χρέους.

ΣΥΝΕΠΩΣ: Οι δημόσιες επενδύσεις, για να πιάσουν τόπο θα πρέπει να αποδίδουν. 

Θα πρέπει δηλαδή οι ταμειακές ροές της επένδυσης να μπορούν να αποπληρώσουν τις πιστώσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τα έργα. Αλλιώς τα δανεικά χρήματα θα ξοδευτούν χωρίς να έχουν απόδοση. Επενδύοντας σε μη παραγωγικές δράσεις, μπορεί πρόσκαιρα να δημιουργηθεί κάποια κινητικότητα στην οικονομία, όμως θα είναι χωρίς ανταποδοτικό όφελος και τελικά θα μείνει το χρέος που θα αυξάνεται (όπως συνέβαινε τόσα χρόνια).

Το ΔΝΤ στις ετήσιες εκθέσεις του θεωρεί ότι οι σωστά σχεδιασμένες επενδύσεις σε υποδομές μπορούν να μειώσουν τα βάρη των κυβερνήσεων, αρκεί να μπορούν να ξεπληρωθούν από μόνες τους.
Σύμφωνα με τις μελέτες του, κάθε 1 δολάριο σε ένα σωστά σχεδιασμένο και υλοποιημένο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, μπορεί να αποδώσει 3 δολάρια. 

Θα πρέπει συνεπώς η επενδυτική στρατηγική να στοχεύει ώστε οι δημόσιες επενδύσεις να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος στις παραγωγικές δραστηριότητες της οικονομίας, όχι μόνο λόγω βελτίωσης των υποδομών και των δυνατοτήτων, αλλά και λόγω των συνεργειών που μπορούν να πετύχουν προς όφελος όλης της οικονομίας. 

Η κυβέρνηση επίσης οφείλει να κατανείμει τους διαθέσιμους πόρους σε σωστή ισορροπία μεταξύ δημόσιων επενδύσεων και ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. 

Δεν πρέπει να αναλωθούν μονομερώς οι πόροι στις δημόσιες επενδύσεις, αλλά θα πρέπει να ενισχυθούν παράλληλα και οι παραγωγικές επιχειρηματικές δραστηριότητες (αλλιώς θα καθηλωθούν), που προσπαθούν να δημιουργηθούν και να είναι ανταγωνιστικές έναντι αυτών που άντεξαν στη λαίλαπα. Έτσι θα ευνοηθεί και η τάση εκσυγχρονισμού και μετασχηματισμού όλης της οικονομίας.Οι παλιές πρακτικές, όπου οι δημόσιες επενδύσεις και ο επενδυτικός νόμος χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον προς όφελος ενός παρασιτικού κρατικοδίαιτου «επιχειρηματικού» περιβάλλοντος, θα πρέπει να εγκαταλειφθούν. 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ

Το ΔΝΤ στην τελευταία του έκθεση αξιολόγησης αναφέρει ορισμένα θετικά για την Ελληνική οικονομία (υπό προϋποθέσεις όμως όπως προαναφέρθηκε): 

«Η Ελλάδα εισήλθε στην πανδημία με μια ημιτελή ανάκαμψη, αλλά η χώρα έχει επιδείξει ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση του COVID-19. Η απάντηση της κυβέρνησης στην πανδημία ήταν γρήγορη και προληπτική. 

Η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 8,2 % το 2020, καλύτερα από το αναμενόμενο, δεδομένης της υψηλής εξάρτησης της Ελλάδας από τον τουρισμό και τις προϋπάρχουσες ευπάθειες. Η κυβέρνηση παρείχε μεταξύ των μεγαλύτερων δημοσιονομικών κινήτρων εντός του προϋπολογισμού στη ζώνη του ευρώ , τα οποία απέτρεψαν την άνοδο της εταιρικής δυσφορίας και κράτησαν τους εργαζόμενους προσκολλημένους στην αγορά εργασίας, αν και οι νέοι και οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης γνώρισαν απότομη πτώση της απασχόλησης. 

Τα επίπεδα του δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθούν μεσοπρόθεσμα και οι μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες και η ικανότητα αποπληρωμής του ΔΝΤ παραμένουν επαρκείς, όμως υπό μια ποικιλία αρνητικών παραμέτρων και κινδύνων. 

Επενδύσεις μέσω της χρηματοδότησης από την ΕΕ για την επόμενη γενιά (NGEU - ΣΗΜ δική μου: που στερεύει) μαζί με την κατανάλωση που χρηματοδοτείται από την ανάληψη καταθέσεων και την επανεκκίνηση του τουρισμού, αναμένεται να είναι οι βασικοί κινητήριες δυνάμεις της ανάκαμψης με ανάπτυξη που αναμένεται να είναι 3,3 % φέτος, επιταχύνοντας στο 5,4 % το 2022, καθώς ο τουρισμός ανακάμπτει σταδιακά».

Περιμένω συνεπώς να δω ένα στιβαρό και ρεαλιστικό πρόγραμμα Δημοσίων και Ιδιωτικών επενδύσεων που να προωθεί η κυβέρνηση, προκειμένου να εκμεταλλευθεί τον δανεισμό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την ανάπτυξη της χώρας.


από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια