Ο άνθρωπος που πούλησε τον Πύργο του Άιφελ, και μάλιστα δύο φορές!

 
Ακόμα κι αν κάποιος πει ότι γνωρίζει ποιος ήταν ο Βίκτορ Λούστιγκ (Victor Lustig), κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
 
 
 
Πέρα από τους γοητευτικούς χαρακτηρισμούς, την ουλή στο αριστερό του ζυγωματικό και την -κατασκευασμένη- ιστορία ότι γεννήθηκε στην πόλη Hostinné της Τσεχίας το 1890, λίγα είναι γνωστά για την ταυτότητά του.
 
Αυτό που είναι όμως σίγουρο για τον Victor Lustic, ή τον Robert V. Miller, ή κάποιο άλλο από τα 47 ψευδώνυμα με τα οποία κυκλοφορούσε, είναι το γεγονός ότι ξεχώριζε από όλους τους άλλους απατεώνες της εποχής του και το γεγονός ότι πούλησε τον Πύργο του Άιφελ και μάλιστα, δύο φορές.
 
Ο "κόμης" Λούστιγκ ήταν ένας άντρας που εντυπωσίαζε, ενώ ο τρόπος της ομιλίας του πυροδοτούσε το ενδιαφέρον για πρωτόγνωρα πράγματα. Στην δεκαετία του 1920 βρισκόταν στο Παρίσι όπου συναναστρεφόταν άντρες που κάπνιζαν πούρα και γοήτευαν γυναίκες ενώ κέρδιζε χιλιάδες δολάρια με τεχνάσματα. Αυτός που έγινε ένας από τους πιο διάσημους απατεώνες, μιλούσε για ένα κρυφό κουτί, το "Rumanian Box" όπως το αποκαλούσε, που τύπωνε μόνο χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων. Όταν κάποιος έδειχνε ενδιαφέρον για την εφεύρεση, αν και αρχικά υπερηφανευόταν και έλεγε ότι του ήταν αναγκαία, τελικά υποχωρούσε για να την πουλήσει, σε μια τιμή μεταξύ 10.000 και 30.000 δολαρίων. Για να δείξει τη γνησιότητά της, έβαζε από πριν μερικά χαρτονομίσματα στο κουτί και, μόλις την πουλούσε στον πιο πρόθυμο αγοραστή, εξαφανιζόταν μέσα σε λίγα λεπτά, μην αφήνοντας πίσω του ούτε ίχνος, ενώ ο αγοραστής έμενε με άδεια τσέπη. Ο απατεώνας είχε περισσότερες από 40 συλλήψεις από την αστυνομία σε όλες τις πολιτείες.

Εκείνη τη χρονιά, και ενώ ο Victor βρισκόταν στο Παρίσι, η γαλλική κυβέρνηση εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με την ανάγκη επισκευής του Πύργου του Άιφελ. Αμέσως, το θέμα δίχασε την κοινή γνώμη, με κάποιους να υποστηρίζουν τις επισκευές ενώ άλλοι να καταψηφίζουν το σχέδιο. Μάλιστα, μια εφημερίδα της εποχής σημείωσε ότι θα ήταν φθηνότερο να γκρεμιστεί ο Πύργος.
 

Και εδώ μπαίνει ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Ταχυδρομικών και Τηλεγραφημάτων, ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης που ήθελε να αποκτήσει σχέσεις με εμπόρους σκραπ στο Παρίσι. Ο άνδρας έστειλε μια επιστολή σε πέντε αντιπροσώπους, ζητώντας τους να τον συναντήσουν στο Hotel de Crillon για να συζητήσουν μια προσοδοφόρα προσφορά που απαιτούσε τη μέγιστη διακριτικότητά τους. Στο δωμάτιο ενός από τα πιο πολυτελή ξενοδοχεία του Παρισιού, ο αξιωματούχος αποκάλυψε στους άνδρες ότι η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να γκρεμίσει τον Πύργο του Άιφελ και ότι οι 7.000 τόνοι σκραπ από το μνημείο θα ήταν προς πώληση στον πλειοδότη. Κατά τη γνώμη του, η κίνηση ήταν δικαιολογημένη, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αλέξανδρος Δουμάς τον είχε αποκαλέσει "απεχθή κατασκευή" και ο πύργος, που χτίστηκε ως αψίδα για την Παγκόσμια Έκθεση του 1889, δεν προοριζόταν ποτέ να μείνει όρθιος για τόσο πολύ.

Ο οπορτουνιστής απατεώνας, βλέποντας και τους πέντε εμπόρους να παγιδεύονται στη δίνη των ψεμάτων του, ήξερε ήδη ποιο ήταν το θύμα του. Ήταν ο Αντρέ Πουαζόν (Andre Poisson), ένας ανασφαλής επιχειρηματίας και νεοφερμένος στην πόλη, με τον οποίο ο Lustig είχε αργότερα μια προσωπική συζήτηση. Ο Πουαζόν αμέσως πίστεψε την ιστορία και δωροδόκησε τον φαινομενικά γραφειοκράτη με 70.000 δοκάρια για να εξασφαλίσει ότι θα έπαιρνε τη νικητήρια προσφορά για το σκραπ.

Σύντομα, ο Πουαζόν συνειδητοποίησε ότι ο Πύργος του Άιφελ δε θα γκρεμιζόταν. Μέχρι τότε όμως, ο Λούστιγκ είχε περάσει τα σύνορα, έτοιμος να ζήσει μια πλούσια ζωή. Εκεί, παρακολουθούσε τις εφημερίδες αλλά δεν έβλεπε νέα για την απατεωνιά του. Έτσι, σκέφτηκε ότι ήταν αρκετά ασφαλής για να στήσει την ίδια κομπίνα, και το έκανε. Μόνο που αυτή τη φορά το θύμα του πήγε στην αστυνομία, διηγούμενος πώς εξαπατήθηκε με την υπόσχεση ότι θα πουλούσε τα παλιοσίδερα του Πύργου. Η είδηση ​​έγινε πρωτοσέλιδο και ο Λούστιγκ την διάβασε ενώ βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά από το Παρίσι, στις ΗΠΑ.
 
 
Τελειώνοντας με αυτό το κόλπο, ο Λούστιγκ επέστρεψε στο παλιό του με τη μηχανή που έβγαζε χρήματα. Συνέχισε να εξαπατά πολίτες, υψηλόβαθμους αξιωματούχους και πρόθυμους επιχειρηματίες. Στην πορεία ξεγέλασε μέχρι και τον Αλ Καπόνε, τόσο φινετσάτα που ο μαφιόζος δεν κατάλαβε καν ότι τον εξαπατούσαν. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με κάποιον χημικό ονόματι Tom Shaw για να επεκτείνει τις πλαστές επιχειρήσεις του. Σύντομα, το δίδυμο κυκλοφορούσε 100.000 δολάρια το μήνα, με τα ποσά να εμφανίζονται σε διάφορες τοποθεσίες σε όλη τη χώρα, ανησυχώντας τις αρχές.

Τελικά, αυτά τα χρήματα ήταν το μέσο για να τον πιάσουν οι αρχές. Το 1935, η κοπέλα του, με μια ανώνυμη κλήση, αποκάλυψε την τοποθεσία του στους ομοσπονδιακούς πράκτορες, οι οποίοι τον συνέλαβαν και η ίδια πήρε εκδίκηση επειδή την απάτησε.

Ο Λούστιγκ παραδέχτηκε την ενοχή του και μεταφέρθηκε στο Αλκατράζ με 20ετή κάθειρξη. Στις Μαρτίου του 1941 προσβλήθηκε από πνευμονία και πέθανε δύο μέρες αργότερα στις 11 του μηνός.

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια