Μέχρι ο εξευρωπαϊσμός σου να γίνει τέλειος


Όσοι νόμιζαν ότι εξευρωπαϊσμός θα σήμαινε εξυγίανση και εξορθολογισμό, ίσως ήρθε η ώρα να ξυπνήσουν.

Του Βασίλη Ξυδιά

Ο κοινός εξευτελισμός δημοσίου και ιδιωτικού τομέα από έναν ασυνήθιστο, αλλά πάντως αναμενόμενο χιονιά, ήρθε να ολοκληρώσει την εικόνα της διοικητικής διάλυσης που ζήσαμε στις πυρκαγιές του καλοκαιριού. Επειδή όμως βλέπω ότι πολλοί τεχνηέντως τα ρίχνουν όλα στον πρωθυπουργό (μάλιστα έχουν αγανακτήσει ακόμα και κύκλοι της φιλελεύθερης διανόησης που μέχρι τώρα τον έχουν στηρίξει με όλους τους τρόπους), θα ήθελα να εξηγήσω πως το σύνθημα «Μητσοτάκη γ@μ…» είναι απολύτως παραπλανητικό. Και για να μη λέω γενικές θεωρίες, συγχωρήστε με, αλλά θα μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο, βάσει της δικής μου προσωπικής εμπειρίας.

Εργάστηκα για το ελληνικό παρα-κράτος (αυτοδιοίκηση, ευρύτερος δημόσιος τομέας κτλ.) περί τα είκοσι χρόνια· από το 1985 έως το 2005. Στις δύο αυτές δεκαετίες γνώρισα από πρώτο χέρι όλα αυτά τα στοιχεία της κακοδιοίκησης, για τα οποία όλοι μας κατά κόρον συζητούμε: ανικανότητα, ρεμούλα, διαπλοκή κτλ. Στην αρχή δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε. Ήμουν πεπεισμένος πως οι ανώτεροι, ιδίως οι πολιτικοί, είχαν κατά βάση αγαθές προθέσεις, και πως το πρόβλημα βρισκόταν είτε στα μεσαία επίπεδα της διοίκησης είτε στα συντεχνιακά «ρετιρέ». (Για τους νεώτερους: «ρετιρέ» ήταν όρος που χρησιμοποίησε ο Ανδρέας Παπανδρέου αναφερόμενος στα στελέχη του ευρύτερου δημοσίου και των τραπεζών που εκμεταλλεύονταν τις συνδικαλιστικές δομές για να κερδίσουν ιδιαίτερα συντεχνιακά προνόμια εις βάρος των υπολοίπων μισθωτών και της ευρύτερης κοινωνίας).

Πίστευα λοιπόν πως το πρόβλημα βρισκόταν εκεί, στο μεσαίο επίπεδο. Και ότι ήταν έκφραση μιας κοινωνικής διαστροφής που διαπότιζε την κρατική μηχανή ανεβαίνοντας από «κάτω» προς τα «πάνω». Έλεγα δηλαδή ό,τι ακριβώς υποστηρίζει από το ‘90 και μετά η «εκσυγχρονιστική» ρητορική. Έβλεπα βέβαια τις μίζες των υψηλόβαθμων και τα λοιπά παρεμφερή, αλλά έλεγα πως μπορεί μεν ο πολιτικός ή το ανώτερο διοικητικό στέλεχος να θέλουν τη μίζα τους για να γίνει η δουλειά, αλλά κατά τα άλλα γιατί να μη θέλουν να λειτουργήσει το σύστημα; Και όμως… τελικά δεν ήθελαν ή δεν τους ενδιέφερε καθόλου. Όχι γιατί ήταν οι ίδιοι προσωπικά αδιάφοροι. Αλλά γιατί ήταν αδιάφορο το δίκτυο συμφερόντων που εκπροσωπούσαν. Άλλη ήταν η έγνοια τους: και αυτή ούτε λίγο ούτε πολύ προϋπέθετε όχι απλώς τη ζημία, αλλά την καθολική υπονόμευση του δημοσίου.

Το είδα με πολλούς τρόπους. Θα μείνω σε μία μόνο πλευρά του πράγματος. Όσο συγχρωτιζόμουν με τα ανώτερα διοικητικά επίπεδα έβλεπα με κατάπληξή μου πως η πλειονότητα των διορισμένων «υπευθύνων» (πρόεδροι, μέλη επιτροπών, συμβουλίων κ.τ.ό.) είτε ενεργούσαν σαν ανίκανοι και βλάκες, είτε ήσαν όντως ανίκανοι και βλάκες. Όταν μάλιστα εμφανιζόταν κάποιος που ξέφευγε από τον κανόνα, τότε αυτός αντικαθίστατο αμέσως. Και ας σημειώσω ότι το φαινόμενο αυτό, που δεν ήταν τόσο πολύ έντονο στην πρώτη πασοκική δεκαετία, γενικεύτηκε και έγινε καθεστώς από τη δεκαετία του ’90 και μετά – επί «εκσυγχρονισμού» δηλαδή.

Για να μην πολυλογώ, φτάνοντας στο τέλος της εικοσαετούς υπηρεσίας μου, περί το 2005, μου είχε γίνει απολύτως σαφές ότι η κακοδιοίκηση δεν ήταν το παράπλευρο σύμπτωμα κάποιου άλλου προβλήματος, γενικευμένο έστω, αλλά πάντως αθέλητο. Ήταν δομικό χαρακτηριστικό, άνωθεν επιβεβλημένο, ενός διοικητικού συστήματος που πολύ συνειδητά και πολύ μεθοδευμένα θεμελιώθηκε στη διαπλοκή. Γιατί; Διότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο το πασοκικό και μεταπασοκικό κράτος, με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (ευρωπαϊκά προγράμματα, δημόσιες εργολαβίες, media κτλ.), μπόρεσε να προσαρμοστεί στις ανάγκες και στη μενταλιτέ των γνωστών «νταβατζήδων»: της παραδημόσιας ολιγαρχίας που από το ’90 και μετά νέμεται αυτή τη χώρα, είτε ως «δημόσιο», είτε ως «ιδιωτικός τομέας», είτε, πιο σωστά, ως ένα και το αυτό. (Και συγγνώμη για την παλιομοδίτικη φρασεολογία, αλλά νομίζω ότι ο όρος “ολιγαρχία” είναι ο πλέον ακριβής για να περιγράψει το φαινόμενο).

Θέλω με λίγα λόγια να πω πως δεν έτυχε, πέτυχε. Και ας μην έχει κανείς αυταπάτες: Είναι το ίδιο αυτό διοικητικό σύστημα που τα τελευταία δέκα χρόνια, από τα μνημόνια και μετά, διατείνεται πως εξυγιαίνει το κράτος, την κοινωνία και τα λοιπά. Η μόνη ίσως διαφορά με την προμνημονιακή περίοδο είναι προς το χειρότερο. Εκεί που πριν βασίλευε ο παρασιτικός μικρός και μεγάλος- νεοπλουτισμός του ’90 και του 2000, τώρα τη μερίδα του λέοντος τη νέμονται οι χατζηαβάτες της νεοαποικιοκρατίας, που συγκυβερνούν με μια κατά κυριολεξίαν μαφία. Όσοι λοιπόν νόμιζαν ότι εξευρωπαϊσμός θα σήμαινε εξυγίανση και εξορθολογισμός, ίσως ήρθε η ώρα να ξυπνήσουν.

Και μιας και είπα στην αρχή για τη διανόηση που στήριξε τον Μητσοτάκη, κλείνοντας τούτο το σημείωμα θα επικαλεστώ τον Σαββόπουλο. Θυμάστε που στο «βρώμικο 89», όταν ήταν ακόμα στη γένεσή τους όλα αυτά που περιγράφω παραπάνω, αυτός υμνούσε τον πατέρα «μητσοτάκ» σαν τεχνικό της εξουσίας, και μας έλεγε να βλέπουμε τους ηγέτες δίχως παραμύθι; Νομίζω πως, αν και από την ανάποδη, είχε δίκιο. Δεν είναι οι σεξουαλικές επιδόσεις του Μητσοτάκη το πρόβλημά μας. Και αν αισθανόμαστε την ανάγκη ντε και καλά να το πούμε με τέτοιους όρους, τότε πιο ταιριαστό θα ήταν το άλλο: Μάθανε πως γ@…στε και πλάκωσαν και οι Ευρωπαίοι.

Πηγή: ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ
από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια