Πόλεμος και ειρήνη

Γράφει ο Απόστολος Παπαδημητρίου

Η Εκκλησία προβάλλει τον Ιησού Χριστό ως τον άρχοντα της ειρήνης. Εξ αυτού συνάγεται η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι λαοί, που έχουν άσπασθεί τη χριστιανική πίστη είναι φιλειρηνικοί και δεν εμπλέκονται σε πολέμους, καταστροφικούς, κατά το παρελθόν, καταστροφικότατους, στην εποχή μας. Θεμέλιο της εσφαλμένης αντίληψης είναι ο προσδιορισμός λαών ως χριστιανικών. Συνέπεια αυτού είναι οι επικρίσεις των κριτικά ή εχθρικά διακειμένων έναντι της Εκκλησίας ότι οι χριστιανοί είναι πολεμοχαρείς και ευθύνονται για πλήθος πολέμων, οι οποίοι αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα.

Οι ορθόδοξοι σπεύδουμε να αντικρούσουμε την κατηγορία με την επισήμανση ότι οι χριστιανοί της Δύσης, κύριοι υπεύθυνοι για πρόκληση πλήθους πολέμων, ως αιρετικοί, δεν είναι μέλη της Εκκλησίας. Βέβαια το επιχείρημα προκαλεί θυμηδία σ΄ εκείνους που δεν έχουν τη διάθεση να ασχοληθούν με τις δογματικές διαφορές μεταξύ χριστιανών και, πολύ περισσότερο να συνειδητοποιήσουν, ότι το ορθό δόγμα καλλιεργεί και ορθό ήθος. Όμως σε πολέμους έχουν εμπλακεί και ορθόδοξοι λαοί. Μάλιστα η πρόσφατη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο λαών, στη μεγάλη πλειοψηφία τους ορθοδόξων πολιτών, απογυμνώνει το επιχείρημα ότι οι ορθόδοξοι διαφέρουν κατά το ήθος. Να διευκρινίσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των κατά την ταυτότητα ορθοδόξων και των, λίγων, που προσπαθούν να βιώσουν ασκητικά εναντιούμενοι στην πλημμυρίδα της εκκοσμίκευσης.

Η άγνοια του τι είναι Εκκλησία επιφέρει τη σύγχυση τόσο μεταξύ πολλών υπερασπιστών, όσο και μεταξύ των κατηγόρων της Εκκλησίας. Η Εκκλησία καταδικάζει κατά τρόπο σαφέστατο την οποιαδήποτε μορφή βίας πόσο μάλλον τον πόλεμο. Η διδασκαλία του Χριστού εξαπλώθηκε στους λαούς περί τη λεκάνη της Μεσογείου με αίμα, αίμα όμως των μαρτύρων της πίστης και όχι των εχθρών της. Η Εκκλησία καλεί διαχρονικά τα μέλη της να δώσουν τη μαρτυρία και, εν ανάγκη, να υποστούν το μαρτύριο. Βέβαια κατά τους τρείς πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, η Εκκλησία βρισκόταν εκτός νόμου και υπό διωγμόν. Αυτοί οι τρείς λαμπροί αιώνες είναι πλήρως απαξιωμένοι από μικρόψυχους ιστορικούς και κοινωνικούς αναλυτές. Σπεύδουν αυτοί να εστιάσουν την προσοχή τους, αλλά και την προσοχή του κοινού, μέσω των εργασιών τους, στα όσα ακολούθησαν την αναγνώριση της νέας πίστης πρώτα από τον Καίσαρα της ενιαίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μετέπειτα από τους ηγεμόνες εκχριστιανισμένων λαών, οι οποίοι, ακολουθώντας το παράδειγμα των ηγεμόνων τους, βαπτίστηκαν χριστιανοί. Οι σκοπιμότητες, οι διπλωματικοί ελιγμοί και άλλα συμβάντα αποδείχνουν σαφέστατα αποκλίνουσα πορεία του σώματος της Εκκλησίας από εκείνη των Αποστόλων και των μαρτύρων. Η αναγνώριση Αυτής εκ μέρους του Καίσαρα στάθηκε η απαρχή της εκκοσμίκευσης. Πολλοί περί τον Καίσαρα βαπτίστηκαν για λόγους συμφέροντος (εύνοια του ηγεμόνα). Άλλοι θεώρησαν ως θεάρεστο έργο την καταδίωξη των αντιφρονούντων (αιρετικών). Η μετά μανίας καταδίωξη κορυφώθηκε στη χριστιανική Δύση («Ιερή εξέταση», διωγμός διαμαρτυρομένων).

Η εμφάνιση του μοναχισμού, πριν ακόμη από το τέλος των διωγμών κατά της Εκκλησίας, μαρτυρεί την αντίδραση στην τάση εκκοσμίκευσης του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι, κατά συνέπεια, πολύ σημαντική η επισήμανση ότι υπήρξε ιστορικό σφάλμα ο χαρακτηρισμός λαών συλλήβδην ως χριστιανικών, πολύ περισσότερο των ηγεμόνων αυτών ως χριστιανών, όταν αυτοί, κατά την άσκηση της εξουσίας τους, λόγω φιλαρχίας και απληστίας, καταφρόνησαν τη διδασκαλία του Ευαγγελίου καταδυνάστευσαν τους λαούς και προκάλεσαν αιματηρούς πολέμους.

Η Εκκλησία αναγνώρισε ήδη κατά την πρώιμη περίοδο το αυτοκέφαλο στη διοίκηση των τοπικών Εκκλησιών με τον σχηματισμό των πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Η φιλοδοξία όμως δεν εξέλιπε ποτέ ακόμη και από εκκλησιαστικά πρόσωπα. Έτσι κατά τον 6ο αιώνα ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ως εδρεύων στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, έλαβε τον τίτλο οικουμενικός. Μετά δεκαετίες πάπας της Ρώμης, ο Γρηγόριος, γνωστός ως Διάλογος, άγιος της Εκκλησίας, αποκαλούσε τον εαυτό του «δούλο των δούλων του Θεού». Η εισβολή των βαρβάρων Λομβαρδών στη βόρεια Ιταλία και η απειλή κατά της Ρώμης επέβαλε την ταπείνωσή του. Όταν, αργότερα, οι Φράγκοι υπέταξαν όλη την Ιταλία και το Βατικανό, ο πάπας, με την εύνοιά τους, άρχισε να διεκδικεί το πρωτείο, αν και αποκόπηκε από την Εκκλησία, και σχετικά πρόσφατα πρόσθεσε στις δογματικές αποκλίσεις και το αλάθητο. Τα Πατριαρχεία της Ανατολής κατά τον 7ο αιώνα υποδουλώθηκαν στον Άραβα κατακτητή και κατά τον 16ο στον Οθωμανό. Έκτοτε παραμένουν υποδουλωμένα με μικρό αριθμητικά ποίμνιο. Τον 15ο αιώνα δουλώθηκε και η έδρα του οικουμενικού Πατριαρχείου και δουλωμένη παραμένει.

Τον 16ο αιώνα άρχισε η ενδυνάμωση του ρωσικού κράτους, μετά την απελευθέρωσή του από τους Μογγόλους. Άρχισαν οι πιέσεις προς τη μητέρα Εκκλησία για την εκχώρηση αυτοκεφαλίας και την ανύψωση της Εκκλησίας της Ρωσίας σε Πατριαρχείο. Οι Ρώσοι επέτυχαν τους στόχους τους, άρχισαν όμως παράλληλα να καλλιεργούν το ιδεολόγημα της Τρίτης Ρώμης: Η κοσμικά ισχυρή τοπική Εκκλησία ή η πλέον πολυπληθής πρέπει να έχει και την πρωτοκαθεδρία. Αλλά και εμείς οι Έλληνες καλλιεργήσαμε το ιδεολόγημα ότι οι ορθόδοξοι της Μέσης Ανατολής και Αιγύπτου, οι εναπομείνατες Ρωμηοί, όπως και αυτοπροσδιορίζονται, είναι Έλληνες και τα Πατριαρχεία Ελληνικά. Κάποιοι αισθάνθηκαν οδύνη, όταν το Πατριαρχείο Αντιοχείας κατέστη αραβόφωνο, ωσάν η Εκκλησία να αναγνωρίζει γλώσσες ιερές και μη, όπως το Βατικανό. Ελληνικά θεωρούν πολλοί ομοεθνείς μας τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων και αγωνιούν εκ του ότι κάποια από αυτά, λόγω λειψανδρίας, εποφθαλμιούν οι ομόδοξοι Ρώσοι, ενώ δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο εκ του σιωνισμού, που έχει τις δικές του βλέψεις.

Ο αναδυθείς, μετά τη γαλλική επανάσταση εθνικισμός, που εισέβαλε με τη μορφή λαίλαπας στη Βαλκανική, είχε ως συνέπεια την έντονη αντιπαράθεση των χριστιανικών λαών αυτής και την πρόκληση τραυμάτων στο εκκλησιαστικό σώμα, το ενιαίο υποτίθεται. Αρχή του κακού αποτέλεσε το σχίσμα της ελλαδικής Εκκλησίας (1833), κατ’ απαίτηση των Βαυαρών εξουσιαστών, με το επιχείρημα ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρισκόταν σε αιχμαλωσία. Άραγε η ελλαδική Εκκλησία υπήρξε έκτοτε και παραμένει ελεύθερη ή το καθεστώς της νόμω κρατούσης Πολιτείας της έχει επιβάλει βρόχο; Το κακό παράδειγμα της ελλαδικής Εκκλησίας ακολούθησαν και οι άλλοι λαοί, οι Βούλγαροι πρώτα με τη θερμή στήριξη της Ρωσίας, πριν ακόμη σχηματισθεί ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος (1870). Η διαμάχη για τον προσεταιρισμό ποιμνίου οδήγησε στον ένοπλο Μακεδονικό αγώνα, πλήγμα οδυνηρό για δύο ομόδοξους λαούς, υποδουλωμένους όχι μόνο σε ξένο δυνάστη, αλλά και στο εθνικιστικό ιδεολόγημα. Σταδιακά υιοθετήθηκε από πολλούς η άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να έχει εθνικά χαρακτηριστικά, να υπηρετεί το Έθνος και να ευλογεί τα όπλα του. Λησμονούν ότι η Εκκλησία δεν ευλογεί όπλα, αλλά μας καλεί να δώσουμε μαρτυρία Χριστού και να υποστούμε το μαρτύριο. Και όμως πολλοί κληρικοί χρεώθηκαν έναντι του Θεού, για να πιστώσουν το Έθνος τους, το, κατά κανόνα, αγνώμον.

Για να καλυφθεί πλήρως το θέμα, θα απαιτηθεί ένα ακόμη άρθρο.

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια