Κοάζοντας αμέριμνοι στους 90 βαθμούς

 

Του Νίκου Βεντούρα

Ίσως έχετε ακούσει τη γνωστή (σε βαθμό κλισέ) αλληγορία περί «βρασίματος του βατράχου» [1]:

«Αν βάλεις ένα βάτραχο σε βραστό νερό θα πηδήξει αμέσως έξω. Αν όμως τον βάλεις σε μια κατσαρόλα με χλιαρό νερό και αυξήσεις σιγά-σιγά την θερμοκρασία, θα καταλήξει να βράζει χωρίς να το πάρει χαμπάρι»

Η ιδέα είναι πως το ίδιο συμβαίνει με διάφορες κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Ότι, δηλαδή, εισάγονται σταδιακά, ώστε να θεωρούμε την κάθε μεμονωμένη αλλαγή ανάξια λόγου, ώσπου, κάποια στιγμή συνειδητοποιούμε ότι έχουν αλλάξει τα πάντα σε σχέση με πριν.

Ταυτόχρονα οι μόνοι που μπορούν να συνειδητοποιήσουν βιωματικά τη χειροτέρευση σε επίπεδο δεκαετιών (αυτοί δηλαδή που έζησαν και την προηγούμενη κατάσταση), είτε βολεύτηκαν με τις αλλαγές, είτε αρχίζουν και παροπλίζονται, ενώ οι νεότεροι που μεγάλωσαν εξαρχής στη νέα πραγματικότητα, ακόμα και αν θέλουν να την αλλάξουν, ξεκινούν από αυτήν ως εμπειρία της «κανονικότητας».

Ένα παιδί είκοσι-κάτι ετών σήμερα, για παράδειγμα, μπήκε στην εφηβεία την εποχή των Μνημονίων, πέρασε στο πανεπιστήμιο την εποχή της κατάργησης του «ακαδημαϊκού ασύλου», εντάχθηκε (;) στην εργασία στην εποχή του 30% νεανικής ανεργίας και του κατώτατου μισθού των 663 ευρώ, και άρχισε να ψηφίζει επί κυβέρνησης Μητσοτάκη, ενώ η αριστερά που γνώρισε ήταν ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ [2].

Ακόμα και αν διαφωνεί με όλα αυτά, πάντως τα αναγνωρίζει ως πραγματικότητα, και ξεκινάει να διεκδικεί με αυτά ως αφετηρία. Όχι από το επίπεδο του 2000 ή του 1990 ― όπου πολλές σημερινές πολιτικές και συνθήκες θα ήταν αδιανόητες (και θα αντιμετωπίζονταν με μαζικές αντιδράσεις).

Τα γράφω όλα αυτά όχι για να υμνήσω νοσταλγικά τις προ-μνημονιακές δεκαετίες σε στυλ Αλέκου Παπαδόπουλου, αλλά για να περιγράψω μια εν εξελίξει διαδικασία «βρασίματος του βατράχου», σε παγκόσμιο επίπεδο.

Το νερό της κατσαρόλας που μας πέταξαν στην αρχή ήταν σε θερμοκρασία δωματίου – εξίσου ευχάριστο με το νερό της λιμνούλας που πλατσουρίζαμε πριν.

Έτσι θα περιέγραφα την πρώιμη περίοδο του web και της κινητής τηλεφωνίας. To λεγόμενο “web surfing” αντικαθιστούσε για πολύ κόσμο την τηλεθέαση με περιεχόμενο πλουραλιστικότερο και βαθύτερο: ενημερωτικές σελίδες, ομάδες συζητήσεων, μηχανές αναζήτησης για κάθε γούστο, προσωπικές σελίδες, πειρατική μουσική και λογισμικό, φλερτ και κουβεντολόι στα τσατ ρουμς, και δυνατότητα για παγκόσμια διαδραστικότητα χωρίς περιορισμούς και λογοκρισίες.

Ταυτόχρονα, μια σειρά χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως η πληρωμή λογαριασμών, γίνονταν ευκολότερες, χάρη στο διαδίκτυο και το κινητό τηλέφωνο, που την ίδια εποχή επιβάλλονταν ως αξεσουάρ. Όλα αυτά, άλλωστε, εκτός από να προσφέρουν μερικές ευκολίες και εναλλακτικές πηγές διασκέδασης και ενημέρωσης, ελάχιστα επηρέασαν την καθημερινή ζωή, η οποία, στο μεγαλύτερο μέρος της συνεχίζονταν στα γνώριμα πλαίσια.

Ενώ όμως βολευόμασταν στην κατσαρόλα ― και μασουλάγαμε και κάνα καροτάκι ―, κάποιοι ανέβαζαν σταδιακά τη θερμοκρασία του γκαζιού.

Στα καυτά νερά που προέκυψαν εικοσιπέντε χρόνια μετά,

– κάθε εργασιακός κλάδος (από τη λιανική, την υγεία, και την εστίαση, έως τον τουρισμό, την ενημέρωση, και την εκπαίδευση) έχει αλλάξει, με την «αποδοτικότητα» (το βαθμό ξεζουμίσματος) να εκτοξεύεται στα ύψη χάρη στο διαδίκτυο, τους εργαζομένους προσβάσιμους στα αφεντικά όλο το 24ωρο χάρη σε κινητά, emails, Slack, κλπ., την ενοικίαση εργαζομένων μέσω διαδικτυακών υπηρεσιών να καθίσταται κατεστημένη πρακτική, και ο πρώην «μπλοκάκιας», αποστερημένος από κάθε εργατική προστασία,  μετονομάζεται σε επιχειρηματία «αφεντικό του εαυτού του», μέσω υπηρεσιών όπως Uber, Lyft, Deliveroo, και του λεγόμενου “gig economy” [3]

– ο ρόλος των media στη διασκέδαση και το δημόσιο διάλογο περνάει σε ελάχιστες υπερ-εταιρίες τεχνολογίας (Big Tech), µε το μονοπώλιο στην αναζήτηση της πληροφορίας να ανήκει στο Google [4], το μονοπώλιο του video στο YouTube (ίδιος όμιλος), της μουσικής και των ταινιών σε 3-4 εταιρίες streaming, του βιβλίου και της λιανικής (ειδικά στην Αμερική) στην Amazon [5], και την πρόσβαση στην εξυπηρέτηση καθημερινών γραφειοκρατικών και καταναλωτικών αναγκών (ή «αναγκών») να εξαρτάται από κινητά που βασίζονται σε λειτουργικά της Apple και του Google [6],

– ταυτόχρονα, οι φιλικές, πολιτικές, κοινωνικές, ακόμα και κινηματικές συζητήσεις να έχουν περάσει σε μεγάλο βαθμό από φυσικούς χώρους στα Facebook και Twitter, ενώ το διάβασμα της εφημερίδας («η καθημερινή προσευχή του ρεαλιστή» κατά τον Χέγκελ) και το περιστασιακό web surfing των 90ς-00ς έχει δώσει τη θέση του στο doom scrolling [7] (το αέναο refresh σελίδων και εφαρμογών για την επόμενη ανάρτηση στα social, το επόμενο βίντεο, το επόμενο tweet, κλπ) στο οποίο, σύμφωνα με στατιστικές, ο μέσος δυτικός άνθρωπος τρώει δυο με τρείς ώρες την ημέρα,

Όλα αυτά, δεν τα περιγράφω ως κάποιο ζοφερό μέλλον (και για όσους μεγάλωσαν με αυτά, και τα θεωρούν «απλά Δευτέρα», να διαβεβαιώσω ότι είναι όντως ζοφερά σε σχέση με ό,τι ίσχυε παλιότερα). Τα παραπάνω δεν είναι το τελικό βράσιμο ― είναι η προχθεσινή μας χλιαρή ακόμα κατάσταση. Κάπου στους 60 βαθμούς.

Το βράσιμο επιταχύνεται ― και οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν ― με τα τρία κακά της μοίρας μας: τον Τραμπ, τον Covid-19, και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Ο Τραμπάκουλας, πέρα από ό,τι ήταν ο ίδιος (δηλαδή χυδαίος νεόπλουτος γιάνκης), υπήρξε πολύ βολικός εχθρός για το Αμερικανικό κατεστημένο. Εξαιτίας της φοβερής «απειλής» την οποία συνιστούσε (επιμένοντας στην απο-παγκοσμιοποίηση και στον απομονωτισμό), κατάφερε και κινητοποίησε ένα τεράστιο πολυ-συλλεκτικό μηχανισμό εναντίον του.

Αυτή η φάση, μας άφησε κληρονομιά την νομιμοποίηση του ελέγχου της Big Tech όχι απλά στη μετάδοση, αλλά και στην πρόσβαση στην πληροφορία. Από το κλείσιμο λογαριασμών, και το κατέβασμα αναρτήσεων και ομάδων (deplatforming), έως την νομιμοποίηση του fact checking επί των ειδήσεων, της χρηματικής λογοκρισίας (demonetization, κόψιμο της δυνατότητας για crowdfunding) ή και της ανοικτής στέρησης πρόσβασης σε (υποτιθέμενα ουδέτερες) υπηρεσίες hosting [8].

Το web (το οποίο ξεκίνησε και χαιρετίστηκε ως η δυνατότητα να ακουστούν «χίλιες» παγκόσμιες φωνές αλλά και η γνώμη του «απλού πολίτη» [9], κατέληξε σε είκοσι μόλις χρόνια σε μια ροή πληροφορίας ελεγχόμενη από μετρημένες στα δάχτυλα ενός χεριού υπερ-εταιρείες  (συγκεντρωμένες άλλωστε όλες σε μια χώρα, και εκφράζοντας τα δικά της πολιτικά και πολιτισμικά συμφέροντα και προτιμήσεις).

Όταν βέβαια μαρκάραν τα τουίτς του Τραμπάκουλα ήταν εντάξει, γιατί ήταν κακός. Το ότι τεχνολογικές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα σε συνεργασία με πολιτικά κόμματα και «υπερεσίες» αποκτούσαν δικαίωμα λογοκρισίας ακόμη και στο λόγο του εν ενεργεία Αμερικανού Προέδρου δεν προβλημάτισε πολλούς, ως προς το τι σημαίνει για το μέλλον, και πως θα μεταφέρονταν στον απλό πολίτη που δεν έχει βέβαια την εξουσία και την προστασία του, ή για την λογοκρισία εναντίων τρίτων χωρών ή «ευαίσθητων θεμάτων».

Αρκεί να θυμηθούμε πόσο γρήγορα μπήκαν με ενθουσιασμό στο παιχνίδι και οι Ευρωπαίοι ― συμπεριλαμβανομένων ημών εδώ, με την «Hellenic Hoaxes» [10], να αρχίζει συνεργασία με το Facebook για να μας καθαρίσει από την παραπληροφόρηση και να δώσει τη σωστή γραμμή.

Όχι ότι οι δικοί μας αποτελούν εξαίρεση: με την ίδια επιπολαιότητα, ξεχείλωμα των γεγονότων, και με άγαρμπη χρήση της «επίσημης αλήθειας» (ό,τι πει το κράτος και οι «έγκριτοι» του) ως θέσφατο, λειτουργούν και οι ξένοι fact checkers.

Η κληρονομιά της εποχής του Τραμπ λοιπόν (δηλαδή της μάχης των «υπερασπιστών της δημοκρατίας»), είναι η θεσμοποίηση του ελέγχου της πληροφορίας από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, η σύγκλιση πολιτικών μηχανισμών και παρα-μηχανισμών με αυτές, η κανονικοποίηση του “fact checking” όχι από τους δημοσιογράφους και όσους φέρουν την ευθύνη του λόγου τους, αλλά από επιχειρήσεις, επί τούτου ομάδες, και ειδικούς, και όλα αυτά στη μάχη ενάντια στην «παραπληροφόρηση» και τους εσωτερικούς και εξωτερικούς «εχθρούς».

O Covid-19 υπήρξε η επόμενη φάση του βρασμού. Δεν εννοώ εδώ πως πρόκειται για «στημένη υστερία ενώ δεν υπήρχε κίνδυνος» ή «συνωμοσία για να πουλήσουν εμβόλια» κλπ. Απλά ότι βρέθηκε μια βολική αφορμή για να παρθούν πρωτοβουλίες, να περάσουν νόμοι, και να κινηθούν τα πράγματα σε συμφέρουσες κατευθύνσεις. Όπως έλεγε ο Littlefinger στο Game of Thrones, “Chaos is a ladder”, ή όπως λέγανε στα χωριά μας «αφού βρήκαμε παπά, ας θάψουμε πέντε έξι».

Η συνεισφορά του Covid-19 στη βατραχοσουπα μας, πέρα από το οικονομικό σοκ το οποίο συνοδεύτηκε από τεράστια αναδιανομή πλούτου, υπήρξε η εξοικείωση μέγα μέρους των δυτικών πληθυσμών σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στις συμβατές με αυτήν κρατικές υπερεξουσίες (από απαγορεύσεις κυκλοφορίας έως παρακολούθηση επαφών, και από κλειστά μαγαζιά και σύνορα, έως υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις και διώξεις για απόκλιση από τη γραμμή των ειδικών ― άσχετο αν η ίδια άλλαζε κάθε δεύτερη εβδομάδα).

Ταυτόχρονα, η κρίση του covid βοήθησε να προχωρήσει με όρους fast track η εξάρτηση των πολιτών από διαδικτυακές εφαρμογές και συναλλαγές ― από την εργασία και την εκπαίδευση, έως τη διατροφή. Κύβος κνορ σε αυτό το στάδιο της σούπας μας, οι «ηλεκτρονικές ταυτότητες», οι οποίες έκαναν την πρώτη τους δειλή εμφάνιση σε περιορισμένη μορφή, ως ηλεκτρονικά υγειονομικά πάσα.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ήρθε να επιταχύνει το βαθμό βρασμού, κρίνοντας με πόση «ομοψυχία» οι δυτικές κυβερνήσεις, ιδιωτικές (αλλά πατριωτικές και πονόψυχες) εταιρίες, και άλλοι ευγενείς φορείς, συστρατεύτηκαν (από μακριά) ενάντια στον εισβολέα, επέβαλλαν οικονομικές κυρώσεις, περιόρισαν την ενημέρωση στα λεγόμενα της μιας πλευράς, αλλά και θέσπισαν «επιτρεπτές εκφράσεις μίσους» [11].

Δεν είναι τόσο η αμερόληπτη πονοψυχία ― αλλιώς θα έκαναν τις ίδιες συγκινητικές χειρονομίες και σε πολέμους για τους οποίους ευθύνονται οι ίδιοι ή προσφιλείς τους ηγέτες (π.χ. τα McDonalds θα έπαυαν τις δραστηριότητες τους στις ΗΠΑ όσο διαρκεί ο πόλεμος στο Ιρακ). Είναι περισσότερο μια ευκαιρία, μετά την πρόβα επί Τραμπ και covid-19, για δοκιμή του ολοκληρωτικού ενημερωτικού πολέμου (αφού ο πυρηνικός πόλεμος αργεί, και άλλωστε τον δοκίμασαν ήδη μια φορά, επίσης μονομερώς).

Ταυτόχρονα, η όλη συστράτευση θέτει τις βάσεις (και καθορίζει πρόσωπα και δυναμικές) σε έναν ενιαίο δυτικό χώρο, σε νεο-ψυχροπολεμική αντιπαράθεση με την Κίνα, όπου η Ευρώπη, αφού έχει ήδη σταδιακά χάσει κάθε ουσιαστικό πλανητικό ρόλο από το 1945 και μετά, θα παίζει και πάλι τον πρόθυμο λαλάκα.

Οδηγούμαστε σε ένα νέο ψυχροπολεμικό κόσμο, του οποίου πέραν των συνήθων φορέων, έχουμε τις μεγάλες εταιρίες σε σύνθετο ρόλο (προπαγάνδας, λογοκρισίας, πειθαρχίας, και παρακολούθησης), τους πληθυσμούς μαθημένους σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και στρατιωτικού τύπου μέτρα, και συγκεντρωμένες υπερεξουσίες στα χέρια των κρατών, ορισμένες από τις οποίες επιλέγουν να δώσουν υπεργολαβία.

Στον πρώτο ψυχρό-πόλεμο, για παράδειγμα, ο γερουσιαστής Μακάρθι και η επιτροπή του κυνηγούσαν τους κομμουνιστές και όσους δεν είχαν υγιή εθνική ιδεολογία, στο Χόλυγουντ, τον Τύπο, και τη διανόηση. Αντίθετα, ο Μακάρθι του 21ου αιώνα είναι ιδιωτικοποιημένος, και τον ρόλο του τον έχουν επιμεριστεί «αυτοβούλως» γιγάντιες εταιρείες τεχνολογίας. Ας όψονται τα «εθνικόφρονα» στελέχη, και τα κρατικά καρότα (δημόσια συμβόλαια, φοροαπαλλαγές, μονοπώλια) και μαστίγια (φορολογία, έλεγχοι, πρόστιμα, και άλλοι μοχλοί πίεσης).

Το cancel culture ήδη βοήθησε να κανονικοποιηθεί η λογοκρισία σε όποιον δεν έχει τη σωστή γραμμή στα κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα. Από εκεί ώς το να αξιοποιηθεί για να πολεμήσει την παραπληροφόρηση σε θέματα του ψυχρού πολέμου είναι ένα τσιγάρο, συγνώμη, ένα vape, δρόμος: «Όταν έκαναν cancel τους κακούς δεν αντέδρασα, δεν ήμουν κακός», κλπ…

Τελικό συστατικό στην όλη σούπα, η οποία πλησιάζει επιτέλους στη θερμοκρασία βρασμού, είναι το ψηφιακό χρήμα.

Όταν οι Καναδοί απεργοί φορτηγατζήδες δεν ενεδωσαν στις απειλές και το τσαμπουκά της κυβέρνησης, ο Τρυντώ απλά έδωσε εντολή και δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί και τα περιουσιακά τους στοιχεία [12]. Όταν υποστηρικτές του κινήματος μάζεψαν χρήματα για τη συνέχιση της απεργίας μέσω ιδιωτικής σελίδας χρηματοδοτήσεων (crowdfunding), αυτή τους μπλόκαρε [13].

Και αν αυτή η διαδικασία (που πάντως πέτυχε το στόχο της) ήδη εξετάζεται για τη νομιμότητα της, αντίστοιχες κινήσεις για μελλοντικές απεργίες (ή μεμονωμένες περιπτώσεις «αντιφρονούντων») θα είναι πολύ πιο εύκολες, και στην πλήρη ευχέρεια της κυβέρνησης και φιλικών εταιριών.

Το «ψηφιακό νόμισμα», για παράδειγμα, για το οποίο συζητούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση [14], και το οποίο ήδη ετοιμάζει ο Μπάιντεν για την Αμερική [15], θα επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να ελέγχει απόλυτα τη διανομή του χρήματος, χωρίς τράπεζες ως μεσάζοντες και χωρίς φυσικά χαρτονομίσματα.

Αυτό καθιστά την μαζική διαταγή «παγώματος» λογαριασμών π.χ. απεργών μια πανεύκολη υπόθεση. Ταυτόχρονα, ανοίγει και μια σειρά πιο προχωρημένων δυστοπικών δυνατοτήτων [16]. Για παράδειγμα η κυβέρνηση θα μπορούσε να τονώσει την αγορά σε περίοδο ύφεσης, πληρώνοντας τους εργαζόμενους με ψηφιακό χρήμα που «λήγει» από το λογαριασμό τους αν δεν ξοδευτεί εγκαίρως (δεν είναι σενάριο Ε.Φ., ήδη δοκιμάζεται στην Κίνα – τη χώρα που πρώτη άλλωστε, πριν 14 αιώνες, ανέπτυξε το παραδοσιακό χαρτονόμισμα).

Σε ένα προσεχές μέλλον επιβαρυμένο από τις επιπτώσεις του covid (οι οποίες καλύφθηκαν προσωρινά με πολιτικές «ανοιχτής κάνουλας» από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα και την EKT), με την έξτρα ύφεση που θα φέρει ο πόλεμος και οι επιπλοκές του στο κόστος της ενέργειας, και με μια συνεχιζόμενη από προ-covid φτωχοποίηση, μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα επιζεί ακριβώς χάρη σε κρατικές παροχές και επιδόματα. Αυτά ― όπως τα welfare checks της Αμερικής που έρχονται με όρους για το τι μπορείς να αγοράσεις, και τα δικά μας voucher σίτισης (Ticket Restaurant) ― θα είναι το ευκολότερο να περάσουν ετσιθελικά στο ψηφιακό κρατικό νόμισμα, εξασφαλίζοντας έτσι τον άμεσο έλεγχο τις πλέον αδύναμης μερίδας του πληθυσμού.

Εδώ πλέον αρκεί λίγο αλατάκι κατά το γούστο σας.

Κατα τα άλλα η σούπα μας, με βάτραχο, καροτάκι, σελινάκι, λαδάκι, πιπεράκι, κρατικό-επιχειρηματική συνεργασιούλα για χρηματοπιστωτικό έλεγχο, μαζική παρακολουθίτσα, και διαχειρισούλα του δημοσίου λόγου, είναι έτοιμη για σερβίρισμα.









[9] https://en.wikipedia.org/wiki/You_(Time_Person_of_the_Year)








Πηγή: thepressproject.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια