Τα ελληνοτουρκικά μετά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ: Η Αθήνα συνεχίζει να στρουθοκαμηλίζει

 

Του Δημήτρη Μηλάκα

Η ελληνική κυβέρνηση και ο φιλικός της επικοινωνιακός μηχανισμός στα μεγάλα media πανηγύρισαν στεντόρεια, μετά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ την περασμένη βδομάδα, διότι ο Πρόεδρος Ερντογάν δεν τόλμησε (;) να θέσει το ζήτημα της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων που, σύμφωνα με την τουρκική επιχειρηματολογία, παρανόμως έχει στρατιωτικοποιήσει η Ελλάδα.

Η «ατολμία» αυτή μάλιστα του Τούρκου Προέδρου αποδόθηκε στους διπλωματικούς χειρισμούς της κυβέρνησης και καταγράφηκε (από το μιντιακό κατεστημένο) ως μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Από την άλλη πλευρά, αυτήν της αξιωματικής αντιπολίτευσης (και των όποιων ερεισμάτων της στους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης), η κριτική που ασκήθηκε στην κυβέρνηση επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι παρακολούθησε αδιαμαρτύρητα τη συμμόρφωση των σκανδιναβικών χωρών (Φινλανδίας, Σουηδίας) στις τουρκικές απαιτήσεις προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία ένταξής τους στο ΝΑΤΟ.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις (τα κυβερνητικά πανηγύρια από τη μια και η συγκεκριμένη κριτική από την αξιωματική αντιπολίτευση απ’ την άλλη) περιγράφουν δυστυχώς το επικίνδυνο νεφέλωμα μέσα στο οποίο βρίσκονται τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα και εν τέλει την παντελή έλλειψη εθνικής στρατηγικής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Περιφερειακός «παίκτης»

Η διαπραγματευτική τακτική του Ερντογάν για τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ που πραγματοποιήθηκε την περασμένη βδομάδα στη Μαδρίτη άρχισε να υλοποιείται αρκετό καιρό πριν. Συγκεκριμένα από τη στιγμή που έγιναν σαφείς οι αμερικανικές προθέσεις για την ενσωμάτωση των δύο σκανδιναβικών χωρών στη συμμαχία.

Με την ανακοίνωση αυτών των αμερικανικών προθέσεων ο Τούρκος Πρόεδρος βρήκε την ευκαιρία να κινηθεί στο πλαίσιο της χαραγμένης στρατηγικής αντίληψής του, σύμφωνα με την οποία η χώρα του δεν είναι υποτελές (αμερικανικό / δυτικό) προτεκτοράτο, αλλά έχει διαμορφωμένα δικά της σχέδια και τη δύναμη / σθένος να τα διεκδικήσει.

Η αμερικανική επείγουσα ανάγκη για την άμεση επέκταση της συμμαχίας προς τα ρωσικά σύνορα με την ένταξη στο ΝΑΤΟ της Φινλανδίας και της Σουηδίας πολλαπλασίασαν την τουρκική διαπραγματευτική ισχύ με την οποία διατυπώθηκαν οι όροι της Άγκυρας ώστε να εξασφαλισθεί η απαραίτητη ομοφωνία και να προχωρήσει η διαδικασία ένταξης των Σκανδιναβών.

Πριν καν αρχίσουν οι εργασίες της συνόδου, για την ακρίβεια πριν ακριβώς από την επίσημη έναρξή τους, ο Ερντογάν είχε καταφέρει να επιβάλει τους όρους τους στους Αμερικανούς και να σύρει γονατισμένους τους Σκανδιναβούς να υπογράψουν μια συμφωνία η οποία όχι μόνο τους υποχρεώνει να δεχτούν την τουρκική άποψη περί κουρδικής τρομοκρατίας (την οποία ατυχώς αναγνώρισε και ο Μητσοτάκης σε μια προσπάθειά του να εμφανιστεί αμερικανικότερος των Αμερικανών), αλλά επιπρόσθετα να άρουν το εμπάργκο πώλησης όπλων που είχαν υιοθετήσει κατά της Τουρκίας.

Μετά την υπογραφή της τριμερούς (Τουρκία – Σουηδία – Φινλανδία) συμφωνίας ο Ερντογάν μπορούσε να εμφανιστεί στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ ως αυτό που πραγματικά διεκδικεί να είναι: Ηγέτης μιας ανεξάρτητης χώρας που κινείται με γνώμονα την εξυπηρέτησή των συμφερόντων της και μόνο.

Ελληνική μικροπολιτική

Στην Αθήνα, μια βδομάδα μετά τη σύνοδο τα κόμματα εξουσίας δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί τι ακριβώς κέρδισε (με την υποταγή ΗΠΑ και Σκανδιναβών) ο Ερντογάν στη Μαδρίτη και τι σημαίνει για τα ελληνοτουρκικά και γενικότερα για τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου η αναγνώριση των ιδιαίτερων τουρκικών ευαισθησιών και συμφερόντων από τον αμερικανοΝΑΤΟϊκό μηχανισμό.

Αυτή η αδυναμία κατανόησης περιγράφει την προσήλωση των ελληνικών κομμάτων εξουσίας σε ένα χρεοκοπημένο δόγμα εξωτερικής πολιτικής με βασικά συστατικά του τον κατευνασμό (της Άγκυρας) και την υποταγή (στις ΗΠΑ).

Πράγματι, η λογική του κατευνασμού και της υποταγής είναι αυτή που υπαγόρευσε στον Έλληνα πρωθυπουργό να σιωπήσει στη σύνοδο του ΝΑΤΟ και να μην αναφερθεί καν στις τουρκικές προκλητικές απαιτήσεις για το «ξαλάφρωμα» της αεράμυνας των ελληνικών νησιών με την απειλή της αμφισβήτησης της κυριαρχίας που σύσσωμο το τουρκικό πολιτικό σύστημα (με την επικουρία ακαδημαϊκών, καλλιτεχνών, media) πρόβαλε πριν και εξακολουθεί να προβάλλει και μετά τη Μαδρίτη.

Αυτή η σιωπή του Μητσοτάκη για χάρη διευκόλυνσης των αμερικανικών επιδιώξεων στην εν λόγω ΝΑΤΟϊκή σύνοδο, η οποία δεν επισημάνθηκε καν από την αξιωματική αντιπολίτευση, περιγράφει την οδυνηρή ανυπαρξία εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης της τουρκικής απειλής ή την ψευδαίσθηση των ελληνικού συστήματος εξουσίας σύμφωνα με την οποία η χώρα προστατεύεται επαρκώς από τις αμερικανικές ρητορικές τοποθετήσεις καθώς και από το γεγονός ότι τα δύο αυτά κόμματα (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ) έχουν προσφέρει γη και ύδωρ με τη συμφωνία εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων σε όποιο σημείο της χώρας (και για όσον καιρό) επιθυμεί η Ουάσιγκτον.

Η αναγνώριση της Τουρκίας ως μεγάλου περιφερειακού παίκτη (δίπλα σε Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία, Ινδία), όπως τελικά φάνηκε από την ικανοποίηση των απαιτήσεών της στη Μαδρίτη, υπονομεύει ένα ακόμη επιχείρημα ή διαλύει μία ακόμη ψευδαίσθηση του ελληνικού πολιτικού προσωπικού (και των επικοινωνιακών του μηχανισμών): ότι η τουρκική επιθετική ρητορική οφείλεται στις εσωτερικές ανάγκες ή δυσκολίες που αντιμετωπίζει η τουρκική ηγεσία, η οποία μάλιστα θα δοκιμαστεί τον επόμενο χρόνο στις κάλπες.

Όσοι στην Αθήνα εξακολουθούν να αδυνατούν να αντιληφθούν τη συνέχεια και τη συνέπεια των τουρκικών διεκδικήσεων όπως αυτές διατυπώνονται συστηματικά από το 1973 μέχρι και τώρα και τις αποδίδουν σε συγκυριακές συμπτώσεις απλώς προσπαθούν να καλύψουν τις ευθύνες των επιλογών τους και την αδυναμία τους να κινηθούν πέρα από το όρια της αλύσου της υποτέλειας που έχουν περασμένη στον λαιμό τους…


από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια