Η απάτη των ανεμογεννητριών

 

Η παραγωγή αιολικής ενέργειας στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρισμού της Ευρώπης, στη Γερμανία, κορυφώθηκε τα μεσάνυχτα της Δευτέρας στα 8.242 μεγαβάτ και μειώθηκε στα 2.000 μεγαβάτ την Τρίτη – λόγω έλλειψης ανέμων! Η έλλειψη αυτή σημαίνει πως θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί περισσότερο φυσικό αέριο – όπου όμως, επειδή οι τιμές του φυσικού αερίου είναι τώρα στην Ευρώπη περίπου 49 $ ανά εκ. Btu, δηλαδή σχεδόν 8 φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ, καταλαβαίνει κανείς πού οδηγείται η ήπειρος μας. Με οκταπλάσιες τιμές είναι δυνατόν να ανταγωνισθεί η ευρωπαϊκή οικονομία την Αμερικανική ή όλες τις άλλες χώρες που προμηθεύονται φυσικό αέριο κατά πολύ φθηνότερα από τη Ρωσία; Πόσο μάλλον όταν την ίδια στιγμή οι τιμές του πετρελαίου είναι επίσης στα ύψη, μεταξύ άλλων λόγω της κατάρρευσης της ισοτιμίας του ευρώ; Μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να ισχυρισθεί πως θα επιλυθεί το πρόβλημα με τις πανάκριβές ανανεώσιμες πηγές, όταν αφαιρέσει τις επιδοτήσεις τους – ενώ κανένας δεν γνωρίζει πώς θα γίνει και πόσο θα κοστίσει η ανακύκλωση τους, όταν περάσει η εικοσαετία της χρήσης τους.

Του Βασίλη Βιλιάρδου

Ανάλυση

Εισαγωγικά, έχουν υποστεί οι άνθρωποι μία τόσο μεγάλη «πλύση εγκεφάλου», ώστε να περιμένουν θαύματα από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, από τις ΑΠΕ – το ότι δηλαδή είναι σε θέση να καλύψουν τις ανάγκες της οικονομίας και των νοικοκυριών από μόνες τους, παρέχοντας φθηνή ενέργεια.

Στα πλαίσια αυτά, οι Πολίτες στις χώρες με μεγάλη ηλιοφάνεια ή με ισχυρούς ανέμους, πιστεύουν πως μπορούν να απεξαρτηθούν εντελώς από τα ορυκτά καύσιμα, με τη χρήση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών – έχοντας πεισθεί πως ο πράσινος μύθος είναι αληθινός (ανάλυση). Στα πλαίσια αυτά τα εξής, με πηγή ένα πρόσφατο αμερικανικό άρθρο:

Σε ολόκληρο τον πλανήτη οι καταναλωτές πλήττονται από την άνοδο των τιμών ενέργειας – όπως στην Αυστραλία, όπου οι τιμές χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκαν κατά 141% το πρώτο τρίμηνο του 2022 (πηγή) ή στη Μ. Βρετανία, όπου οι οικιακοί καταναλωτές πληρώνουν 43% περισσότερο από πέρυσι, ενώ οι τιμές αναμένεται να αυξηθούν κατά 65% τον Οκτώβρη (πηγή).

Όσον αφορά τις ΗΠΑ, η τιμή της βενζίνης πλησίασε τα 5 δολάρια το γαλόνι, για πρώτη φορά – όπου, επειδή το ένα γαλόνι αντιστοιχεί σε 3,785 λίτρα, η τιμή του λίτρου φτάνει στα 1,32 $. Πρόκειται για μία χαμηλή βέβαια τιμή, σε σχέση με αυτές στην Ευρώπη, αλλά για τους Αμερικανούς είναι εξοργιστικά υψηλή – ενώ οφείλεται εν μέρει στην κυβέρνηση Biden, η οποία έχει περιορίσει τις γεωτρήσεις φυσικού αερίου και πετρελαίου, προωθώντας παράλληλα συνεχώς τις ΑΠΕ.

Πρόσφατα δε, ο Αμερικανός πρόεδρος δεσμεύθηκε να πετύχει την παραγωγή 30.000 μεγαβάτ έως το 2030 – μέσω ενός υπεράκτιου αιολικού πάρκου, παρά το ότι η αιολική ενέργεια είναι μία από τις πιο ακριβές μορφές παραγωγής ηλεκτρισμού (ανάλυση). Εκτός αυτού, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, οι υπερβολικές επενδύσεις στην αιολική ενέργεια, είναι προβληματικές για την αξιοπιστία του δικτύου – ενώ πολύ αρνητικές για τους καταναλωτές.

Παράδειγμα εδώ το Τέξας – όπου τον προηγούμενο μήνα οι υποστηρικτές των ΑΠΕ ισχυρίζονταν ότι, διέσωσαν το ηλεκτρικό δίκτυο της Πολιτείας (πηγή). Εν τούτοις, όταν τις τελευταίες ημέρες αυξήθηκαν κατακόρυφα οι θερμοκρασίες και η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας εκτοξεύθηκε, λόγω των κλιματιστικών κλπ. η ERCOT, η εταιρία διαχείρισης του δικτύου του Τέξας, ζήτησε από τους Πολίτες να χρησιμοποιούν λιγότερο ρεύμα – επειδή την ίδια εποχή που η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας κορυφώθηκε, η παραγωγή από τα αιολικά της Πολιτείας, ισχύος 35.000 μεγαβάτ, σχεδόν μηδενίσθηκε!

Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η ERCOT, τόσο στις 10 Ιουλίου, όσο και στις 11, το μεσημέρι, όταν η ζήτηση ενέργειας αυξανόταν δραματικά, η παραγωγή από ολόκληρη αυτή την αιολική ισχύ ήταν μόλις 1.000 μεγαβάτ – ή περίπου το 3% της δυνητικής τους παραγωγής. Στην ουσία λοιπόν η αιολική ενέργεια εξαφανίσθηκε από το Τέξας – γεγονός που αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα της Πολιτείας.

Εν προκειμένω, κατά τη διάρκεια της χειμερινής καταιγίδας URI το Φεβρουάριο του 2021, όταν το ηλεκτρικό δίκτυο του Τέξας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, η παραγωγή από τα αιολικά πάρκα μειώθηκε κατακόρυφα – λόγω των χαμηλών ταχυτήτων και της μικρής ισχύος των ανέμων, όπως συνέβη επίσης το Δεκέμβρη. Εύλογα, αφού σε ζεστά κλίματα, οι στιγμές που χρειάζεται περισσότερη ενέργεια συμπίπτουν με αυτές που έχουν λιγότερους ανέμους – όπου αναφέρεται κανείς σε μία εκτεταμένη ανεμική ξηρασία (πηγή).

Με βάση τώρα την εμπειρία του Τέξας, η αιολική ενέργεια είναι μία πλήρης αποτυχία – ειδικά σε χώρες που αυξάνεται ο πληθυσμός και ακμάζει ο βιομηχανικός τομέας, με αποτέλεσμα να κλιμακώνεται η ζήτηση ενέργειας.

Στα πλαίσια αυτά, επειδή το Τέξας έχει πλημμυρίσει με πανάκριβα επιδοτούμενα αιολικά πάρκα και με φωτοβολταϊκά, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΑΠΕ που με τη σειρά τους εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες – ενώ, εάν η κλιματική αλλαγή σημαίνει πως θα αντιμετωπίσουμε πιο ακραία καιρικά φαινόμενα, θερμότερα καλοκαίρια, ψυχρότερους χειμώνες ή και τα δύο, είναι ανοησία να εξαρτάται όλο και πιο πολύ το ηλεκτρικό μας δίκτυο από τις διαθέσεις του καιρού.

Η γερμανική απόγνωση

Συνεχίζοντας, το Τέξας δεν είναι ασφαλώς το μοναδικό παράδειγμα – αφού οι δραματικές μεταβολές στην παραγωγή αιολικής ενέργειας, προκαλούν συχνά καταστροφές και στο γερμανικό ηλεκτρικό δίκτυο. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το Reuters (πηγή), τον περασμένο Δεκέμβρη οι μεγαλύτεροι παραγωγοί αιολικής ενέργειας της Ευρώπης, αντιμετώπιζαν ανάλογα προβλήματα – ιδίως στη Γερμανία. Πρόσφατα δε, οι γερμανικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας υπερδιπλασιάσθηκαν (πηγή) – λόγω των ήρεμων ανέμων και των μειωμένων εισροών φυσικού αερίου από τη Ρωσία.

Σύμφωνα με το Bloomberg, η παραγωγή αιολικής ενέργειας στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρισμού της Ευρώπης κορυφώθηκε τα μεσάνυχτα της Δευτέρας στα 8.242 μεγαβάτ και μειώθηκε στα 2.000 μεγαβάτ την Τρίτη – λόγω έλλειψης ανέμων! Η έλλειψη αυτή σημαίνει πως θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί περισσότερο φυσικό αέριο – όπου όμως, επειδή οι τιμές του φυσικού αερίου είναι τώρα στην Ευρώπη περίπου 49 $ ανά εκ. Btu (πηγή), δηλαδή σχεδόν 8 φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ (πηγή), καταλαβαίνει κανείς πού οδηγείται η ήπειρος μας.

Με οκταπλάσιες τιμές είναι δυνατόν να ανταγωνισθεί η ευρωπαϊκή οικονομία την Αμερικανική ή όλες τις άλλες χώρες που προμηθεύονται φυσικό αέριο κατά πολύ φθηνότερα, από τη Ρωσία; Πόσο μάλλον όταν την ίδια στιγμή οι τιμές του πετρελαίου είναι επίσης στα ύψη, μεταξύ άλλων λόγω της κατάρρευσης της ισοτιμίας του ευρώ; Μόνο ένας ανόητος θα μπορούσε να ισχυρισθεί πως θα επιλυθεί το πρόβλημα με τις πανάκριβές ΑΠΕ, όταν αφαιρέσει τις επιδοτήσεις τους – ενώ κανένας δεν γνωρίζει πώς θα γίνει και πόσο θα κοστίσει η ανακύκλωση τους, όταν περάσει η εικοσαετία της χρήσης τους.

Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές πως η ενεργειακή κρίση που πλήττει τη Γερμανία και την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι το αποτέλεσμα της χείριστης ενεργειακής πολιτικής που δρομολογήθηκε – ενώ πρόσφατα η ΕΕ πυροβόλησε τα ίδια της τα πόδια (ανάλυση). Ειδικότερα, τις τελευταίες δύο δεκαετίες η ΕΕ έχει δαπανήσει πάρα πολλά χρήματα για τις ΑΠΕ – καθώς επίσης πολύ λίγα για τους υδρογονάνθρακες ή για τη διατήρηση των υφισταμένων εργοστασίων άνθρακα, λιγνίτη και πυρηνικών.

Κάτι ανάλογο ισχύει επίσης για το Τέξας – στο οποίο, μεταξύ των ετών 2014 και 2020 αποσύρθηκαν εγκαταστάσεις άνθρακα, δυναμικότητας καύσης περίπου 6.200 μεγαβάτ. Παρά την αυξανόμενη δε ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, η Πολιτεία δεν έχει προσθέσει καμία παραγωγή φυσικού αερίου τις τελευταίες δύο δεκαετίες – με αποτέλεσμα, έως το τέλος του 2023 το δίκτυο του Τέξας να έχει περισσότερη δυναμικότητα παραγωγής ενέργειας εξαρτώμενης από τις καιρικές συνθήκες, από ότι καύσης φυσικού αερίου.

Ο παραλογισμός, η διάσταση του θέματος καλύτερα, είναι εδώ προφανής – με την έννοια πως θα μπορούσε να καλυφθεί ολόκληρο το Τέξας ή όλη η Γερμανία με ανεμογεννήτριες, αλλά δεν υπάρχει δυνατότητα να υποχρεωθεί ο καιρός να έχει ισχυρούς ανέμους. Την ίδια στιγμή βέβαια, τα έσοδα της Ευρώπης μεταφέρονται στη Ρωσία – με κριτήριο το πλεόνασμα της που καταγράφει συνεχώς νέα ρεκόρ. Αν είναι δυνατόν να έχουν επιλέξει τα κράτη να εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες, όσον αφορά τις ενεργειακές τους ανάγκες – όταν γνωρίζουν τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα, λόγω των αντίστοιχων συνθηκών.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, ενώ η κυβέρνηση συνεχίζει να προωθεί το αποτυχημένο μοντέλο της εξάρτησης μας από το φυσικό αέριο – αντί από τον εγχώριο λιγνίτη, από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων, από τη γεωθερμία, από την κατασκευή πυρηνικών εργοστασίων, από τη βιομάζα, από την καύση απορριμμάτων, από τη γεωθερμία και από τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

Μόλις τώρα δε, στην άκρη του ενεργειακού γκρεμού και με τα ελλείμματα του εμπορικού μας ισοζυγίου στο ζενίθ (15 δις € το πρώτο πεντάμηνο), η κυβέρνηση σκέφθηκε να αυξήσει τη συμμετοχή του λιγνίτη στο 17 έως 20% από 5% προηγουμένως (πηγή). Ως συνήθως όμως, πολύ αργά και με το λανθασμένο τρόπο, αφού δεν έχουν διενεργηθεί οι επενδύσεις παρακράτησης ρύπων που θα έκαναν το λιγνίτη καθαρό και βιώσιμο – ενώ συνεχίζει να επιτρέπει τη λειτουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας του Κ. Χατζηδάκη και την αισχροκέρδεια του καρτέλ.

Εκτός αυτού, αφενός μεν βιάστηκε να στείλει όπλα στην Ουκρανία και να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία, μιμούμενη τη Γερμανία, αφετέρου τα λιγνιτωρυχεία είναι δύσκολο να λειτουργήσουν χωρίς εργαζομένους και τα εργοστάσια είναι εγκαταλειμμένα – γεγονός που σημαίνει πως για μία ακόμη φορά οι Πολίτες θα πληρώσουν πολύ ακριβά την κακοδιαχείριση των κυβερνήσεων τους. Την ίδια στιγμή ο πρωτογενής μας τομέας ερημώνει (πηγή) – οπότε δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς έναν ενεργειακό και επισιτιστικό Αρμαγεδδώνα.

Τέλος, πιστεύει κανείς πως η κυβέρνηση θα μπορεί να συνεχίσει να σπαταλάει χρήματα και να δανείζεται με βιώσιμα επιτόκια, σαν να μην υπάρχει αύριο, όταν η ΕΕ αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα; Πώς θα διατηρηθεί η κοινωνική ηρεμία, με τον πληθωρισμό στα ύψη, με τα ενοίκια να έχουν αυξηθεί κατά 36,1% και με τους μισθούς στο ναδίρ;

Πηγή: analyst.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια