Οι πραγματικοί Άθως, Πόρθος, Άραμις και Ντ’ Αρτανιάν

Σχέδιο του Μορίς Λελουάρ, 1894 - πηγή
 
Ο Άθως, ο Πόρθος, ο Άραμις και ο Ντ' Αρντανιάν, οι Σωματοφύλακες που έγιναν διάσημοι από τον Αλέξανδρο Δουμά -και τις πολλές ταινίες που ενέπνευσαν οι ιστορίες του- είναι οι πιο γνωστοί από τα συντάγματα του παλαιού καθεστώτος της Γαλλίας.
 
Αυτοί οι ήρωες έχουν ιστορικούς αντίστοιχους.

Η προέλευση των Μουσκετοφόρων, όπως ονομαζόταν το σύνταγμα, εντοπίζεται στο 1600, όταν ο Ερρίκος Δ' σχημάτισε τους "carabin" (Καραμπινιέρους), μια μονάδα ελαφρού ιππικού οπλισμένο με μακριά πυροβόλα όπλα, τα αρκεβούζια, οι οποίοι έγιναν γνωστοί για την σκοπευτική τους δεινότητα. Το 1615, κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας του Λουδοβίκου ΙΓ', οι άντρες της μονάδας μοιράστηκαν μεταξύ άλλων μονάδων ελαφρού ιππικού, των οποίων οι δεξιότητες ήταν σε αποστολές αναγνώρισης.

Όμως, το 1622, ο ίδιος Λουδοβίκος, θέλοντας το δικό του ειδικό σύνταγμα, αναμόρφωσε τη μονάδα καθιστώντας την σε ετοιμότητα για μια εκστρατεία κατά των Ουγενότων, και αντικατέστησε τα αρκεβούζια με μουσκέτα, δημιουργώντας τους Μουσκετοφόρους του Βασιλιά, τους Σωματοφύλακες όπως είναι γνωστοί στους περισσότερους.

Οι πραγματικοί Μουσκετοφόροι
 
Μουσκετοφόρος της Φρουράς, 1660 - πηγή

Οι Μουσκετοφόροι ήταν ένα επίλεκτο σύνταγμα από την αρχή. Σχεδόν όλοι οι νεοσύλλεκτοι ήταν ευγενείς, αν και η στρατιωτική ικανότητα παρέμενε κύρια απαίτηση. Σε μεγάλο βαθμό ήταν ένα νεαρό σύνταγμα, καθώς οι νεαροί που κατατάσσονταν ήταν 16 ή 17 ετών.

Οι νεοσύλλεκτοι ήταν κυρίως από την Γασκώνη και, πιο συγκεκριμένα, από το Μπεάρν (Béarnais, ιστορική και πολιτισμική περιοχή της νοτιοδυτικής Γαλλίας, που περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του νομού Ατλαντικών Πυρηναίων), οι οποίοι φημίζονταν για τη γενναιότητά τους. Ωστόσο, ίσως τους προτιμούσαν προς τιμήν του Ερρίκου Δ', ο οποίος επίσης καταγόταν από αυτή την περιοχή. Αρχικά, είχαν δικό τους διοικητή, αλλά ο Λουδοβίκος ΙΓ' ήταν τόσο περήφανος γι' αυτούς που, το 1634, όρισε τον εαυτό του ανώτατο διοικητή τους και δημιούργησε τη θέση του διοικητή για τη διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας του συντάγματος.

Οι Σωματοφύλακες, που αποτελούνταν από πεζικό και ιππικό, ήταν επιδέξιοι στην ξιφομαχία και στα πυροβόλα. Ο τρόπος που υπηρέτησαν διέφερε ανάλογα με το αν η Γαλλία βρισκόταν σε ειρήνη ή σε πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της ειρήνης, χρησίμευαν ως συνοδοί του βασιλιά και διοργάνωναν εικονικές μάχες για την ψυχαγωγία της Αυλής, ενώ, στον Λουδοβίκο ΙΔ' άρεσε ιδιαίτερα να τους επιδεικνύει σε στρατιωτικές επιθεωρήσεις. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνόδευαν τον βασιλιά στο μέτωπο, ηγούνταν επιθέσεων σε πολιορκίες, έκαναν επικίνδυνους ελιγμούς και υπηρετούσαν ως φρουροί του βασιλιά.

Η έδρα τους ήταν στο Παρίσι, κοντά στο Λούβρο, αλλά το 1682 ο Λουδοβίκος ΙΔ' μετέφερε την αυλή του στο Παλάτι των Βερσαλλιών. Εκεί, ένα απόσπασμα Σωματοφυλάκων ήταν έτοιμο να εκπληρώσει τις όποιες διαταγές του, που περιελάμβαναν την εκτέλεση ευαίσθητων καθηκόντων, όπως τη σύλληψη σημαντικών προσώπων.

Ο πραγματικός ανταγωνισμός των σωματοφυλάκων με τη φρουρά του καρδινάλιου Ρισελιέ
 
Απεικόνιση των Μουσκετοφόρων του Καρδιναλίου, των μεγάλων αντιπάλων εκείνων του βασιλιά - πηγή

Ο καρδινάλιος Ρισελιέ, πρώτος υπουργός του Λουδοβίκου ΙΓ', είχε τη δική του φρουρά. Πολιτική του ήταν να αρνηθεί το ανώτερο αξίωμα των ευγενών, περιορίζοντας έτσι τη δύναμή τους και κάνοντας τους να εξαρτώνται από τον βασιλιά για τη θέση και την εύνοια. Αυτό, δεδομένου ότι οι περισσότεροι Σωματοφύλακες ήταν ευγενείς, προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια, η οποία μετατράπηκε σε ανταγωνισμό μεταξύ των δύο συνταγμάτων.

Οι μονομαχίες ή οι "συναντήσεις" ήταν διαβόητες και θεωρήθηκαν ως άθλημα από τον βασιλιά και τον υπουργό του. Όταν ο καρδινάλιος Μαζαρέν αντικατέστησε τον Ρισελιέ, διατήρησε αυτή την πολιτική. Ωστόσο, ο Μαζαρέν προσπάθησε να τοποθετήσει τον ανιψιό του και μελλοντικό Δούκα του Νεβέρ (duc de Nevers), Philippe Jules Mancini, επικεφαλής των Σωματοφυλάκων. Αυτό θεωρήθηκε εξωφρενικό και ένας από αυτούς που του αντιτάχθηκαν σε αυτό ήταν ο τότε διοικητής, Troisvilles -το πραγματικό αντίστοιχο του κυρίου ντε Τρεβίλ (Monsieur de Tréville) από τα μυθιστορήματα του Δουμά. Το 1646, ο Μαζαρέν έλυσε το πρόβλημα διαλύοντας απλώς το σύνταγμα, δηλώνοντας ότι δεν ήταν απαραίτητο όσο ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ' ήταν ανήλικος.

Οι Σωματοφύλακες ήταν ήδη θρύλοι και, το 1657, αποκαταστάθηκαν με τον Λουδοβίκο ΙΔ' ως ανώτατος διοικητής τους και τον 15χρονο Νεβέρ ως διοικητή. Σύντομα, φάνηκε ότι κάποιος άλλος έπρεπε να έχει τη διοίκηση και έτσι δημιουργήθηκε η θέση του υπολοχαγού, η οποία τελικά θα καλυπτόταν από τον πραγματικό ντ’ Αρτανιάν.

Εν τω μεταξύ, ο Μαζαρέν είχε δημιουργήσει τη δική του φρουρά, την οποία, το 1660, παραχώρησε στον Λουδοβίκο ΙΔ'. Τρία χρόνια αργότερα, έγινε ο δεύτερος λόχος Σωματοφυλάκων, με ανώτατο διοικητή και πάλι τον βασιλιά και τον Νεβέρ διοικητή της μονάδας. Με τον καιρό, υπήρξε μια μικρή διαφορά μεταξύ των δύο μονάδων, που ξεχώριζαν κυρίως από το χρώμα των αλόγων τους: γκρι για την πρώτη, μαύρο για τη δεύτερη.

Οι Σωματοφύλακες συμμετείχαν σε πολλές μάχες, με πιο αξιοσημείωτες την πολιορκία του Λα Ροσέλ (1627-28), τη μάχη του Ρουβρόι (1632), τη μάχη των Αμμόλοφων (1658) και την πολιορκία της Κάντια (1669). Αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του Εννεαετούς Πολέμου (1688-97) και του Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής (1701-14).

Η τελευταία τους μάχη θα ήταν στη μάχη του Φοντενουά το 1745, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής. Έκτοτε, ο Λουδοβίκος ΙΕ' τους χρησιμοποίησε μόνο για τελετουργικά καθήκοντα και ο διάδοχός του, Λουδοβίκος ΙΣΤ', τους διέλυσε το 1776, αν και ο Λουδοβίκος ΙΗ' τους επανέφερε για 18 μήνες -1814-15- κατά την άνοδό του κατά την εξορία του Ναπολέοντα.

Ωστόσο, το σύνταγμα είχε "μεγαλώσει" στην φαντασία του κοινού και η μνήμη τους θα αναζωογονούνταν χάρη στον Αλέξανδρο Δουμά όταν δημοσίευσε το Les Trois Mousquetaires (1844) ως σίριαλ στην εφημερίδα Le Siècle.

Ποιοι ήταν οι Τρεις Σωματοφύλακες;
 

Ο Δουμάς είχε βρει τους ήρωές του στα ψευδοαπομνημονεύματα "Mémoire de Monsieur d’Artagnan" του Gatien Courtilz de Sandras, αλλά τους έκανε δικούς του. Τους έκανε επίσης αρκετά χρόνια μεγαλύτερους από τους χαρακτήρες του Courtiltz, ώστε να μπορέσουν να συμμετάσχουν στην πολιορκία της Λα Ροσέλ και στην "υπόθεση των διαμαντιών της βασίλισσας".

Αυτό που μπορεί να μην ήξερε ο Δούμας ήταν ότι ο ντ’ Αρτανιάν και οι σύντροφοί του ήταν πραγματικοί.

Ο πραγματικός ν' Αρντανιάν, ο Charles de Batz de Castelmore (Σαρλ ντε Μπατ ντε Καστελμόρ)
 
Άγαλμα του ντε Καστελμόρ στο Μάαστριχτ - πηγή

Ο Charles de Batz de Castelmore γεννήθηκε το 1613/15 στο σατό Castelmore, κοντά στο Lupiac στη νοτιοδυτική Γαλλία. Ήταν ο νεότερος γιος μιας πρόσφατα εξευγενισμένης αλλά σχετικά φτωχής οικογένειας. Εντάχθηκε στους Gardes, ένα επίλεκτο σύνταγμα που ανήκε στον βασιλιά, όπου, το 1635, υπηρέτησε υπό τις διαταγές του François de Guillon Des Essarts, χρησιμοποιώντας το οικογενειακό όνομα της μητέρας του, d'Artagnan, ως ψευδώνυμο.

Ο ντ' Αρτανιάν συμμετείχε σε πολλές από τις πολιορκίες που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του 1640. Το 1641, συνόδευσε τον Comte d'Harcourt σε μια αποστολή στην Αγγλία, επιστρέφοντας μετά το θάνατο του Λουδοβίκου ΙΓ'. Το 1644, κατετάγη στους Σωματοφύλακες και, μετά τη διάλυση του συντάγματος, υπηρέτησε τον Μαζαρέν, υπό τις διαταγές του οποίου ανέλαβε πολλές μυστικές αποστολές, συμπεριλαμβανομένης της επαφής μεταξύ του καρδιναλίου και των υποστηρικτών του όταν ο υπουργός εξορίστηκε κατά τη διάρκεια του Fronde. Αργότερα, του ανατέθηκε η σύλληψη του επιθεωρητή των οικονομικών, Foucquet, και του αυλικού, Lauzun.

Έγινε μέλος της βασιλικής φρουράς, έχοντας τον τίτλο του λοχαγού του βασιλικού πτηνοτροφείου και των κυνηγόσκυλων των ελαφιών, και συνόδευε τον Λουδοβίκο ΙΔ' ενώ εκείνος ταξίδευε στο Σαιν-Ζαν-ντε-Λουζ για να παντρευτεί τη Μαρία-Τερέζα, την Ινφάντα της Ισπανίας.

Το 1659, ο ντ' Αρντανιάν παντρεύτηκε τη χήρα Charlotte-Anne de Chanlecy, με την οποία απέκτησε δύο γιους. Ο γάμος διαλύθηκε το 1665, πιθανώς λόγω της έντασης του χωρισμού όταν ο ντ' Αρντανιάν υπηρετούσε ως δεσμοφύλακας του Foucquet.

Ο ντ' Αρτνανιάν ήταν κυρίως στρατιώτης και, το 1656, έγινε λοχαγός των Gardes. Δύο χρόνια αργότερα, διορίστηκε υπολοχαγός των νεοαποκατασταθέντων σωματοφυλάκων και το 1667 έγινε διοικητής του συντάγματος και ταξίαρχος του ιππικού. Μετά από μια σύντομη θητεία ως κυβερνήτης της Λιλ, το 1673, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Μάαστριχτ, όπου, στις 25 Ιουνίου, σκοτώθηκε εν δράσει.

Ο πραγματικός Άθως, ο Armand de Sillègue d’Athos d’Auteville
 
Πορτρέτο του d’Auteville - πηγή
 
Ο Άθως του Δουμά ήταν ο μεγαλύτερος της ομάδας, το ιδανικό της ευγένειας, κοσμικά σοφός και πικρός, που έκρυβε ένα καταστροφικό μυστικό.

Ο ιστορικός Άθως ήταν ο Armand de Sillègue d'Athos d'Auteville, ο οποίος γεννήθηκε το 1615, ο νεότερος από δύο γιους. Το μόνο που είναι γνωστό γι' αυτόν είναι ότι εντάχθηκε στους Σωματοφύλακες το 1640 ή το '41 και ότι πέθανε στο Παρίσι στις 21 Δεκεμβρίου του 1643.

Το αρχείο του θανάτου και της ταφής του φυλάσσεται στην εκκλησία του Saint-Sulpice στο Παρίσι:

"Procession, service and burial of the late Armand Athos dautuviele [sic], musketeer of the king’s guard, gentleman of Béarn, taken close to the market at the Pré-aux-Clercs."
 
(Η πομπή, η τελετή και ταφή του αείμνηστου Armand Athos dautuviele, σωματοφύλακα της φρουράς του βασιλιά, κυρίου του Béarn, έγινε κοντά στην αγορά στο Pré-aux-Clercs).

Στο αρχείο υποδηλώνεται βίαιος θάνατος, οδηγώντας τους ιστορικούς να πιστεύουν ότι ο Άθως πέθανε ως αποτέλεσμα μονομαχίας, καθώς το Pré-aux-Clercs ήταν δημοφιλές σημείο για μονομαχίες.

Ο πραγματικός Πόρθος, ο Isaac de Porteau
Το ιστορικό πρόσωπο πίσω από τον πιστό, μάταιο και αξιαγάπητο Πόρθο ήταν ο Isaac de Porteau. Γεννημένος σε μια οικογένεια Ουγενότων στο Πο γύρω στο 1617, εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1640 όταν κατετάγη στους Gardes.

Αν και υποτίθεται ότι αργότερα εντάχθηκε στους Σωματοφύλακες, δεν υπάρχει καμία απόδειξη για αυτό. Μέχρι το 1650, ο de Porteau είχε επιστρέψει στη γενέτειρά του Μπεάρν όπου υπηρέτησε ως υπασπιστής της φρουράς στο Navarrenx, μαζί με τον αδελφό του, Jean, ο οποίος κατείχε επίσης στρατιωτική θέση στην πόλη.

Από εκεί και έπειτα, η ζωή του είναι ένα μυστήριο, αν και η τοπική παράδοση λέει ότι πέθανε ως ανδρείος το 1670. Από τους Τρεις Σωματοφύλακες, ο Πόρθος ήταν ο αγαπημένος του Δουμά και, για τη δημιουργία του, εμπνεύστηκε από τον πολύ αγαπημένο του πατέρα, έναν άνθρωπο με πιο έντονο χαρακτήρα και πολύ επιτυχημένο στρατιώτη.

Ο πραγματικός Άραμις, ο Henri d'Aramitz
 
Πορτρέτο του d'Aramitz
 
Για τον Δουμά, ο Άραμις είναι ένας νεαρός άνδρας που σπούδαζε για να γίνει ιερέας πριν ενταχθεί στους Σωματοφύλακες. Βυθισμένος στην πολιτική ίντριγκα, είναι ο μόνος από τους τέσσερις που παραμένει ζωντανός όταν η τριλογία των Σωματοφυλάκων τελειώνει.

Ο Άραμις είναι αναμφισβήτητα ο πιο σύνθετος από τους σωματοφύλακες του Δουμά. Ο ιστορικός ομόλογός του είναι ο Henri d'Aramitz, γεννημένος το 1620 στο Aramitz του Μπεάρν, προερχόμενος από μια πολύ παλιά αριστοκρατική οικογένεια, η οποία μπήκε για πρώτη φορά στο ιστορικό αρχείο το 1376, και που προσηλυτίστηκε πρόσφατα στους Ουγενότες.

Ο Aramitz ήταν "abbé laïque", δηλαδή λαϊκός ηγούμενος, του αβαείου στο Aramitz -αν και δεν διαχειριζόταν το αβαείο, αλλά εισέπραττε τα έσοδα και τα δέκατά του. Η θρησκευτική σύνδεση ήταν άγνωστη στον Δουμά, ο οποίος πήρε την ευσέβεια του Άραμις από τον Rotondis, έναν χαρακτήρα που είχε βρει στον Courtiltz de Sandras, και ο οποίος επρόκειτο να μπει στην εκκλησία.

Το καλοκαίρι του 1640, ο Aramitz εντάχθηκε στους Σωματοφύλακες, υπηρετώντας υπό τον Troisvilles, και παρέμεινε για αρκετά χρόνια, αλλά άγνωστο μέχρι τι βαθμό έφτασε. Τον Φεβρουάριο του 1650, επέστρεψε στο Μπεάρν, όπου παντρεύτηκε τη Jeanne de Béarn-Bonasse, και απέκτησαν δύο γιους και δύο κόρες, η μικρότερη από τις οποίες γεννήθηκε μετά την επιστροφή του Aramitz στο Παρίσι το 1654. Τον Φεβρουάριο του 1657, ο Aramitz εθεάθη για τελευταία φορά, όταν ο ίδιος και η σύζυγός του έγιναν μάρτυρες του γάμου της κουνιάδας του. Πέθανε πριν από τον Σεπτέμβριο του 1681, και ο δεύτερος γιος του, ο Clément, κληρονόμησε την οικογενειακή περιουσία, μιας και ο μεγαλύτερος γιος, Armand, πέθανε χωρίς απόγονους.

Ο πραγματικός κύριος ντε Τρεβίλ, ο Jean-Arnaud du Peyrer de Troisvilles
 
Πορτρέτο του de Troisvilles - πηγή
 
Οι σωματοφύλακες του Δουμά υπηρέτησαν υπό τον Τρεβίλ, του οποίου ο ιστορικός ομόλογος ήταν ο Jean-Arnaud du Peyrer de Troisvilles. Γεννημένος το 1598 στο Oloron-Sainte-Marie στο Μπεάρν, ο Troisvilles έγινε δόκιμος σε ένα σύνταγμα των Gardes το 1616 και εντάχθηκε στους σωματοφύλακες το 1625. Πριν προαχθεί σε διοικητή το 1634, είδε δράση στην πολιορκία της Λα Ροσέλ, και κατείχε τη θέση μέχρι να διαλυθούν οι Σωματοφύλακες, δώδεκα χρόνια αργότερα.

Ο Troisvilles ήταν και αυλικός, κατέχοντας τη θέση του κυρίου του υπνοδωματίου του βασιλιά. Αυτός και ο κουνιάδος του, Des Essarts, ως ευγενείς, αποδοκίμασαν τις πολιτικές του Ρισελιέ και τον έβλεπαν ως εχθρό και, μετά από συνωμοσία εναντίον του καρδινάλιου, εξορίστηκαν για λίγο από την αυλή.

Μετά την αποκατάσταση των Σωματοφυλάκων, ο Troisvilles παραχώρησε την θέση που κατείχε πριν στον Nevers, καθώς, πλέον, τον ενδιέφερε περισσότερο να φροντίσει τα κτήματά του στο Μπεάρν, όπου πέθανε το 1672.

Οι Τρεις Σωματοφύλακες: όχι αχώριστοι, αλλά συγγενείς
 
Οι Τρεις Σωματοφύλακες, Κλασσικά Εικονογραφημένα, Τεύχος 1026 - πηγή
 
Ο Δουμάς περιέγραψε τον Άθω, τον Πόρθο και τον Άραμις ως τους "Τρεις Αχώριστους". Κάτι τέτοιο μπορεί να μην ισχύει, αλλά σίγουρα, αυτοί και ο Τρεβίλ είχαν συγγένεια.

Η μητέρα του Troisvilles ήταν η Marie d'Aramitz, και αυτό τον έκανε πρώτο ξάδερφο του Henri d'Aramitz. Η ξαδέρφη του Porteau, Anne d'Arrac, παντρεύτηκε τον Gédéon de Rague, στην οικογένεια του οποίου ανήκε η μητέρα του Aramitz. Αυτό, με τη σειρά του, έφερε τον Porteau σε συγγένεια με τον Troisvilles. Η μητέρα του Athos ήταν επίσης συγγενής με την οικογένεια του Troisvilles, και, αν και η σύνδεση δεν είναι επακριβώς γνωστή, μερικές φορές περιγράφεται ως πρώτος ξάδερφος που κάποτε μεταφέρθηκε στο Troisvilles. Είναι πιθανό, ο Troisvilles να βοήθησε τους νεαρούς άνδρες όταν εκείνοι ξεκινούσαν τη στρατιωτική τους σταδιοδρομία. Από την άλλη, ο Ντ' Αρτανιάν δεν είχε καμία σχέση με τους άλλους, αν και ο ίδιος και ο διοικητής του ήταν γνωστοί. Δεν υπάρχει, ωστόσο, τίποτα που να υποδηλώνει ότι ήταν φίλοι.
 
Ο Courtilz είχε δηλώσει ότι ήταν αδέρφια, αλλά κάτι τέτοιο είναι λάθος. Ωστόσο, το ότι ένιωθε ότι μπορούσε να περιγράψει μια στενή σχέση μπορεί να υποδηλώνει μια διαρκή παράδοση φιλίας.

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια