Η απόκοσμη πόλη-φάντασμα στις ΗΠΑ που καίγεται από το 1962

 
Όταν στην πόλη Σεντράλια στην Πενσυλβάνια, ξέσπασε μια πυρκαγιά μέσα στο ανθρακωρυχείο, οι κάτοικοι νόμιζαν ότι θα καιγόταν μόνη της. Όμως, έξι δεκαετίες αργότερα η φωτιά συνεχίζεται και το κράτος έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια να την σβήσει.

Κάποτε, η Σεντράλια διέθετε 14 ενεργά ανθρακωρυχεία και 2.500 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 όμως, η ακμή της πόλης είχε περάσει και τα περισσότερα από τα ορυχεία είχαν εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι την αποκάλεσαν σπίτι τους και δεν την εγκατέλειπαν. Μέχρι που ξεκίνησε μια υπόγεια φωτιά σε ένα ανθρακωρυχείο.

Το 1962, μια πυρκαγιά ξεκίνησε σε μια χωματερή και εξαπλώθηκε στις δαιδαλώδεις σήραγγες που οι ανθρακωρύχοι είχαν σκάψει χιλιάδες πόδια κάτω από την επιφάνεια. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να την σβήσουν, η φωτιά βρέθηκε σε μια φλέβα άνθρακα και εξακολουθεί να καίει μέχρι σήμερα.
 
Στη δεκαετία του '80, η πολιτεία της Πενσυλβάνια έδωσε εντολή να κατεδαφιστούν τα κτίρια της πόλης, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακάλεσε και τον ταχυδρομικό της κώδικα. Σήμερα, απομένουν μόνο έξι σπίτια, περιτριγυρισμένα από τα ερείπια της πόλης.

Η φωτιά που καίει κάτω από την επιφάνεια συνεχίζει να εκτοξεύει δηλητηριώδη καπνό στον αέρα μέσα από εκατοντάδες ρωγμές ενώ το έδαφος βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο κατάρρευσης.

Η πυρκαγιά που ξεκίνησε από μια χωματερή
 
Ένας από τους αγωγούς εξαερισμού που εγκαταστάθηκαν για να αποτρέψουν τη συσσώρευση αερίου κάτω από την πόλη, 27 Αυγούστου 1981

Τον Μάιο του 1962, το δημοτικό συμβούλιο της Σεντράλια στην Πενσυλβάνια συνεδρίασε με θέμα συζήτησης μια νέα χωματερή.

Νωρίτερα μέσα στο έτος, η πόλη είχε ανοίξει έναν λάκκο βάθους 50 ποδιών, με έκταση ίση με το μισό ενός γηπέδου ποδοσφαίρου, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πόλης με την παράνομη απόρριψη. Ωστόσο, ο χώρος υγειονομικής ταφής γέμιζε και χρειαζόταν καθαρισμό πριν από τον ετήσιο εορτασμό της Ημέρας Μνήμης στις 29 Μαΐου.

Στη συνεδρίαση, τα μέλη του συμβουλίου πρότειναν μια φαινομενικά προφανή λύση: την καύση του ΧΥΤΑ.

Στην αρχή, φαινόταν να λειτουργεί. Η πυροσβεστική, για να περιορίσει τη φωτιά, έριξε γύρω από τον λάκκο ένα άκαυστο υλικό και, τη νύχτα της 27ης Μαΐου, άναψαν τη φωτιά. Όταν το περιεχόμενο του ΧΥΤΑ έγινε στάχτη, κατάβρεξαν τον λάκκο.

Ωστόσο, δύο μέρες αργότερα, οι κάτοικοι είδαν ξανά φλόγες. Το ίδιο συνέβη και μια εβδομάδα αργότερα, στις 4 Ιουνίου. Οι πυροσβέστες της πόλης δεν μπορούσαν να καταλάβουν από πού προερχόταν η φωτιά. Με μπουλντόζες και τσουγκράνες ανακάτεψαν τα υπολείμματα των καμένων σκουπιδιών και προσπάθησαν να εντοπίσουν τις κρυμμένες φλόγες.

Τελικά, ανακάλυψαν την αιτία.

Η φωτιά εξαπλώθηκε μέσα από μίλια ανθρακωρυχείων
 

Στο κάτω μέρος του ΧΥΤΑ της πόλης, υπήρχε μια τρύπα πλάτους 15 και βάθους αρκετών ποδιών. Τα σκουπίδια είχαν καλύψει το κενό και ως εκ τούτου, δεν είχε γεμίσει με το πυρίμαχο υλικό που έριξε η πυροσβεστική.

Η συγκεκριμένη τρύπα συνδεόταν άμεσα με τον λαβύρινθο των παλαιών ανθρακωρυχείων πάνω από τα οποία χτίστηκε η Σεντράλια.

Σύντομα, οι κάτοικοι άρχισαν να παραπονιούνται για δυσάρεστες οσμές που έμπαιναν στα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους και παρατήρησαν μυρωδιές καπνού να βγαίνουν από το έδαφος γύρω από τη χωματερή.

Το δημοτικό συμβούλιο κάλεσε έναν επιθεωρητή ορυχείων για να ελέγξει τον καπνό, ο οποίος διαπίστωσε ό,τι τα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα ήταν όντως ενδεικτικά πυρκαγιάς σε ορυχείο. Έστειλαν επιστολή στην εταιρία εξόρυξης άνθρακα (Lehigh Valley Coal Company, LVCC) δηλώνοντας ότι μια "φωτιά άγνωστης προέλευσης" έκαιγε κάτω από την πόλη τους.

Το συμβούλιο, το LVCC και η εταιρία στην οποία ανήκει το ανθρακωρυχείο στο οποίο έκαιγε η φωτιά (Susquehanna Coal Company), συνεδρίασαν για να βρουν έναν τρόπο να σβήσουν την φωτιά, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και οικονομικά. Προτού όμως καταλήξουν σε μια απόφαση, οι αισθητήρες εντόπισαν θανατηφόρα επίπεδα μονοξειδίου του άνθρακα που διέρρεαν από το ορυχείο και όλα τα ορυχεία της περιοχής της πόλης έκλεισαν αμέσως.

Οι αποτυχημένες προσπάθειες να σβήσει η φωτιά
 
Ο κύριος αυτοκινητόδρομος που διέρχεται μέσα από την Σεντράλια, ο Route 61, χρειάστηκε να αλλάξει διαδρομή. Σήμερα, ο δρόμος είναι ραγισμένος και σπασμένος και, συχνά, εκτοξεύονται σύννεφα καπνού από τις φωτιές που καίνε από κάτω του
 
Η πολιτεία της Πενσυλβάνια προσπάθησε να σταματήσει την εξάπλωση της φωτιά αρκετές φορές, αλλά όλες οι προσπάθειες ήταν άκαρπες.

Την πρώτη φορά, έγιναν ανασκαφές κάτω από την Σεντράλια. Οι αρχές της Πενσυλβάνια σχεδίαζαν να σκάψουν τα ορυχεία για να αποκαλύψουν τις φλόγες ώστε να μπορέσουν να τις σβήσουν. Ωστόσο, οι αρχιτέκτονες του σχεδίου υποτίμησαν την ποσότητα της γης που θα έπρεπε να ανασκαφεί και τα χρήματα τελείωσαν.

Το δεύτερο σχέδιο περιελάμβανε το ξέπλυμα της φωτιάς με τη χρήση ενός μείγματος θρυμματισμένων βράχων και νερού. Ωστόσο, οι ασυνήθιστα χαμηλές θερμοκρασίες εκείνη την εποχή προκάλεσαν το πάγωμα των αγωγών νερού και της μηχανής που θα λείαναν τους βράχους. Επίσης, η εταιρεία ανησύχησε ότι η ποσότητα του μείγματος που διέθετε δεν έφτανε για να γεμίσει πλήρως τα ορυχεία. Έτσι επέλεξαν να τα γεμίσουν μόνο τα μισά, αφήνοντας άφθονο χώρο για να κινηθούν οι φλόγες. Τελικά, και αυτό το έργο σταμάτησε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, έχοντας μάλιστα ξεπεράσει τον προϋπολογισμό. Μέχρι τότε, η φωτιά είχε εξαπλωθεί κατά 700 πόδια.

Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε τους ανθρώπους να συνεχίζουν την καθημερινή τους ζωή, να ζουν πάνω από το ζεστό, καπνιστό έδαφος. Μέχρι τη δεκαετία του '80, ο πληθυσμός της πόλης ήταν ακόμα περίπου 1.000 κάτοικοι, οι οποίοι συνέχιζαν να καλλιεργούν ντομάτα στα μέσα του χειμώνα και δεν χρειαζόταν να φτυαρίζουν τα πεζοδρόμιά τους όταν χιόνιζε. Το 2006, ο 90χρονος Lamar Mervine, ο τότε δήμαρχος της πόλης, είπε ότι οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με αυτό. "Είχαμε και άλλες φωτιές στο παρελθόν, και πάντα έσβηναν. Αυτή όμως δεν έσβησε", είχε πει.
 
Μερικοί κάτοικοι αγωνίστηκαν για να παραμείνουν στην πόλη-φάντασμα
 

Ωστόσο, είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της φωτιάς, άρχισαν να φαίνονται οι επιπτώσεις της στην πόλη. Οι κάτοικοι άρχισαν να λιποθυμούν στα σπίτια τους από δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, τα δέντρα άρχισαν να πεθαίνουν, το έδαφος έγινε στάχτη και οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια άρχισαν να υποχωρούν.

Το πραγματικό σημείο καμπής συνέβη την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου το '81, όταν άνοιξε κάτω από τα πόδια του 12χρονου Todd Domboski μια καταβόθρα. Το έδαφος φλεγόταν και η καταβόθρα είχε 150 πόδια βάθος. Επέζησε επειδή κατάφερε να πιάσει μια εκτεθειμένη ρίζα δέντρου πριν φτάσει ο ξάδερφός του για να τον βγάλει.

Μέχρι το '83, η πολιτεία είχε ξοδέψει περισσότερα από 7 εκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά, χωρίς επιτυχία. Είχε έρθει η πόλη να εγκαταλειφθεί. Την χρονιά εκείνη, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διέθεσε 42 εκατομμύρια δολάρια για να αγοράσει την πόλη, να κατεδαφίσει τα κτίρια και να μετεγκαταστήσει τους κατοίκους της.

Δεν ήθελαν όμως να φύγουν όλοι και, τα επόμενα δέκα χρόνια, ακολούθησαν νομικές διαμάχες και προσωπικές διαμάχες μεταξύ γειτόνων. Μάλιστα, η τοπική εφημερίδα δημοσίευε σε εβδομαδιαία βάση μια λίστα με το ποιος έφευγε. Τελικά, το '93 η πολιτεία επικαλέστηκε απαλλοτρίωση, και ενώ ακόμα ζούσαν εκεί 63 κάτοικοι, οι οποίοι, επισήμως, μετατράπηκαν σε καταληψίες, σε σπίτια που τους ανήκαν για δεκαετίες.

Ακόμα κι έτσι, αυτό δεν ήταν το τέλος της πόλης. Είχε ακόμη συμβούλιο και δήμαρχο και πλήρωνε τους λογαριασμούς της. Τις επόμενες δύο δεκαετίες, οι κάτοικοι πάλεψαν σκληρά για να παραμείνουν νόμιμα.

Το 2013, οι εναπομείναντες κάτοικοι -λιγότεροι από 10 τότε- κέρδισαν έναν διακανονισμό εναντίον του κράτους. Ο καθένας έλαβε 349.500 δολάρια και την ιδιοκτησία των περιουσιών τους μέχρι να πεθάνουν, οπότε η Πενσυλβάνια θα καταλάβει τη γη και τελικά θα κατεδαφίσει ό,τι έχει απομείνει.

Ο δήμαρχος ανέφερε ότι επέλεξε να μείνει με τη σύζυγό του. "Θυμάμαι όταν ήρθε η πολιτεία και είπε ότι ήθελε το σπίτι μας. Εκείνη, έριξε μια ματιά στον άντρα και είπε, "Δεν το καταλαβαίνουν'. Αυτό είναι το μόνο σπίτι που είχα ποτέ και θέλω να το κρατήσω", είπε. Ο Mervine πέθανε το 2010 σε ηλικία 93 ετών, όντας ακόμη καταληψίας στο σπίτι της παιδικής του ηλικίας. Ήταν το τελευταίο κτήριο που είχε απομείνει.

Η κληρονομιά της πόλης
 

Η "εθνική οδός γκράφιτι" το 2015

Σήμερα, λιγότερα από πέντε άτομα εξακολουθούν να ζουν στην Σεντράλια. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι υπάρχει αρκετός άνθρακας κάτω από την πόλη για να τροφοδοτήσει τη φωτιά για άλλα 250 χρόνια.

Η ιστορία και η υποδομή της πόλης έχουν δώσει έμπνευση σε άλλες δημιουργικές προσπάθειες. Η πραγματική πόλη Silent Hill που ενέπνευσε την ταινία τρόμου του 2006 είναι η εγκαταλελειμμένη πόλη της Σεντράλια. Αν και δεν υπάρχει πραγματική Silent Hill, η ταινία χρησιμοποίησε το σκηνικό και αυτό που συνέβη στην Σεντράλια ως μέρος της πλοκής της.

Για πολλά χρόνια, ακόμη και στην εγκαταλελειμμένη Route 61 που περνούσε μέσα από το κέντρο της πόλης απέκτησε νέα ζωή, όταν, μετατράπηκε σε ένα τοπικό αξιοθέατο στην άκρη του δρόμου, γνωστό ως "εθνική οδός γκράφιτι". Ακόμη και όταν τα πεζοδρόμια ράγισαν και κάπνισαν, άνθρωποι ήρθαν από όλη τη χώρα για να αφήσουν το στίγμα τους, καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια με βαφές από σπρέι. Μέχρι τη στιγμή που, το 2020, μια ιδιωτική εταιρεία εξόρυξης αγόρασε τη γη και γέμισε το δρόμο με χώμα.

Σήμερα, η Σεντάλια είναι περισσότερο γνωστή ως τουριστικό αξιοθέατο για ανθρώπους που θέλουν να ρίξουν μια ματιά στον επιβλαβή καπνό που αναδύεται κάτω από τη γη. Το δάσος έχει εισχωρήσει εκεί που κάποτε υπήρχε ένας κεντρικός δρόμος γεμάτος από -κατεδαφισμένα πλέον- καταστήματα.

"Ο κόσμος την αποκαλεί πόλη-φάντασμα, αλλά εγώ την βλέπω ως μια πόλη που, σήμερα, είναι γεμάτη δέντρα αντί για ανθρώπους", είπε ο κάτοικος John Comarnisky το 2008.

"Και η αλήθεια είναι ότι προτιμώ να τα δέντρα από τους ανθρώπους".

από: ati

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια