Οι συμμορίες του μετρό και η ψευδαίσθηση της γνώσης

John_Nature_Photos / pixabay
Της Μαρίας-Χριστίνας Δουλάμη *

Είναι αλήθεια πως ό,τι βιώνουμε, ακούμε, διαβάζουμε στην καθημερινότητα μας επιδρά στο υποσυνείδητό μας. Ακόμα και ασυναίσθητα, όλα μας επηρεάζουν στο πώς σκεφτόμαστε, λειτουργούμε, ακόμα και ονειρευόμαστε και μιλάμε. Ίσως για αυτό λέμε συνεχώς πως ο κοινωνικός μας κύκλος πρέπει να είναι προσεκτικά επιλεγμένος. Όπως και η πληροφορία με την οποία τροφοδοτούμε το μυαλό μας.

Από γενιά σε γενιά διαφέρουν τα ερεθίσματα με τα οποίο γαλουχούμαστε. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Γιατί οι κοινωνίες αλλάζουν, η τεχνολογία εξελίσσεται, ο κόσμος προοδεύει. Ή τουλάχιστον αυτό θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Σε ιδανικές περιπτώσεις, ο κόσμος μας και οι άνθρωποί του κληρονομούν τις συνθήκες στις οποίες ζουν, τις βελτιώνουν στο έπακρο και τις παραδίδουν στην επόμενη γενιά για να τις αναβαθμίσει ακόμα περισσότερο.

Στη τωρινή μας εποχή αυτό φαντάζει ουτοπία.

Γιατί σήμερα, η πίστη – και συχνά η ελπίδα – πως το αύριο θα είναι καλύτερο έχει σχεδόν πάψει να υπάρχει.

Η λέξη ‘κρίση’ κυριαρχεί με κάθε μορφή στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Και η εποχή μας έχει γίνει μια εποχή συνεχούς άγχους, και δη μεταδοτικού. Ανησυχούμε ολοένα περισσότερο για την κατάσταση του κόσμου, για τη θέση μας σε αυτόν, για τις συνθήκες διαβίωσης, ακόμα και για την αδυναμία να συνδράμουμε με ένα καθοριστικό ρόλο στην ίδια μας την ύπαρξη.

Σιωπούμε συχνά ενώ έχουμε τόσα να πούμε, αλλά έχουμε εγκαταλείψει την ελπίδα πως οτιδήποτε θα επιφέρει αλλαγή. Κι ας λέμε ότι δεν τα παρατάμε.

Η εξουθένωση φέρνει άγχος, φόβο και τελικά οργή. Αυτή είναι η αντίδρασή μας σε όσα συμβαίνουν. Στο στρες, στην απογοήτευση, στη σύγχυση, στην κόπωση, στη δυσαρέσκεια μας με όλα.

Αυτό σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα του σύγχρονου κόσμου – τη μουσική που ακούμε, τους στίχους γεμάτο βία, σεξισμό, καταχρήσεις και τσαμπουκά, στα λόγια που λέμε και στις συμπεριφορές που βλέπουμε – ευθύνονται για το πρόσωπο της νέας γενιάς που παρατηρούμε και αποθαρρυνόμαστε ακόμα περισσότερο.

Αυτούς τους νεαρούς που θέλουν πεισματικά να αποδείξουν κάτι. Πως είναι μεγάλοι και τρανοί και ‘κάποιοι’, σαν τα πρότυπά τους, τους τράπερς που βλέπουν να ‘παίζουν ξύλο’ σε βραβεία μουσικής. Που ντύνονται στα μαύρα και κυκλοφορούν σε συμμορίες, αναζητώντας την επιβεβαίωση από τους άλλους πως έχουν μια ταυτότητα που επιβάλλει κύρος. Αλλά το ψάχνουν μέσω της επιβολής φόβου. Γιατί αυτό το συναίσθημα προκαλούν όταν τους βλέπεις στα μετρό και στα λεωφορεία, στις πλατείες και στους δρόμους να οχλαγωγούν, να τραμπουκίζουν και να συμπεριφέρονται λες και τους ανήκει ο κόσμος όλος.

Καταντήσαμε να φοβόμαστε το ίδιο το μέλλον που ελπίζαμε πως θα μας σώσει.

Έτσι επιδεινώνεται το αίσθημα πως είμαστε ευάλωτοι σε ένα κόσμο που κινείται ραγδαία – που μάλλον έχει εκτροχιαστεί – και στον οποίο δεν ελέγχουμε τίποτα. Η σύγχυση και ο θυμός που αυτό προκαλεί τείνει να λειτουργεί όμως ως παραλυτικό συναίσθημα.

Μπορεί να ζούμε σε μια εποχή με άπειρη και προσβάσιμη πληροφορία, μα δεν την αξιοποιούμε σωστά, με αποτέλεσμα να υπάρχει λιγότερη γνώση και ακόμα λιγότερη σοφία. Ως αποτέλεσμα υπάρχει σωρεία παραπληροφόρησης ακριβώς γιατί δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε τόση πληροφορία. ‘Σκρολάρουμε’ από την ώρα που θα ανοίξουμε τα μάτια μας το πρωί μια οθόνη, με την πληροφορία να περνάει ανάμεσα από τα δάχτυλά μας σαν κόκκοι άμμου, χωρίς ουσιαστικά να αφομοιώνουμε τίποτα. Και χωρίς να νιώθουμε. Έχουμε όμως την ψευδαίσθηση πως γνωρίζουμε τα πάντα και αυτό λειτουργεί ως τροχοπέδη στην αληθινή γνώση.

Χαμένοι σε αυτό τον ψηφιακό λαβύρινθο των ψιθύρων και τιτιβισμάτων μας, έχουμε μεταμορφωθεί σε κακούς ακροατές των συνανθρώπων μας και ακόμα χειρότεροι μαθητές του κόσμου. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ψηφιακής επικοινωνίας, αντί να αναβαθμίσουν το χαρακτήρα μας, έχουν επιταχύνει και ενισχύσει το ναρκισσισμό μας.

Γιατί δεν ξέρουμε τίποτα, αλλά κυκλοφορούμε με το τουπέ πως ξέρουμε τα πάντα και είμαστε και απόλυτοι για αυτή την πεποίθηση.

Αυτή η απάθεια που παρουσιάζουμε, η έλλειψη συναισθημάτων, είναι επικίνδυνη. Γιατί δείχνουμε αδιαφορία μπροστά στον πόνο του άλλου. Όταν όμως συμβεί κάτι σε εμάς, πώς περιμένουμε να συγκινηθεί ο οποιοσδήποτε;

Ίσως τελικά αυτό που χρειάζεται είναι αυτό που έθεσε ο Αντόνιο Γκράμσι ως «απαισιοδοξία στη σκέψη, αισιοδοξία στην πράξη».

Στη δίνη των ειδήσεων που μας κατακεραυνώνουν καθημερινά κατανοούμε βαθιά πως η ιστορία που βιώνουμε δεν είναι αυτή που θα θέλαμε ή θα επιλέγαμε. Αλλά μπορούμε – ο κάθε ένας και όλοι μαζί – να επιφέρουμε την αλλαγή που θα προτιμούσαμε. Με το ίδιο πείσμα, σθένος και τσαμπουκά μιας συμμορίας.


* Δημοσιογράφος με ειδικότητα σε ευρωπαϊκά, πολιτικά και κοινωνικά θέματα

(mcswhispers.wordpress.com)

από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια