Τα «μεθεόρτια» της τηλεδιάσκεψης Πούτιν – Μπάιντεν

 

Και οι εσωτερικές αντιφάσεις της «συλλογικής Δύσης».

Του Βασίλη Μακρίδη

Η προ μίας εβδομάδας (7/12/2021) τηλεδιάσκεψη ανάμεσα στους προέδρους της Ρωσίας (Βλαντίμιρ Πούτιν) και των ΗΠΑ (Τζο Μπάιντεν) πραγματοποιήθηκε σε μία περίοδο «τοξική», τόσο για τις διμερείς σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, όσο και ανάμεσα στη λεγόμενη «συλλογική Δύση» και τη Ρωσία. Όπου ως «συλλογική Δύση» εννοούνται τόσο οι χώρες του δυτικού καπιταλιστικού κόσμου ξεχωριστά, όσο και οι διεθνικοί οργανισμοί και συμμαχίες που τις συνενώνουν (ΝΑΤΟ, ΕΕ κοκ).

Η συνάντηση αυτή (που προέκυψε, όπως αφέθηκε να διαρρεύσει, με πρωτοβουλία του Τζο Μπάιντεν) είχε, κατά κάποιον τρόπο, «πυροσβεστικό» χαρακτήρα, αφού μια σειρά γεγονότων κατά τους τελευταίους μήνες είχαν οδηγήσει σε παρατεταμένη κρίση τις ήδη τεταμένες σχέσεις των δύο πλευρών, είτε μιλάει κανείς για τη Ρωσία και τις ΗΠΑ συγκεκριμένα, είτε για τη Ρωσία και το σύνολο του δυτικού κόσμου. Η ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη (φυσικό αέριο, αγωγός Nord Stream-2 κοκ), το Ουκρανικό, το Λευκορωσικό και η προσφυγική κρίση στα σύνορα Λευκορωσίας – Πολωνίας, είναι μερικά μόνο από τα θέματα στα οποία οι δύο πλευρές όχι μόνο είχαν και έχουν μέχρι σήμερα εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά αποτελούν και σημεία τριβής στις σχέσεις τους.

Η «συλλογική Δύση» με πρωτεργάτη τις ΗΠΑ έχει επιδοθεί από το 2014 και μετά σε ένα πρωτοφανές «κυνήγι μαγισσών» απέναντι στη Ρωσία και έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο όριο στην επιβολή πολιτικών και οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της. Αφορμή γι’ αυτό αποτέλεσε η δήθεν «κατάληψη» και «προσάρτηση» της χερσονήσου της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, αλλά και η δήθεν «επιθετικότητα» της Ρωσίας στα σύνορά της με την Ουκρανία και η δήθεν διεξαγωγή ενός «υβριδικού» πολέμου εναντίον της, διαμέσου των αυτοανακηρυγμένων Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ.

Το γεγονός, ότι η Κριμαία προσχώρησε οικειοθελώς στη Ρωσία ως αποτέλεσμα τοπικού δημοψηφίσματος (στο οποίο ο γράφων έχει αναφερθεί πολλάκις στο παρελθόν) και οι κάτοικοι του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ (ή αλλιώς της κοιλάδας του Ντονμπάς) υπερασπίζονται τους εαυτούς τους, τις οικογένειες και τα σπίτια τους από την επιθετικότητα και την κτηνωδία των νεοναζί που βρέθηκαν στην εξουσία της Ουκρανίας συνεπεία του πραξικοπήματος της 22ης Φεβρουαρίου 2014, αποτελούν «ενοχλητικές λεπτομέρειες», που ο δυτικός κόσμος δεν επιθυμεί να χαλάσουν το ωραίο «παραμυθάκι» που σερβίρει στους πολίτες των χωρών του.

Επιστρέφοντας στην τηλεδιάσκεψη Πούτιν – Μπάιντεν, θα παρατηρούσε κανείς ότι το σημαντικότερο αποτέλεσμά της ήταν ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να… συμφωνήσουν, σε έναν εύλογο χρονικό ορίζοντα, για μια σειρά από ζητήματα που αποτελούν «αγκάθι» στις διμερείς σχέσεις. Υπήρξαν και θέματα στα οποία η γενική συμφωνία ήταν, λίγο ως πολύ, περισσότερο εφικτή και αναμενόμενη (π.χ συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και καταπολέμηση της διαδικτυακής εγκληματικότητας). Υπήρξαν όμως και θέματα στα οποία οι προσεγγίσεις είναι τόσο διαφορετικές, που μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αποτελέσουν κάτι παραπάνω από αντικείμενα τριβής και διαφωνίας. Τέτοια είναι κυρίως το Ουκρανικό και το Λευκορωσικό, για διαφορετικούς λόγους το καθένα.

Στην Ουκρανία είναι γνωστός ο προσωπικός ρόλος που έπαιξε ο Τζο Μπάιντεν ως Αντιπρόεδρος, τότε, των ΗΠΑ επί προεδρίας Ομπάμα, για την κατάλυση της συνταγματικής νομιμότητας στη χώρα και την επικράτηση ενός νεοφιλελεύθερου-νεοναζιστικού πραξικοπήματος, που αποκλειστικό στόχο είχε τη μετατροπή της Ουκρανίας σε «προκεχωρημένο φυλάκιο» της Δύσης και της άσκησης αντιρωσικής πολιτικής. Ο σχεδιασμός των ΗΠΑ και της Δύσης πέτυχε μόνο εν μέρει και, τελικά, η Ουκρανία βγήκε από αυτή την υπόθεση «τραυματισμένη» οικονομικά και κοινωνικά, αλλά και με απώλειες στα εδάφη της, αφού οι κάτοικοι της Κριμαίας και του Ντονμπάς αποφάσισαν να τραβήξουν χωριστούς δρόμους από τη χούντα του Κιέβου. Επιπλέον, η «δουλική» προσήλωση των ουκρανικών ηγεσιών μετά το πραξικόπημα του 2014 στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ έχει φέρει μέχρι τώρα μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού υπάρχει ένας ισχυρός πυρήνας χωρών, κυρίως της «παραδοσιακής» Δυτικής Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.ά.), οι οποίες είναι κατηγορηματικά εναντίον της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ (εν αντιθέσει, θα λέγαμε, με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής, που επιθυμούν διακαώς κάτι τέτοιο, για τους δικούς τους λόγους και σκοπιμότητες). Ακόμη και ο ίδιος ο Τζο Μπάιντεν, σε πρόσφατη συνέντευξή του στα ΜΜΕ της χώρας του, απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (για την ΕΕ, προφανώς, έχουν άλλοι το λόγο).

Το Ουκρανικό συνδέεται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και με στην ενεργειακή κρίση στην Ευρώπη, που συνίσταται στην απότομη και τεράστια αύξηση στις τιμές των καυσίμων και, ειδικότερα, του φυσικού αερίου, προϊόντος στο οποίο η Ρωσία κατέχει προνομιακή θέση ως προς τις προμήθειες που παρέχει στις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, διαμέσου των αγωγών φυσικού αερίου Nord Stream-1 και South Stream, αλλά και μέσω της διαμεταφοράς (transit) από το έδαφος της Ουκρανίας. Η αύξηση στις τιμές του φυσικού αερίου οφείλεται όχι σε ενέργειες της Ρωσίας, αλλά στη δογματική νεοφιλελεύθερη εμμονή των χωρών της Δύσης για καθορισμό της τιμής με όρους ελεύθερης αγοράς και όχι απευθείας διμερών ή/και πολυμερών συμφωνιών μακράς διαρκείας, που θα σταθεροποιούν τις τιμές του προϊόντος για σημαντικά χρονικά διαστήματα. Η αυξημένη ζήτηση φυσικού αερίου από την πλευρά της Κίνας και άλλων χωρών της Άπω Ανατολής και η «όσο-όσο» αγορά του σε αστρονομικές τιμές, οδήγησαν τις εταιρείες με έδρα στην ΗΠΑ, αντί να προμηθεύσουν με το περίφημο LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο) τις χώρες-συμμάχους τους, να κατευθύνουν το 90% των εξαγωγών τους προς την Άπω Ανατολή και, κυρίως, προς την… εχθρική, κατά τα λοιπά, Κίνα! Και ενώ συμβαίνουν τα παραπάνω, υπάρχουν δυνάμεις τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στις χώρες της Ευρώπης, που αντιτίθενται σθεναρά στη λειτουργία του αγωγού Nord Stream-2 και δημιουργούν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, όσο το δυνατόν περισσότερα (τεχνητά) εμπόδια, επιδιώκοντας εν κατακλείδι την «απονέκρωση» του έργου (ο οποίο, σημειωτέον, παραδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους με 2 χρόνια καθυστέρηση, εξαιτίας ακριβώς αυτού του είδους κωλυμάτων).

Ο παραλογισμός που διακατέχει συγκεκριμένα στρώματα των πολιτικών ελίτ των χωρών της Δύσης φτάνει σε σημείο να εξαρτά τη λειτουργία ή όχι ενός καθαρά εμπορικού έργου, όπως είναι ο Nord Stream-2μ από το εάν η Ρωσία… επιτεθεί στρατιωτικά στην Ουκρανία! Το τελευταίο είναι το πιο πρόσφατο «αφήγημα» όχι μόνο των «χουνταίων» του Κιέβου, αλλά και σημαντικού τμήματος των ηγεσιών των χωρών της Δύσης, που καλλιεργούν στους πολίτες τους την απατηλή εντύπωση, ότι η Ρωσία έχει στρατιωτικές βλέψεις προς την Ουκρανία και ότι θέλει να την καταλάβει εξολοκλήρου! Οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας, από τα χείλη του προέδρου Πούτιν, αλλά και του υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και σειράς άλλων υψηλά ιστάμενων πολιτικών προσώπων της Ρωσικής Ομοσπονδίας ότι η χώρα τους δεν έχει καμία επιθετική βλέψη προς την Ουκρανία, είναι, για τις ηγεσίες αυτές, αλλά και για τα ελεγχόμενα συστημικά ΜΜΕ, ωσάν να μην έχουν δοθεί ποτέ. Εντός της Ουκρανίας μάλιστα, η «πολεμολαγνεία» έχει φτάσει στα όρια της παράνοιας, αφού έχουν φτάσει σε σημείο να καλούν εφέδρους (!!!) για στρατιωτικές ασκήσεις στα σύνορα με τη Ρωσία, την ίδια στιγμή που κατηγορούν τους Ρώσους για «επιθετικότητα», επειδή πραγματοποιούν ασκήσεις με τον τακτικό τους στρατό σε απόσταση… 300 χλμ από τα ρωσο-ουκρανικά σύνορα!

Κανένας λόγος δεν γίνεται για την ενεργειακή επάρκεια των χωρών της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και για το ότι καταμεσής του χειμώνα κινδυνεύουν να παγώσουν όχι μόνο οι πολίτες των χωρών αυτών, αλλά και οι οικονομίες τους. Η υπηρέτηση του στρατηγικού πλάνου «Αντι-Ρωσία» είναι σημαντικότερη από την ομαλή διαβίωση και την ευμάρεια των πολιτών. «Αγνός» νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός σε ένα πακέτο…

Ωστόσο το δυτικό στρατόπεδο δεν είναι διόλου ενιαίο, ούτε όσον αφορά τις χώρες που το αποτελούν, ούτε και σε σχέση με τις εσωτερικές διεργασίες σε συγκεκριμένες χώρες και τις αντιπαραθέσεις εντός τους. Υπάρχουν χώρες εντός της ΕΕ με παραδοσιακά καλές σχέσεις με τη Ρωσία (πχ Ιταλία, Ουγγαρία, Αυστρία κ.ά.), που δεν συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με τις επιλογές της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, είτε μιλάμε για το ΝΑΤΟ, είτε (πολύ περισσότερο) για την ΕΕ. Επιπλέον σε χώρες όπως η Γερμανία, διεξάγεται εσωτερική πάλη ανάμεσα στους υπέρμαχους των ομαλών σχέσεων με τη Ρωσία και αυτούς που επιδιώκουν την αντιπαράθεση και τη συνολικά εχθρική τοποθέτηση της χώρας τους απέναντι στον «ανατολικό γείτονα». Εντός της νέας, τρικομματικής κυβέρνησης της χώρας, υπάρχουν από τη μία οι Σοσιαλδημοκράτες (με σαφή τάση για ομαλές σχέσεις με τη Ρωσία) και από την άλλη οι Πράσινοι με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (με σαφή αντιρωσική ρητορική). Το ποια από τις δύο τάσεις θα επικρατήσει, τελικά, ως κυρίαρχη πολιτική της Γερμανίας για τα επόμενα χρόνια, μένει να φανεί. Προς το παρόν και όσο το νέο κυβερνητικό σχήμα δεν έχει αρχίσει ακόμη, επί της ουσίας, να ασκεί εξουσία, οι εκπρόσωποι του κάθε κόμματος βρίσκουν χώρο για να κάνουν το… «σόλο» τους, ασκώντας μάλλον κομματική, παρά κυβερνητική πολιτική.

Στα πλαίσια αυτής, λοιπόν, της πολιτικής, μπορεί κανείς να εκλάβει την πρόσφατη τοποθέτηση της νέας υπουργού Εξωτερικών της Γερμανίας και επικεφαλής του κόμματος των Πρασίνων Ανναλένα Μπέρμποκ σε σχέση με τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream-2. Η κυρία Μπέρμποκ ανέφερε ότι ο ρωσογερμανικός αγωγός «δεν πληροί τις προδιαγραφές ασφαλείας της ΕΕ» και ότι «ακόμη δεν μπορεί να αδειοδοτηθεί». Βεβαίως, με βάση τους γερμανικούς νόμους υπεύθυνη για μια τέτοια απόφαση είναι η αντίστοιχη ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας) της χώρας και όχι, βεβαίως ο/η Υπουργός Εξωτερικών, αλλά αυτό στάθηκε μια… «μικρή λεπτομέρεια» για τη 40χρονη Γερμανίδα πολιτικό, που πρόλαβε να κάνει το «κομμάτι» της και, ενδεχομένως, θέλησε να προκαταλάβει γεγονότα.

Βεβαίως, η Ρωσία όλα τα παραπάνω δεν τα παρατηρεί αμέτοχη. Είναι αξιοσημείωτη, δε, η σκλήρυνση κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα όχι μόνο της ρητορικής της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας, αλλά και η πρακτική αντιμετώπιση των προκλήσεων που δέχεται εδώ και καιρό.

Τόσο ο Βλαντίμιρ Πούτιν, όσο και ο Σεργκέι Λαβρόφ και άλλοι Ρώσοι πολιτικοί παράγοντες έχουν δηλώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ότι δεν πρόκειται να επιτρέψουν την περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς (η αναφορά γίνεται κυρίως στις Ουκρανία, και Γεωργία και δευτερευόντως στη Μολδαβία), καθώς θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θέτει σε ευθεία απειλή την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της χώρας. Επίσης έχουν προειδοποιήσει σαφώς τη χούντα του Κιέβου, ότι σε περίπτωση που αποφασίσει ευρείας κλίμακας επίθεση εναντίων των Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονμπάς (όπου περίπου το 1 από τα 4,5 εκατομμύρια του τοπικού πληθυσμού έχει προμηθευτεί ρωσικά διαβατήρια και μάλιστα συμμετείχε και στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στη Ρωσία) θα τεθεί εν αμφιβόλω η ίδια η κρατική υπόσταση της Ουκρανίας (με όποια ερμηνεία και να δώσει κανείς σε αυτή τη διατύπωση). Πρόσφατα ο Βλαντίμιρ Πούτιν ζήτησε ρητές (ή, μάλλον, γραπτές) και νομικά ισχυρές διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ότι δεν πρόκειται να αποφασίσουν επέκταση προς Ανατολάς.

Επίσης είναι απολύτως δηλωτική των προθέσεων της ρωσικής πλευράς να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο τα σύνορά της (χερσαία, θαλάσσια και εναέρια), η αντίδρασή της στις κλιμακούμενες προκλήσεις ΝΑΤΟϊκών πλοίων και αεροσκαφών στον περίγυρο των συνόρων της. Μετριούνται, πλέον, σε μερικές δεκάδες οι φορές που ρωσικά αεροσκάφη έχουν αναχαιτίσει αντίστοιχα ΝΑΤΟϊκά τόσο στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας, όσο και σε αυτή της Βαλτικής και του Φιννικού Κόλπου. Σε ό,τι αφορά σε αντίστοιχες ενέργειες από  πλοία χωρών του ΝΑΤΟ, είναι γνωστό το πρόσφατο, σχετικά, περιστατικό, με το βρετανικό σκάφος που αντιμετωπίστηκε με προειδοποιητικά πυρά ενώ έπλεε εντός της ρωσικής υφαλοκρηπίδας στα ανοιχτά της Σεβαστούπολης, σε απόσταση αναπνοής από τη χερσόνησο της Κριμαίας. Το τελευταίο περιστατικό αφορούσε σε αναγνωριστικό σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού της Ουκρανίας, το οποίο αναχώρησε από το λιμάνι της Μαριούπολης στην Αζοφική Θάλασσα και επιχείρησε να διασχίσει τον πορθμό της Κερτς, που χωρίζει την Κριμαία από την ηπειρωτική Ρωσία χωρίς να έχει λάβει τη σχετική άδεια. Το ουκρανικό πλοίο αναχαιτίστηκε από σκάφος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφάλειας της Ρωσίας, που το υποχρέωσε να επιστρέψει στη βάση του. Οι προειδοποιήσεις της ρωσικής πλευράς ήταν, σε κάθε περίπτωση, σαφείς: για κάθε φορά, την επόμενη φορά θα υπάρξει απάντηση με πραγματικά πυρά και «στο στόχο»…

Για τα ενεργειακά θέματα η ρωσική πλευρά έχει επανειλημμένα τονίσει ότι δεν επιθυμεί επ’ ουδενί την πολιτικοποίησή τους και ενδιαφέρεται μόνο για τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών (συμβολαίων) για την πώληση ενεργειακών πηγών (φυσικό αέριο, πετρέλαιο κοκ), με σταθερές τιμές που θα διασφαλίζουν και τις δύο (ή περισσότερες) πλευρές. Μέχρι τώρα η ρωσική πλευρά έχει τηρήσει στο ακέραιο τις συμφωνίες της με χώρες της Ευρώπης για προμήθεια φυσικού αερίου, υπερβαίνοντας μάλιστα κατά περίπου 10 έως 12% κατά περίπτωση τις ποσότητες που όφειλε να παραδώσει σε διάφορες χώρες, ώστε να τις βοηθήσει να ξεπεράσουν τη φετινή ενεργειακή κρίση. Η εμμονή της «συλλογικής Δύσης» για διατήρηση του τράνζιτ μέσω Ουκρανίας, τη στιγμή που η ίδια η Ουκρανία διαλαλεί σε όλον τον κόσμο ότι βρίσκεται σε… πόλεμο με τη Ρωσία και ενώ υπάρχει ήδη έτοιμη η εναλλακτική λύση του Nord Stream-2 (στον οποίο όμως, όπως είπαμε νωρίτερα, δεν δίνεται μέχρι τώρα η άδεια λειτουργίας), αντιμετωπίζεται από τη Ρωσία από τη μία με ψυχραιμία, αλλά από την άλλη και με έμμεσες προειδοποιήσεις, ότι τυχόν μέτρα της Δύσης κατά του Nord Stream-2, αλλά και κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας με αφορμή τις δήθεν «επιθετικές» βλέψεις της σε βάρος της Ουκρανίας, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε «ασύμμετρες» απαντήσεις από την πλευρά της Μόσχας. Κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί, πχ, ως ολοκληρωτικό κλείσιμο της στρόφιγγας του φυσικού αερίου προς τις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και ταυτόχρονη μεταστροφή στην (απείρως μεγαλύτερη) αγορά της Κίνας, της Ινδίας και των χωρών της Άπω  Ανατολής εν γένει. Και αυτό δεν είναι, παρά ένα εφιαλτικό σενάριο για τις χώρες της Δύσης, έστω και αν η Ρωσία το κρατάει μόνο ως έσχατη λύση και σε περίπτωση που οι σχέσεις των δύο πλευρών φτάσουν στο ανώτατο όριο της κρίσης.

Στο κλείσιμο του παρόντος άρθρου, θα επιστρέψουμε για άλλη μία φορά στην τηλεδιάσκεψη Πούτιν – Μπάιντεν για μια τελική της αποτίμηση. Στο τέλος της ημέρας εάν κάποιος θα έπρεπε να μείνει περισσότερο ικανοποιημένος από τα (πενιχρά, έστω) αποτελέσματά της, αυτός είναι μάλλον ο πρόεδρος της Ρωσίας. Κι αυτό γιατί απέσπασε από τον ομόλογό του των ΗΠΑ τη διαβεβαίωση, ότι θα ξεκινήσουν σύντομα, σε επίπεδο πολιτικών και διπλωματικών στελεχών, οι συζητήσεις γύρω από τις «κόκκινες γραμμές» που έθεσε η ρωσική πολιτική ηγεσία σε σχέση με τα δικά της εθνικά συμφέροντα, τα οποία θεωρεί απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη εξίσου σοβαρά με αυτά των ΗΠΑ και των άλλων δυτικών κρατών στις διμερείς συναντήσεις. Επίσης η φράση του Μπάιντεν μία μέρα μετά την τηλεδιάσκεψη ότι «το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ επεκτείνεται μόνο στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ» και όχι σε χώρες-«εξωθεσμικούς» συμμάχους, όπως η Ουκρανία και πως το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται επ’ ουδενί να εμπλακεί σε απευθείας στρατιωτική σύγκρουση με τη Ρωσία, είναι ένα μικρό κέρδος για την τελευταία. Οι Ρώσοι γνωρίζουν άριστα ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ μπορεί να εκπαιδεύουν και να εξοπλίζουν τις ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις, ωστόσο δεν θα μπουν ποτέ στη διαδικασία να πολεμήσουν απευθείας εναντίον της… «αρκούδας», προτιμώντας σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης στην περιοχή να προσφέρουν τους ντόπιους στρατιωτικούς ως «πρόβατα επί σφαγή».

Οι επαφές ανάμεσα στους δύο Προέδρους είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστούν και κατά τη χρονιά που μας έρχεται. Δεν αποκλείεται, μάλιστα; η συνάντηση αυτή τη φορά να είναι «δια ζώσης»· τουλάχιστον από την πλευρά του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει εκδηλωθεί μια τέτοια επιθυμία, παρόλο που τονίζεται και από το ίδιο του το επιτελείο (βλ. Ντμίτρι Πεσκόφ), ότι είναι νωρίς να μιλάμε για μια νέα συνάντηση προτού καλά-καλά αποτιμηθούν τα αποτελέσματα της πρόσφατης τηλεδιάσκεψης. Το βέβαιο είναι ότι κατά το έτος 2022 δεν θα πλήξουμε από γεωπολιτικά γεγονότα. Το ζητούμενο είναι να μην είναι τέτοια, από τα οποία ο κόσμος που ζούμε θα βγει τραυματισμένος, ει μη ημιθανής…

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια