Ανεργία και γραφειοκρατίες της επιβίωσης: όψεις της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας στο νομοσχέδιο «Δουλειές Ξανά»

Φωτογραφία : https://www.dailyartmagazine.com/the-art-of-antonio-berni-through-many-styles-one-timeless-message/

Της Βασιλικής Παπαγεωργίου *

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και των υπόλοιπων αλλεπάλληλων και εγκιβωτισμένων κρίσεων, ιδίως της υγειονομικής,  είναι πλέον εμφανές ότι τα εθνικά κράτη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στον ευρωπαϊκό χώρο, εφαρμόζουν με ταχείς ρυθμούς το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της καθαρής οικονομίας της αγοράς, συγκαλυμμένο  από τη ρητορική της ανάπτυξης, όπως αυτή που εμπεριέχεται στα ποικίλα “σχέδια ανάκαμψης”. Το κράτος πρόνοιας υποχωρεί δραματικά, εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάνονται, και ένα μεγάλο μέρος πληθυσμού φτωχοποιείται.

Αυτή η “ρεζέρβα” εργατικού δυναμικού κινείται ανάμεσα σε διαστήματα ανεργίας και προσωρινής/ ευέλικτης/ άτυπης απασχόλησης, είτε ανάμεσα σε μηδενικό εισόδημα και κάποιας μορφής επιδότηση/οικονομική παροχή. Επιπλέον είναι ένα κοινωνικό σώμα κατά κανόνα εκτός εκπροσώπησης, κυρίως αν μιλάμε για τους άνεργους, αφού δεν υπάρχει συλλογικός φορέας που να αντισταθμίζει την απουσία του θεσμοθετημένου συνδικαλισμού– πλεονέκτημα που σε κάποιο βαθμό δε στερούνται οι εργαζόμενοι (αν και αυτό είναι μία γενίκευση που δε φαίνεται να ισχύει στον ίδιο βαθμό για κατηγορίες που περιλαμβάνουν έκτακτους  του δημοσίου τομέα ή πολλούς εργαζόμενους του ιδιωτικού).

Η κρατική πολιτική των τελευταίων χρόνων, που ασκείται σε τέτοιες συνθήκες και έχει ως πρωταρχικό στόχο την διαχείριση αυτού του συλλογικού σώματος, επιχειρεί να διασφαλίσει, πρώτον, την επιτυχή ένταξή του στο σύστημα κοινωνικής ανισότητας και, δεύτερον, την πειθάρχηση και συμμόρφωσή του με αυτό. Πρόκειται για τη μορφή της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας, σύμφωνα με το φουκωικής καταβολής θεωρητικό πρίσμα, η οποία εκπληρώνει μια “τέχνη της διακυβέρνησης”, που βασίζεται όχι στην άσκηση άμεσης βίας, αλλά στην κατασκευή υποκειμένων μέσα από μηχανισμούς υπακοής, πειθάρχησης, ελέγχου και την εισαγωγή του προσήκοντος   καθεστώτος γνώσης και αλήθειας.

Στο κείμενο του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εργασίας με την ονομασία «Δουλειές Ξανά», που τέθηκε πριν λίγες ημέρες σε δημόσια διαβούλευση,  (ηλεκτρονικά στο http://www.opengov.gr/minlab/?p=5611, το διάστημα από 15/3 ως 29/3) εντοπίζουμε, –  σε πλήρη αντιστοιχία με τους παραπάνω ορισμούς και προϋποθέσεις –  μια νέα εκδοχή βιοπολιτικής του κοινωνικού σώματος των ανέργων, που προεξαγγέλλεται από τη μετονομασία του οργανισμού ΟΑΕΔ (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού) σε ΔΥΠΑ (Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης), και, καθώς αφαιρεί το λεκτικό “εργατικό δυναμικό” από τον τίτλο του, σημειοδοτεί μια κρίσιμη μετάβαση. Αυτό που προτείνεται συνολικά, αποτελείται από ένα συνονθύλευμα πολιτικών, που στοχεύουν στο να τακτοποιήσουν με αυστηρές οριοθετήσεις τη διαχείριση ανέργων, να ρυθμίσουν αμφισημίες, να κλείσουν τις “ρωγμές” εκείνες από τις πρακτικές των υποκειμένων που, προσπαθώντας να αντισταθούν στη βία της θεσμικής διολίσθησης του κράτους στην οικονομία της αγοράς,  ανά πάσα στιγμή ενδέχεται να  θέσουν υπό αμφισβήτηση τις βασικές αρχές της κρατικής πολιτικής που τους επιβάλλεται.

Το βασικό περίγραμμα των μέτρων που αφορούν κατά βάση στους ανέργους (στο παρόν σημείωμα στέκομαι και σχολιάζω αυτά κυρίως, παρότι όλα τα άρθρα συνδέονται μεταξύ τους σε ένα κοινό πολιτικό σχεδιασμό), συνίσταται στον περιορισμό και την αυστηροποίηση  των  κριτηρίων ανεργίας/ αναζήτησης εργασίας, παράλληλα με ένα αυταρχικό σύστημα ποινών και τιμωριών (που περιλαμβάνουν και την αφαίρεση του δικαιώματος στα επιδόματα) σε περίπτωση που κάποιος παρατυπήσει, αθετήσει δηλαδή τις λεγόμενες “υποχρεώσεις” του προς τη ΔΥΠΑ. Αξίζει να υπογραμμιστεί, μια ιδιάζουσα εμμονή με τη συμπεριφορά του ανέργου, ο οποίος  πρέπει να δείχνει έθος προσαρμογής και καλής θέλησης με το να συμμορφώνεται με υποδείξεις που του γίνονται, όχι μόνο για εργασία αλλά και για κατάρτιση. Άλλωστε, υπάρχει πρόνοια  και για την “ψηφιακή κάρτα ανέργου”, όπου θα καταγράφεται το ιστορικό του.

Είναι φανερό ότι οι πολιτικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου στοχεύουν στον έλεγχο της ζωής του ανέργου (βιοεξουσία), με το να ρυθμίζουν την ατομική του συμπεριφορά, ασκώντας πειθαρχική εξουσία. Ενδέχεται, μάλιστα, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η  βία που εξασκείται ως προς το να αποδεχτεί ο άνεργος προτάσεις της ΔΥΠΑ, π.χ., για κατάρτιση, να συνιστά απλά επιτέλεση  ενός γραφειοκρατικού καθήκοντος και τίποτε πιο ουσιαστικά αποτελεσματικό για τον ίδιο.  Ανάλογα, και ο διοικητικός μηχανισμός που κατανέμεται στους ρόλους των διοικητικών υπαλλήλων της (αναγγελλόμενης) ΔΥΠΑ/ΟΑΕΔ, καλείται να εφαρμόζει τις διώξεις και τα ποινολόγια, μετατρεπόμενος αναγκαστικά σε φορέα της βιοεξουσίας, που αντί να είναι αρωγός των ανέργων πολιτών, τους ελέγχει  και τους θεωρεί ανά πάσα στιγμή υπόλογους παραπτωμάτων.

Η γλώσσα του νομοσχεδίου αναπαράγει τη γλώσσα της αγοράς, με έμφαση στο ατομικό, (εξατομικευμένες προσεγγίσεις, ατομικό σχέδιο δράσης), και με προτεραιότητα στις δεξιότητες και στη συνεχιζόμενη κατάρτιση, σε συμφωνία με το πνεύμα της επισφάλειας, της υποτίμησης των τίτλων σπουδών, της αποσύνδεσης σπουδών-επαγγέλματος, της περίφημης ευελιξίας και άλλων ευφημισμών απασχόλησης (“αναβάθμιση των δεξιοτήτων”, “επανειδίκευση”, “επανακατάρτιση”). Ακόμη περισσότερο, η γλώσσα αυτή αντανακλά την αγορά στην πιο σκληρή, νεοφιλελεύθερη εκδοχή της (ανταγωνισμός, φόβος, αίσθημα απειλής, συμβιβασμός, συμμόρφωση, αλλοτρίωση, ατομισμός, έλλειψη προσδοκιών κλπ).

Η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση έχει σκοπό να παράγει υποκείμενα του συμφέροντος, που εμφορούνται από το έθος του ανταγωνισμού, αδύναμα να σχετιστούν και να συγκροτήσουν συλλογικότητες σε κοινωνική/ ταξική βάση. Εξάλλου,  ενώ αντιμάχεται και – στην ουσία –  εξαφανίζει το κοινωνικό κράτος, εκχωρεί στο κράτος  πρωτεύοντα  κατασταλτικό και ρυθμιστικό ρόλο,  τέτοιον, που να διασφαλίζει   τις τεχνικές διακυβέρνησης που είναι απαραίτητες, ώστε το πολιτικό σώμα να ενσωματωθεί σε νέες μορφές και τεχνολογίες πειθάρχησης. 

Αυτή η βιοπολιτική απαιτεί μια πύκνωση της γραφειοκρατίας, που βασίζεται σε συνεχείς ταξινομήσεις ένταξης και αποκλεισμού και σε συστήματα ποινών και αμοιβών, με αποτέλεσμα να εξασκεί, να πειθαρχεί και να συμμορφώνει τα υποκείμενα προκειμένου να προσαρμόζονται, προπάντων, σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης και όχι, στην πραγματικότητα, να εξυπηρετούν τις ανάγκες τους. Και παρόλη την ιδεολογική φενάκη ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα διευκολύνει το κοινό των συναλλασσόμενων, εν τέλει ο πολίτης   καθίσταται χρήστης μιας δυσνόητης γραφειοκρατίας, αυταρχικά απαιτητικής και ασφυκτικά περιοριστικής. Αυτό εξάλλου καταδεικνύει το πνεύμα και η γενικότερη φιλοσοφία του  νομοσχεδίου «Δουλειές Ξανά».

Σε αυτό το πλαίσιο ο εαυτός/το άτομο καλείται να είναι (πολίτης) σε εγρήγορση, ψηφιακά εγγράμματος, διαχειριστής των γραφειοκρατικών προσδιοριστικών του, ενσυνείδητος και πειθαρχημένος εφαρμοστής της γραφειοκρατικής πολιτειότητας με άλλα λόγια ένας χρήστης του γραφειοκρατικού – ψηφιακά απεικονισμένου, υπολογιστικά σχεδιασμένου – συστήματος, όπως  ακριβώς αναπαρίσταται το πορτραίτο του “ιδανικού ανέργου” στο νομοσχέδιο για τη ΔΥΠΑ.

Με τον τρόπο που είδαμε, ο άνεργος είναι το πολιτικό υποκείμενο στο οποίο ασκούνται διπλά δεσμά, η βία της ανεργίας, αλλά και η βία της διαχείρισης της ανεργίας: με το να επιβάλλονται σε αυτόν  γραφειοκρατίες της επιβίωσης, που συνεπάγονται ένα ψυχοφθόρο  κυνήγι επάρκειας, δηλαδή, κάλυψης κριτηρίων και προϋποθέσεων. Πρόκειται, εξάλλου, για μια ρουτίνα ανάξια και υποτιμημένη, που αρμόζει σε αυτούς στους οποίους προσφέρεται, ως η καλύτερη δυνατή επιλογή.

Στη συμβολική βία που επιχειρεί να εγχαράξει ο πολιτικός λόγος του νομοσχεδίου «Δουλειές Ξανά», βρίσκουμε μορφές της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, που παριστάνει ότι συνιστά κοινωνική πολιτική ανεργίας μια σειρά μέτρων χειραγώγησης του ανέργου,  που του εντείνουν το αίσθημα της ανασφάλειας και την πίεση να υποκύπτει στην εκμετάλλευση, με το πρόσχημα του – δήθεν – εξαιρετικού “προνομίου” των διαφημισμένων προτάσεων απασχόλησης. Μάλιστα αυτή η συμβολική βία, αναπαράγει την καρικατούρα του “τεμπέλη ανέργου”, ή και του “ανέργου εισοδηματία”, που τόσο προσφιλώς αναπαράγεται στο δημόσιο λόγο και στα μίντια της κατεστημένης τάξης.

Είναι χρέος και ανάγκη να εργαστούμε ενάντια στο μοντέλο ανέργου που κατασκευάζει η νεοφιλελεύθερη τάξη, εκφοβισμένου, ακινητοποιημένου και χωρίς φωνή, με τη στέρηση του δικαιώματος να στοχάζεται και να σχεδιάζει το μέλλον του, αφού δεν έχει έλεγχο επί του παρόντος του. Ενάντια στο δυστοπικό ατομικισμό, είναι ανάγκη να επιδιώξουμε μια συμβολική ανατροπή, έναν αγώνα ριζοσπαστικής επαναθεώρησης, που θα θέσει στο προσκήνιο το αλληλέγγυο υποκείμενο και θα συμπαρασύρει σε αγωνιστική κίνηση το βαριά πληγωμένο κοινωνικό σώμα.*

__________________________________________________

*Εξαιρετικά ενδιαφέρον και διαφωτιστικό  θα βρει ο αναγνώστης το μαχητικό έργο του σπουδαίου Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu, Αντεπίθεση πυρών. Για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνημα (ελλ. Έκδοση 2017, εκδ. Πατάκη). Τα κείμενα του διανοούμενου που συγκεντρώνονται στον τόμο αυτό, είναι προσανατολισμένα στην προοπτική των αγώνων –  από κοινού –  εργαζόμενων και ανέργων, και προτείνουν δράσεις για ένα συλλογικό κίνημα, ενάντια στη βία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και στην επέλαση της οικονομίας της αγοράς. 

* Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος-Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Δρ Εργασιακή Σύμβουλος Ανέργων, ΟΑΕΔ

Πηγή: atexnos.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια