‘’Παιδίον μάχης’’


Με λένε Χρυσάνθη. Έτσι με βάπτισαν αλλά στο χωριό με φωνάζαν Χρυσούλα. Όταν ήρθα στην Αθήνα το ’90 μου το έκαναν Χρύσα. Είναι αυτή η τάση των ανθρώπων να κάνουν οικονομία. Ούτε στο χωριό ούτε στην Αθήνα αντέδρασα. Άσε να με φωνάζουν όπως θέλουν. Είμαι η Χρυσάνθη.

Στο χωριό στα δέκα μου χάσαμε έναν ξάδελφό μου από κάτι που δεν το κατάλαβα τότε. Με τον Χρίστο μεγαλώσαμε μαζί. Τον φώναζα Χρίστος ο πρώτος γιατί ήμασταν πρωτοξάδελφα. Τον χάσαμε γιατί δεν είχε κοντά νοσοκομείο με παιδιατρική κλινική να τον πάμε. Δεν πρόλαβε να πάει στην παιδιατρική. Τον γύρισαν πίσω την επομένη μέρα. Κατέληξε, όπως μου είπαν, το προηγούμενο βράδυ στα επείγοντα περιμένοντας μετακομιδή. Το κατέληξε δεν το κατάλαβα. Ο Χρίστος πάντως δεν θα γυρίσει πίσω.

Την δεκαετία του ’80 στο χωριό ζούσαν τριακόσιοι άνθρωποι. Όλοι από τα χωράφια. Τα νέα παιδιά δεν έφευγαν εύκολα. Αγροτικό ιατρείο δεν είχαμε λόγω οικονομίας. Δεν έφταναν τα χρήματα. Για γιατρό είχαμε έναν αγροτικό που ερχόταν μια ή δύο φορές την εβδομάδα και έγραφε φάρμακα ή όταν τον καλούσαν εκτάκτως. Έμενε μια ώρα μακριά. Άλλοτε ήταν γυναίκα άλλοτε άνδρας. Δεν το καταλάβαινα αυτό.

Το ’90 ήρθα στην Αθήνα. Έφυγα από το χωριό για να σπουδάσω. Ο πατέρας μου βγήκε στην σύνταξη. Κατέβαινε στα καφενεία από νωρίς. Στην αρχή, καθόταν παράμερα για να μη τον δουλεύουν. Τα αδέλφια μου ανέλαβαν τα χωράφια με την βοήθεια του πατέρα όλη μέρα,Τα έκαναν κουμάντο από τη πλατεία του χωριού.

Το χωριό είχε φτάσει τους τριακόσιους πενήντα κατοίκους. Έφτιαξαν αγροτικό ιατρείο. Λόγω βελτίωσης της οικονομίας. Έβαλαν και σημαία της ευρωπαϊκής ένωσης δίπλα στην Ελληνική. Ήμουν η πρώτη ιατρός που τοποθετήθηκε. Έκανα αίτηση στην διοίκηση και το ονόμασαν Χρίστος Παλιατσός. Ο Χρίστος ο πρώτος. Ήρθε ο νομάρχης για τα εγκαίνια. Κάπου στο βάθος της φωτογραφίας φαίνεται η αφεντιά μου.Ο πατέρας μου την είχε στο πορτοφόλι του και την έδειχνε παντού.Δεν θέλω να βγαίνω φωτογραφίες. Και στην αποφοίτηση καθόμουν πίσω.

Γύρισα στην Αθήνα για ειδικότητα. Παιδιατρική.Στο γύρισμα του αιώνα είπα να πάω στην πατρίδα. Στην πόλη του νομού. Να ανοίξω ένα ιατρείο για τα παιδιά. Πήγα. Κορεσμός. Προσπάθησα στο νοσοκομείο. Δεν είχε θέση ανοικτή. Κατέβηκα πάλι στην Αθήνα. Άρχισα να δουλεύω εφημερίες σε ιδιωτικά. Ξεπάτωμα. Μάθαινα όμως. Είχα τα μάτια μου ανοικτά για κάποιο παιδιατρικό νοσοκομείο. Μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο ο Χρήστος. Ο άλλος Χρήστος της ζωής μου. ‘’ Η Πεντέλη ανοίγει θέση’’. Από τότε ανεβοκατεβαίνω στην Πεντέλη.

Το χωριό έχει ρημάξει. Οι κάτοικοι δεν ξεπερνάν τους εκατό.Τα αγροτικά μηχανήματα παρατημένα στις αυλές ταΐζουν σκουριά το χώμα. Το αγροτικό ιατρείο δεν ανοίγει λόγω δημοσιονομικών προσαρμογών. Ο γιατρός γράφει στα καφενεία για τους λίγους γέρους που έμειναν στο χωριό. Εναλλάξ. Δύο έμειναν τελικά. Πάντα δύο για να μην ανακατώνονται οι παρατάξεις. Οι δύο σημαίες ξέφτισαν. Μείναν τα ξάρτια τους σαν τα σκοινιά της απλώστρας χωρίς μπουγάδα. Μόνο η ταμπέλα έχει μείνει σε καλή κατάσταση. Την προστατεύει η μαρκίζα.

Τα παιδιά του χωριού για να πάνε σχολείο τα παίρνει το ταξί. Μόλις τελειώσουν το λύκειο φεύγουν. Πάνε στις πόλεις. Να χαθούν. Να προκόψουν. Τα χωράφια λόγγωσαν. Οι νέοι ξέχασαν πως γίνεται η καλλιέργεια. Οι νέες ψάχνουν ένα σίγουρο μισθό και ας είναι και ψίχουλα. Αν έχουν λίγο μπόι τις παίρνουν στα σώματα ασφαλείας ή στον στρατό. Μπα, στρατός θέλει διάβασμα. Στην αστυνομία καλύτερα. Σε δύο μήνες παίρνουν την στολή. Θα βρουν και έναν αστυνομικό και θα περάσουν την ζωή τους ήσυχα. Πόσο χαμηλά πέφτει ο άνθρωπος.Σε αυτήν την φωτογραφία που με βλέπεις αυτό κοιτάω.

Είμαι η Χλυσάνθη των μικρών παιδιών. 



Παναγιώτης Οικονομίδης: Σχετικά με τον συντάκτη




Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια