Χάραλντ Σίγκουρντσον, ο "τελευταίος Βίκινγκ βασιλιάς"

Ο Χάραλντ Hardråde έγινε πολεμιστής των Βίκινγκ σε ηλικία 15 ετών
 
Ο βασιλιάς Χάραλντ Γ' της Νορβηγίας, πιο γνωστός ως Χάραλντ Hardråde, πριν γίνει ο τελευταίος βασιλιάς των Βίκινγκ, πέρασε περίπου 15 χρόνια στην εξορία ως μισθοφόρος και στρατιωτικός διοικητής στο Κράτος των Ρως και του Τάγματος των Βαράγγων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ  διεκδίκησε ανεπιτυχώς το θρόνο της Δανίας και τον αγγλικό θρόνο.
 
Δείτε ακόμη:

 
 Το 1066 μ.Χ., ο Χάραλντ Γ' ως βασιλιάς της Νορβηγίας πλέον, οδήγησε μια ορδή Σκανδιναβών σε μια εισβολή στην Αγγλία για να διεκδικήσει το στέμμα, αλλά ο θάνατός του στη μάχη σηματοδότησε το οριστικό τέλος της Εποχής των Βίκινγκ.

Ο Σίγκουρντσον, που απέκτησε το επίθετο Hardråde (το οποίο μεταφράζεται σχεδόν ως "σκληρός κυβερνήτης" ή "αποφασιστικός"), είχε αποδειχθεί αξιόπιστος ηγέτης με ακεραιότητα και θάρρος σε μάχες στη Νορβηγία,την Ρωσία, το Ιράκ, την Ιερουσαλήμ και τη Σικελία. Τον Σεπτέμβριο του 1066, έφτασε στις αγγλικές ακτές με μια αμφισβητήσιμη αξίωση για τον θρόνο και σχεδόν 10.000 άνδρες πρόθυμους να πολεμήσουν για αυτόν.

Στις 25 Σεπτεμβρίου όμως, στη μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ, οι Βίκινγκς ήταν απρόσεκτοι, ο -τελευταίος- Αγγλοσάξωνας βασιλιάς Χάρολντ Γκόντβινσον διέθετε πολύ μεγαλύτερο στρατό από τον αναμενόμενο και οι Σκανδιναβοί σφαγιάστηκαν. Η Αγγλία δεν απειλήθηκε ποτέ ξανά από τους Βίκινγκ και ο Χάραλντ έγινε γνωστός ως ο "τελευταίος Βίκινγκ βασιλιάς". Ωστόσο, η εκστρατεία του είχε σημαντικές προεκτάσεις. Μόλις τρεις εβδομάδες αργότερα, ο ίδιος ο Γκόντβισον ηττήθηκε από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή της Νορμανδίας, εγκαινιάζοντας εκατοντάδες χρόνια νορμανδικής κυριαρχίας στην Αγγλία και αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας.
 
Όλο αυτό το αιματηρό έπος έγινε σειρά στο Netflix με τίτλο "Vikings: Valhalla".

Τα πρώτα χρόνια και η εξορία του Χάραλντ
 
 
Ο Χάραλντ Σίγκουρντσον γεννήθηκε το 1015 στο Ringerike της Νορβηγίας και τον μεγάλωσε η μητέρα του, Asta Gudbrandsdatter -από την οποία είχε τρία ετεροθαλή αδέρφια-, με τον δεύτερο σύζυγό της, Sigur Syr. Ο σημαντικότερος από τα αδέρφια του ήταν ο βασιλιάς Όλαφ Β' της Νορβηγίας (αργότερα άγιος Όλαφ), ο οποίος στέφθηκε λίγους μήνες μετά τη γέννηση του Χάραλντ.

Στα 15 του, πολέμησε μαζί με τον ετεροθαλή αδερφό του Όλαφ Β', ο οποίος είχε χάσει τον θρόνο από τον Δανό βασιλιά Κνουτ τον Μέγα, και είχε εξοριστεί από τη Νορβηγία. Το 1030 μ.Χ., ο Χάραλντ προσπάθησε να βοηθήσει τον Όλαφ να ανακτήσει την εξουσία, αλλά σε μια αιματηρή μάχη στο Στίκλεσταντ ο εξόριστος βασιλιάς σκοτώθηκε.

Αν και ο Χάραλντ έδειξε μεγάλη ανδρεία στη μάχη, τραυματίστηκε σοβαρά και, για να ξεφύγει από τους Δανούς, τράπηκε σε φυγή.

"Τώρα, σέρνομαι από πτώμα σε πτώμα, χωρίς αξία. Ποιος ξέρει πόσο ψηλά θα με αναγγείλουν μια μέρα", έγραψε.

Το 1037, αναζήτησε καταφύγιο στην πόλη Στάραγια Λάντογκα στο Κράτος των Ρως, και εγκαταστάθηκε στη δεύτερη σημαντικότερη πόλη, το Νόβγκοροντ, το οποίο εκείνη την εποχή έφθανε στη μέγιστη ακμή του υπό την ηγεσία του Βαράγγου Μέγα Πρίγκηπα Γιάροσλαβ του Σοφού και ο οποίος τον υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκάλες. Η σύζυγος του Γιάροσλαβ είχε μακρινή συγγένεια με τον Χάραλντ.
 
Για δύο χρόνια, ο Χάραλντ υπηρέτησε στον στρατό του Γιάροσλαβ και μετά ταξίδεψε νότια, στο Βυζάντιο.

Ο Βίκινγκ πολεμιστής στη βυζαντινή αυτοκρατορική φρουρά
 
Η Φρουρά των Βαράγγων από τα χρονικά του 11ου αιώνα των Βυζαντινών ηγεμόνων του Ιωάννη Σκυλίτζη

Πλέοντας κατά μήκος του ποταμού Δνείπερου, ο Χάραλντ διέσχισε τη Μαύρη Θάλασσα και, τον τον Αύγουστο του 1034, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Εκείνη την εποχή, η πρωτεύουσα του Βυζαντίου ήταν γνωστή στους Σκανδιναβούς ως Miklagard, δηλαδή "Μεγάλη Πόλη".

Πλέον, ο Χάραλντ είχε γίνει ένας περιπλανώμενος πολεμιστής, αλλά βρήκε τον σκοπό του στην Φρουρά των Βαράγγων, που αποτελούνταν από επίλεκτους Σκανδιναβούς πολεμιστές που προστάτευαν την πόλη και τον αυτοκράτορα. Με την αυτοκρατορία να εκτείνεται από την Ιταλία μέχρι την Ιερουσαλήμ, η παρουσία της εν λόγω φρουράς δεν ήταν έκπληξη.
 
Ο Χάραλντ κατετάγη στην φρουρά σε μια αιματηρή περιπέτεια. "Επιτέθηκαν με απερίσκεπτη οργή και δεν τους ενδιέφερε αν θα χυθεί αίμα ή αν θα τραυματιστούν", ανέφερε μια σύγχρονη πηγή, ενώ τον περιέγραψαν ως "κεραυνό του Βορρά, ένας λοιμός για όλους".

Ο Χάραλντ πέρασε σχεδόν μια δεκαετία στην Φρουρά, υπηρετώντας τέσσερις αυτοκράτορες -τους Μιχαήλ Δ' τον Παφλαγόνα, Μιχαήλ Ε' τον Καλαφάτη, Ζωή την Πορφυρογέννητη και Κωνσταντίνο Θ' το Μονομάχο- και μάζεψε μεγάλη περιουσία. Για τα επιτεύγματά του προήχθη από νωρίς σε Ακόλουθο (αντίστοιχο του σημερινού αντισυνταγματάρχη) και μολονότι ήταν αγράμματος και πολύ νέος, του ανατέθηκε η διοίκηση της Φρουράς. Υπό τις οδηγίες του, οι Βαράγγοι σημείωσαν σπουδαίες στρατιωτικές επιτυχίες και διακρίθηκαν στη χρήση ανορθόδοξων μεθόδων -όπως τον εμπρησμό εχθρικών κάστρων με φλεγόμενα πουλιά ή υποκρινόμενοι απροθυμία να πολεμήσουν, ώστε οι αντίπαλοι να νομίσουν πως νίκησαν και να βγουν από τα οχυρά τους. Συνολικά έλαβε μέρος σε έντεκα μεγάλες μάχες -κατά των Αράβων στη Μ. Ασία, την Αφρική και τη Σικελία, καθώς και στην Βουλγαρία κατά των Βουλγάρων και τη νότια Ιταλία κατά των Σαρακηνών. Την περιουσία που αποκόμιζε από τις εκστρατείες φρόντιζε να την "αποταμιεύει", στέλνοντάς την για φύλαξη στο Νόβγκοροντ, ώστε να είναι σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει. . 
 
Δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο πώς σταμάτησε η καριέρα του στο βυζαντινό στρατό. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του για να διεκδικήσει το θρόνο. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Χάραλντ έπεσε θύμα ερωτικού πάθους: η αυτοκράτειρα Ζωή ήταν ερωτευμένη μαζί του, αλλά αυτός ήθελε να παντρευτεί την ανιψιά της, Μαρία. Η Ζωή αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της και έπεισε το σύζυγό της Κωνσταντίνο Θ' να τον φυλακίσει, με το πρόσχημα ότι είχε υπεξαιρέσει λάφυρα. Ο Χάραλντ απέδρασε, απήγαγε τη Μαρία και διέφυγε στον Εύξεινο Πόντο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, όταν πια βεβαιώθηκε ότι έχει ξεφύγει από κάθε κίνδυνο, έστειλε τη Μαρία πίσω στη Ζωή για να "της αποδείξει πόσο αδύναμη ήταν μπροστά του".

Το 1042, επέστρεψε στο Νόβγκοροντ και παντρεύτηκε την κόρη του Γιάροσλαβ, Ελισάβετ. Ταυτόχρονα, έδωσε στον Μέγα Πρίγκηπα ζωτικής σημασίας πληροφορίες για να ηγηθεί μιας επίθεσης στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ανησυχητικά νέα ήρθαν από την πατρίδα του και έφυγε για τη Νορβηγία.

Η επιστροφή του βασιλιά Χάραλντ και η πτώση των Βίκινγκ
 
Η Μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ, Peter Nicolai Arbo, 1870
 
Το 1045 μ.Χ., έμαθε ότι ο γιος του ετεροθαλούς αδερφού του Όλαφ Β', Μάγκνους, είχε στεφθεί βασιλιάς της Νορβηγίας και της Δανίας. Ο Χάραλντ συμμάχησε με τον Σβεν Έστριντσον, διεκδικητή τότε θρόνου της Δανίας και αργότερα Σβεν Β', για να ηγηθεί μιας επίθεσης στον Μάγκνους, ο οποίος έχοντας μεγάλη ανάγκη για χρήματα για τα βασιλικά θησαυροφυλάκια, προσέφερε συμβιβασμό.

Οι Μάγκνους και Χάραλντ θα υπηρετούσαν ως συγκυβερνήτες της Νορβηγίας, ενώ ο Σβεν, τον οποίο ο Μάγκνους είχε ήδη νικήσει μία φορά σε μάχη, θα κληρονομούσε το Βασίλειο της Δανίας μετά το θάνατο του Μάγκνους. Λιγότερο από δύο χρόνια αργότερα, ο Μάγκνους πέθανε -καθιστώντας τον Χάραλντ τον έναν και μοναδικό βασιλιά της Νορβηγίας.

Μετά τον θάνατο του ανιψιού του, ο -πλέον- βασιλιάς Χάραλντ Γ' της Νορβηγίας συνειδητοποίησε ότι είχε έγκυρη αξίωση για τον αγγλικό θρόνο. Χρόνια νωρίτερα, ο Σκανδιναβός βασιλιάς της Δανίας και της Αγγλίας, Αρθακανούτος, είχε ορκιστεί να χαρίσει στον Μάγκνους τα βασίλειά του. Όμως ο τελευταίος δεν ενδιαφερόταν για την Αγγλία, προτιμώντας να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στη διακυβέρνηση της Σκανδιναβίας.

Έτσι, έγινε βασιλιάς της Αγγλίας ο ετεροθαλής αδελφός του Αρθακανούτου, ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής. Ως διάδοχος του Μάγκνους, ο Χάραλντ ένιωσε εξαπατημένος και έβαλε ως σκοπό του να αποκαταστήσει τη μεγάλη "Αυτοκρατορία της Βόρειας Θάλασσας" που είχε ιδρύσει ο πατέρας του Αρθακανούτου, Κνουτ ο Μέγας, ενώνοντας τα βασίλεια της Αγγλίας, της Νορβηγίας και της Δανίας για άλλη μια φορά.
 
Η μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ από το "Ζωή του Βασιλιά Εδουάρδου του Εξομολογητή", 13ος αιώνας
 
Όμως, το 1066 πέθανε ο Εδουάρδος και στο θρόνο ανέβηκε ένας Άγγλος ευγενής, ο Χάρολντ Γκόντβινσον. Ο Χάραλντ -μαζί με τον αδελφό του Εδουάρδου, Τόστιγκ- ξεκίνησε την εισβολή του στην Αγγλία με χιλιάδες στρατεύματα σε εκατοντάδες πλοία.

Τελικά, αυτή η τολμηρή προσπάθεια κατέληξε σε καταστροφή στη Μάχη του Στάμφορντ Μπριτζ. Λίγες στιγμές πριν 12.000 άντρες ξεκινήσουν το μακελειό για τον αγγλικό θρόνο, ο βασιλιάς Χάρολντ προσέφερε στον Τόστιγκ, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνθηκολογούσε, να του δώσει πίσω τον τίτλο του (κόμης). Πιστός στον Χάραλντ, εκείνος ρώτησε τι θα κέρδιζε ο Βίκινγκ βασιλιάς.

"Επτά πόδια αγγλικού εδάφους, καθώς είναι ψηλότερος από άλλους άνδρες", απάντησε ο Χάρολντ. Ήταν η προσφορά του για τον τάφο του Χάραλντ.

Αποφασισμένος να πάρει το θρόνο, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1066, ο Χάραλντ σχεδίασε μια αιφνιδιαστική επίθεση. Αν και ο μύθος λέει ότι πολέμησε σαν αληθινός "berserker" για το στέμμα, ο Σκανδιναβός ηγέτης πέθανε μαζί με τον έμπιστό του Τόστιγκ, ενώ οι επιζώντες εισβολείς είχαν ασφαλή διέλευση ώστε να γυρίσουν πίσω στη Νορβηγία, για να μην εισβάλουν ποτέ ξανά. Από τα 300 πλοία, μόνο 25 επέστρεψαν στη Νορβηγία. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του, τα οστά του Χάραλντ μεταφέρθηκαν στο Νιντάρος (σημερινό Τρόντχαϊμ) και τοποθετήθηκαν στο Ναό της Μαρίας.

Με το θάνατο του Χάραλντ έκλεισε μία μεγάλη περίοδος της σκανδιναβικής ιστορίας, η Εποχή των Βίκινγκ. Οι διάδοχοί του ακολούθησαν διαφορετική πολιτική, αυτήν της ειρηνικής συμβίωσης με τη Δυτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα την εδραίωση του χριστιανισμού και το σταδιακό εξευρωπαϊσμό των σκανδιναβικών λαών. Για το λόγο αυτό, συχνά, ο Χάραλντ περιγράφεται ως ο "τελευταίος Βίκινγκ βασιλιάς".

Ιστορίες για το Χάραλντ Σίγκουρντσον
 
Μνημείο για τον Χάραλντ στο Όσλο της Νορβηγίας

Σε μια εκστρατεία, ο βυζαντινός στρατός έπρεπε να στρατοπεδεύσει σε ένα παραθαλάσσιο δάσος. Οι βαράγγοι του Χάραλντ πρόλαβαν το καλύτερο σημείο (σε ένα μικρό ύψωμα) και άφησαν για τους υπόλοιπους στρατιώτες το πεδινό. Γενικά τα χαμηλά σημεία μειονεκτούν, επειδή σε περίπτωση βροχής πλημμυρίζουν από τα ρυάκια που σχηματίζονται στα γύρω υψώματα. Τότε άρχισαν φιλονικίες ανάμεσα στο Χάραλντ και το στρατηγό Γρηγόριο, που ήθελε να στήσει στο ίδιο σημείο τις σκηνές της προσωπικής φρουράς του. Ο Χάραλντ αρνήθηκε να υπακούσει -λέγοντας ότι η Βαραγγική Φρουρά υπακούει μόνο στο θρόνο- και η κατάσταση έφθασε στα πρόθυρα σύγκρουσης, αλλά αποτράπηκε την τελευταία στιγμή όταν παρενέβησαν οι πιο ψύχραιμοι οι οποίοι τους προέτρεψαν να κάνουν κλήρωση. Οι δύο άνδρες σημάδεψαν από έναν λαχνό, τον οποίο έριξαν σε ένα κουτί, και όποιος λαχνός έβγαινε πρώτος θα έδινε το δικαίωμα στρατοπέδευσης στο ύψωμα. Ο Γρηγόριος σημάδεψε το λαχνό του, αλλά ο Χάραλντ είδε το σημάδι του και έκανε ακριβώς το ίδιο στον δικό του. Όταν έγινε η κλήρωση, ο Χάραλντ πήρε τον λαχνό του και τον πέταξε στη θάλασσα, λέγοντας πως είναι σίγουρος ότι πρόκειται για το δικό του. Ο Γρηγόριος έβγαλε αυτόν που είχε απομείνει, είδε το σημάδι του και αναγκάσθηκε να υποχωρήσει, χωρίς να καταλάβει το κόλπο του Χάραλντ.

Σε μία εκστρατεία στη Σικελία, ο στρατός πολιορκούσε μία πόλη αλλά αδυνατούσε για καιρό να την καταλάβει, γιατί τα τείχη της ήταν ισχυρά και οι προμήθειες των πολιορκημένων έφθαναν για πολύ καιρό ακόμα. Ο Χάραλντ κατάφερε να το εκπορθήσει με ένα φρικτό τέχνασμα. Είχε παρατηρήσει ότι τη μέρα έβγαιναν από το κάστρο μικρά πουλιά που αναζητούσαν τροφή στην ύπαιθρο και μετά επέστρεφαν στην πόλη, προφανώς για να ταΐσουν τα μικρά τους. Έβαλε τότε τους άνδρες του να πιάσουν όσα περισσότερα μπορούσαν και, αφού τους έδεσε στην πλάτη ξυλάκια αλειμμένα με πίσσα, κερί και θειάφι, τους έβαλε φωτιά και τα άφησε ελεύθερα όλα την ίδια στιγμή. Τα πουλιά ενστικτωδώς πέταξαν προς τις φωλιές τους. Ξεκίνησαν έτσι συγχρόνως εκατοντάδες μικρές φωτιές, οι οποίες από τις φωλιές μεταδίδονταν στις στέγες των σπιτιών μέχρι που έγιναν μαζική πυρκαγιά και κάηκε όλη η πόλη. Μετά από αυτό, οι πύλες των τειχών άνοιξαν και οι κάτοικοι παραδόθηκαν.

Σε μία άλλη παρόμοια περίπτωση, οι βαράγγοι του Χάραλντ έσκαψαν μία σήραγγα. Λόγω του σκληρού εδάφους, αναγκάσθηκαν να εκτρέψουν για πολλές ημέρες το ρου ενός μικρού ποταμού ώστε να μαλακώσουν το χώμα. Οι αμυνόμενοι δεν το αντιλήφθηκαν, διότι ήταν αφοσιωμένοι στις επιθέσεις που δέχονταν από τα άλλα τμήματα του βυζαντινού στρατού. Μην έχοντας σχέδια του εσωτερικού της πόλης, ο υπόνομος κατέληξε σε μία τραπεζαρία όπου έτρωγαν και ξεκουράζονταν στρατιώτες των αμυνομένων. Αμέσως οι Βαράγγοι τους ακινητοποίησαν και κάποιοι έτρεξαν να ανοίξουν τις πύλες, εξαναγκάζοντας την πόλη σε παράδοση.

Όταν κάποτε ο επίδοξος σύμμαχός του Σβεν τον ρώτησε ποιο κομμάτι της περιουσίας που μάζεψε στο Βυζάντιο είναι το πολυτιμότερο, ο Χάραλντ απάντησε "Το λάβαρό μου, γιατί όποιος μπει πίσω από αυτό αποκλείεται να χάσει". Μία άλλη φορά, παραμονές μίας σημαντικής μάχης, οι επιτελείς του τον συμβούλευαν να υποχωρήσει και να μην οδηγήσει τα στρατεύματά του σε μάχη, υπό το φόβο της υπεροπλίας των αντιπάλων. Ο Χάραλντ διαφώνησε και διέταξε γενική επίθεση, με τα λόγια "Προτιμώ να πεθάνω όρθιος παρά να ζήσω γονατιστός".

Σύμφωνα με το θρύλο, καθώς επέστρεφε στη Νορβηγία για να διεκδικήσει το στέμμα, ο Χάραλντ συναντήθηκε σε μία σκηνή με το βασιλιά Μάγκνους. Ο Μάγκνους του προσέφερε τον τίτλο του συμβασιλέως με πλήρη δικαιώματα, υπό το μοναδικό όρο πως όταν βρίσκονταν μαζί θα κρατούσε αυτός τα πρωτεία. Μετά τη συνάντηση, ο Χάραλντ επέστρεψε στο πλοίο του. Το άλλο πρωί επέστρεψε στη σκηνή και μοίρασε άδεια κράνη στη βασιλική φρουρά. Βλέποντας την έκδηλη απορία στο πρόσωπο του Μάγκνους, είπε, "Χθές μου προσφέρατε το μισό βασίλειο που αναστήσατε με το αίμα σας. Γι' αυτό κι εγώ σήμερα σας προσφέρω τη μισή περιουσία που κέρδισα με το αίμα μου". Τότε οι συνοδοί του Χάραλντ άρχισαν να γεμίζουν τα άδεια κράνη με χρυσάφι, σφραγίζοντας τη συμφωνία.

από: ati με πληροφορίες από wikipedia

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια