Η παράξενη ιστορία της Περιτειχισμένης Πόλης Καουλούν

 
Το κάποτε ένα από τα πιο πυκνοκατοικημένα μέρη στη Γη, ήταν μια αναρχική, σουρεαλιστική "πόλη".

Η πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στη Γη είχε μόνο έναν ταχυδρόμο. Περιοριζόταν σε μια περιοχή μεγέθους μόλις 1/100 του 1 τετ. χλμ. Ωστόσο, μέσα σε αυτόν τον χώρο υπήρχαν 350 κτίρια, σχεδόν όλα ύψους μεταξύ 10 και 14 ορόφων, με 8.500 εγκαταστάσεις, 10.700 νοικοκυριά και περισσότερους από 33.000 κατοίκους.
 
Ο ταχυδρόμος της πόλης το 1989

Τα πολλά, ψηλά, στενά τετράγωνα πύργων της πόλης ήταν σφιχτά το ένα πάνω στο άλλο -τόσο σφιχτά που έκανε ολόκληρο το μέρος να μοιάζει με μια τεράστια κατασκευή. Υπήρχε μικρή ομοιομορφία σχήματος, ύψους ή δομικού υλικού. Μπαλκόνια από χυτοσίδηρο αιωρούνταν σε παραρτήματα από τούβλα και τοίχους από σκυρόδεμα. Οι καλωδιώσεις κάλυπταν κάθε επιφάνεια -ανέβαιναν κάθετα από το έδαφος μέχρι τον τελευταίο όροφο στα "δάση" από κεραίες τηλεόρασης ή τεντώνονταν οριζόντια, σαν αμέτρητα ρολά από σκούρο σπάγκο που φαινόταν σαν να δένουν τα κτίρια μεταξύ τους. Η είσοδος στην πόλη σήμαινε ότι άφηνες πίσω σου το φως της ημέρας. Υπήρχαν εκατοντάδες σοκάκια, τα περισσότερα με μόλις λίγα μέτρα πλάτος. Ορισμένες διαδρομές κόβονταν κάτω από τα κτίρια, ενώ τα συσσωρευμένα σκουπίδια -που τα πετούσαν από τα παράθυρα και πάνω σε συρμάτινα δίχτυα ανάμεσα στους πύργους- σχημάτιζαν σήραγγες. Χιλιάδες μεταλλικοί και πλαστικοί σωλήνες νερού -οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν διαρροή και διάβρωση- περνούσαν κατά μήκος των τοίχων και των οροφών. Ως προστασία από τις σταλαγματιές που έπεφταν στα σοκάκια, ο ταχυδρόμος της πόλης είχε επιλέξει να φοράει καπέλο, ενώ πολλοί κάτοικοι χρησιμοποιούσαν ομπρέλες.

Σε ολόκληρη την πόλη υπήρχαν μόνο δύο ανελκυστήρες. Στον κάτω όροφο ορισμένων πολυκατοικιών, στους τοίχους υπήρχαν καρφωμένα τα κοινόχρηστα και ατομικά γραμματοκιβώτια. Συχνά όμως, η μόνη επιλογή για τον ταχυδρόμο ήταν να σκαρφαλώσει και, μερικές φορές, έφτανε στον τελευταίο όροφο ή και στην ταράτσα. Οι διάδρομοι και οι σκουριασμένες μεταλλικές σκάλες του επέτρεπαν να μετακινείται γρήγορα από κτίριο σε κτίριο, προτού πέσει πίσω στο σκοτάδι.
 
Ενώ κάποια σοκάκια ήταν άδεια και ήσυχα, άλλα ξεχείλιζαν από ζωή. Εκατοντάδες εργοστάσια παρήγαγαν τα πάντα, από στικ ψαριού μέχρι μπάλες του γκολφ. Ολόκληροι διάδρομοι επικαλύπτονταν από αλεύρι που χρησιμοποιούταν στην παρασκευή χυλοπιτών. Αψιές, χημικές μυρωδιές γέμιζαν τους δρόμους που ήταν δίπλα σε κατασκευαστές μετάλλων και πλαστικών. Μη αδειοδοτημένοι γιατροί και οδοντίατροι είχαν συγκεντρωθεί εκεί, με τις ηλεκτρικές πινακίδες να κρέμονται πάνω από τις εγκαταστάσεις τους για να διαφημίσουν τις υπηρεσίες τους, και οι οποίοι είχαν πολλούς ασθενείς -που έρχονταν εκτός της πόλη- καθώς μπορούσαν να κάνουν παζάρια για την πληρωμή και ως αντάλλαγμα δεν τους έκαναν ερωτήσεις. Καταστήματα και πάγκοι με τρόφιμα ήταν στριμωγμένα κατά μήκος της οδού "Big Well", της οδού "Bright" και της οδού "Dragon City". Για τους τολμηρούς, το κρέας σκύλου και φιδιού ήταν η σπεσιαλιτέ της πόλης.

Προχωρώντας βαθύτερα, οι μεγάλοι διάδρομοι έδιναν μια ματιά σε δωμάτια γεμάτα καπνό. Το αδιάκοπο κλικ των πλακιδίων mahjong αντηχούσε κατά μήκος των τοίχων. Αίθουσες τυχερών παιχνιδιών ήταν δίπλα σε στριπτιτζάδικα και κινηματογράφους που πρόβαλλαν ταινίες πορνό. Πόρνες -και παιδιά- παρακαλούσαν μέσα στο σκοτάδι, οδηγώντας τους πελάτες σε οίκους ανοχής. Και παντού υπήρχαν κορμιά που κείτονταν στο σκοτάδι. Στην οδό Kwong Ming -γνωστή ως "Ηλεκτρικός Σταθμός"-, πάνω σε ξύλινους πάγκους, πουλούσαν φτηνά ναρκωτικά. Οι εθισμένοι έσκυβαν για να εισπνεύσουν καπνό ηρωίνης μέσα από πίπες που κρατούσαν πάνω από θερμαινόμενο αλουμινόχαρτο. Τα γυμνά δωμάτια, που αποκαλούνται "divan", ήταν γεμάτα με άνδρες και γυναίκες που ήταν έτοιμοι για όλα, βυθισμένοι στην αποχαύνωση του οπίου. Πολλοί από τους αρουραίους της πόλης ήταν και εκείνοι εθισμένοι και τους έβλεπες να στριμώχνονται σε σκοτεινές γωνιές, απελπισμένοι για μια ρουφηξιά.

Δεν υπήρχε κανένας νόμος. Ήταν μια αναρχική κοινωνία, αυτορυθμιζόμενη και αυτοκαθοριζόμενη. Ήταν μια αποικία μέσα σε μια αποικία, μια πόλη μέσα σε μια πόλη, ένα μικροσκοπικό τετράγωνο αμφισβητούμενο και παραμελημένο. Ήταν γνωστή ως η "Περιτειχισμένη Πόλη Καουλούν". Οι ντόπιοι όμως την ονόμασαν αλλιώς. Χακ Ναμ, (Hak Nam), η Πόλη του Σκότους.
 
Η οδός Kwong Ming της πόλης

Μετά τον πρώτο πόλεμο του οπίου από το 1839 έως το 1842 -που πυροδοτήθηκε, ουσιαστικά, από τις προσπάθειες της κινεζικής κυβέρνησης να εμποδίσει την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών να εισάγει ναρκωτικά- η Κίνα υπέγραψε μια συνθήκη παραχώρησης τμήματος της επικράτειάς της στη Μεγάλη Βρετανία. Ένα σχεδόν έρημο, ορεινό νησί με ένα απάνεμο λιμάνι βαθέων υδάτων στην είσοδο του ποταμού Καντόν, απέναντι από τη χερσόνησο Καουλούν. Ήταν το Χονγκ Κονγκ.

Το 1843, οι Κινέζοι άρχισαν να χτίζουν ένα οχυρό στο άκρο της χερσονήσου Καουλούν, με ένα γραφείο για τους κυβερνητικούς αξιωματούχους -τους Μανδαρίνους- και έναν στρατώνα για 150 στρατιώτες, που περιβαλλόταν από ένα τείχος μήκους 700 ποδιών και πλάτους 400. Η γνωστή ως "Kowloon Walled City" προοριζόταν ως μια κινεζική στρατιωτική παρουσία κοντά στη νέα βρετανική αποικία. Το 1860, οι διαφωνίες για το εμπόριο πυροδότησαν έναν δεύτερο πόλεμο για το όπιο. Οι βρετανικές και γαλλικές δυνάμεις νίκησαν τους Κινέζους και μια νέα συνθήκη παραχώρησε ολόκληρη τη χερσόνησο Καουλούν στην Βρετανία, με μοναδική εξαίρεση την Περιτειχισμένη Πόλη.

Τα επόμενα 30 χρόνια, οι βρετανικές αρχές προσπάθησαν να διαπραγματευτούν τον έλεγχο της πόλης, αλλά οι Κινέζοι παρέμειναν αμετακίνητοι. Το 1898, μια νέα συνθήκη, η οποία παραχώρησε το Χονγκ Κονγκ, την Καουλούν και άλλα εδάφη της Καντόνα στην Βρετανία για 99 χρόνια, κράτησε την Περιτειχισμένη Πόλη υπό τον κινεζικό έλεγχο. Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1899, κυκλοφόρησαν φήμες ότι, στην Περιτειχισμένη Πόλη, συγκεντρώνονταν Κινέζοι στρατιώτες. Έτσι οι Βρετανοί έστειλαν στρατεύματα. Περίμεναν μάχη -ίσως ακόμη έναν πόλεμο- αλλά βρήκαν μόνο τους Μανδαρίνο, ο οποίος έφυγε εξαγριωμένος, και οι Βρετανοί κατέλαβαν την πόλη. Οι Κινέζοι δεν απαρνήθηκαν ποτέ την αξίωση της πόλης. Ιεραπόστολοι μετακόμισαν και έχτισαν εκκλησίες και σχολεία, ενώ χοιροτρόφοι από τους γύρω λόφους πήραν οικόπεδα εντός των τειχών. Δεν υπήρχε σχεδόν κανένας διοικητικός έλεγχος και η πόλη έγινε παραγκούπολη. Ωστόσο, κάθε φορά που η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ προσπαθούσε να την εκκαθαρίσει για να την μετατρέψει σε πάρκο -διώχνοντας τους κατοίκους κατά τη διαδικασία- η κινεζική κυβέρνηση πάντα παρενέβαινε. Άλλωστε, επίσημα, αυτό το μικροσκοπικό κομμάτι γης ήταν ακόμα έδαφός της.

Η κατάσταση παρέμεινε άλυτη μέχρι το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ιαπωνικές δυνάμεις κατέλαβαν τη χερσόνησο και γκρέμισαν τα τείχη της πόλης για να κατασκευάσουν έναν νέο διάδρομο για το κοντινό αεροδρόμιο Kai Tak.
 
Ένας ναός μέσα στην πόλη, με σχάρες από πάνω για να την προστατεύουν από τα σκουπίδια των επάνω ορόφων 

Στον απόηχο του πολέμου, πρόσφυγες πλημμύρισαν την χερσόνησο Καουλούν. Το μόνο ίχνος της παλιάς πόλης ήταν το ερειπωμένο κέλυφος της οικίας του Μανδαρίνου. Ωστόσο, οι άνθρωποι έλκονταν σχεδόν ενστικτωδώς εκεί. Αρχικά, η Περιτειχισμένη Πόλη είχε σχεδιαστεί σύμφωνα με τις αρχαίες αρχές της κινεζικής φιλοσοφίας: νότια και με θέα στο νερό, με λόφους και βουνά στα βόρεια. Αυτή η ιδανική ευθυγράμμιση, ειπώθηκε, έφερε αρμονία σε όλους τους πολίτες. Μέσα στην απελπισία τους, ορισμένοι πρόσφυγες μπορεί να πίστευαν ότι το Καουλούν ήταν μια απαραίτητη πηγή τύχης και ευημερίας. Ωστόσο, άλλοι υπενθύμισαν ότι κάποτε ήταν ένας κινεζικός θύλακας σε βρετανικό αποικιακό έδαφος. Τα πέτρινα τείχη της είχαν φύγει, αλλά οι πρόσφυγες ήταν πεπεισμένοι ότι οι διπλωματικοί παρέμειναν.

Μέχρι το 1947 υπήρχαν περισσότεροι από 2.000 καταληψίες στο Καουλούν, έχοντας στήσει τις καλύβες τους πάνω σχεδόν στο ίχνος της αρχικής πόλης. Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί έξω από τα σύνορα -όσοι ήταν στη λάθος πλευρά της γραμμής κινδύνευαν να χάσουν την προστασία της κινεζικής κυβέρνησης. Ο κόσμος συνέχιζε να έρχεται και το μέρος γινόταν όλο και πιο άθλιο και γεμάτο.

Οι αρχές του Χονγκ Κονγκ σοκαρίστηκαν από τις συνθήκες και έκαναν σχέδια για την εκκαθάριση των προσφύγων. Στις 5 Ιανουαρίου του 1948, το Τμήμα Δημοσίων Έργων, υποστηριζόμενο από μεγάλη αστυνομική παρουσία, απομάκρυνε τους καταληψίες και κατεδάφισε όλες τις κατοικίες της παραγκούπολης. Ωστόσο, μέσα σε μια εβδομάδα, οι καταπατητές είχαν επιστρέψει για να ξαναφτιάξουν τις παράγκες τους. Όταν η αστυνομία επιχείρησε να επέμβει, ξέσπασαν ταραχές. Τα νέα διαδόθηκαν σε όλη την Κίνα και η κατάσταση των "κατοίκων" του Καουλούν έγινε επίμαχο ζήτημα. Το βρετανικό προξενείο στην Καντόνα πυρπολήθηκε και μια ομάδα φοιτητών στη Σαγκάη πραγματοποίησε απεργία διαμαρτυρίας. Αξιωματούχοι της κινεζικής κυβέρνησης ταξίδεψαν στην Περιτειχισμένη Πόλη και ενθάρρυναν επίσημα τους πρόσφυγες να συνεχίσουν τον αγώνα ενάντια στους Βρετανούς καταπιεστές τους.

Η κυβέρνηση της επαρχίας της Καντόνας έστειλε μια αντιπροσωπεία σε μια "αποστολή παρηγοριάς", συμπληρώνοντας τη διανομή τροφίμων και ιατρικής βοήθειας με μηνύματα που υποστηρίζουν τη μαχητική δράση. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών συνέχισε να υποστηρίζει ότι η Κίνα διατηρούσε δικαιοδοσία επί της πόλης και των κατοίκων της. Εν μέσω της αυξανόμενης έντασης, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ υποχώρησε. Το πρόγραμμα έξωσης σταμάτησε και η αστυνομία αποσύρθηκε. Από έναν προσωρινό καταυλισμό προσφύγων, το Καουλούν άρχισε πλέον να εξελίσσεται σε κάτι πιο μόνιμο. Πάνω στα ερείπια της παλιάς ιδρύθηκε μια νέα πόλη.
 
Η πόλη το 1989 
 
Η κρίση του σερ Alexander Grantham, Κυβερνήτη του Χονγκ Κονγκ από το 1947 έως το 1957, ήταν καταδικαστική. Το Καουλούν, έγραφε, είχε γίνει "βόθρος ανομίας, με τεκέδες ηρωίνης, οίκους ανοχής και οτιδήποτε κακόβουλο". Οι κινεζικές αξιώσεις για κυριαρχία επί του Καουλούν δεν επεκτάθηκαν σε καμία καθημερινή διοίκηση, χρησιμοποίησαν απλώς την αβέβαιη κατάστασή του ως βολικό εργαλείο για την πολιτική. Μετά τις αναταραχές του '48, η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ κατέληξε σε μια πολιτική μη επέμβασης. Το αποτέλεσμα ήταν μια πόλη εκτός νόμου. Δεν υπήρχαν φόροι, καμία ρύθμιση των επιχειρήσεων, κανένα σύστημα υγείας ή σχεδιασμού, καμία αστυνομική παρουσία. Οι άνθρωποι μπορούσαν να μπουν στο Καουλούν και, με επίσημους όρους, να εξαφανιστούν. Δεν αποτέλεσε έκπληξη που άνθισε η εγκληματική δραστηριότητα και εγκαταστάθηκαν εκεί πέντε συμμορίες της Τριάδας -οι King Yee, Sun Yee On, 14K, Wo Shing Wo και Tai Ho Choi. Το εκτός νόμου καθεστώς το έκανε το ιδανικό μέρος για την παρασκευή, την πώληση και τη χρήση ναρκωτικών όπως το όπιο και η ηρωίνη. Η πόλη που είχε ιδρυθεί για την αστυνόμευση της διακίνησης του οπίου έγινε το επίκεντρο του εμπορίου ναρκωτικών του Χονγκ Κονγκ.

Το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος, αλλά δεν καθόρισε την πόλη. Οι επιχειρηματίες -που τους έλκουν τα χαμηλά ενοίκια που προσφέρουν οι ιδιοκτήτες- είδαν μια μοναδική ευκαιρία. Άνοιξαν εκατοντάδες εργοστάσια, με ολόκληρες οικογένειες στις γραμμές παραγωγής. Οι συνθήκες ήταν συχνά φρικτές, αλλά η παραγωγικότητα -και επομένως το κέρδος- ήταν αξιοσημείωτα. Τα προϊόντα που κατασκευάζονταν εξάγονταν σε όλο το Χονγκ Κονγκ, την Κίνα, ακόμη και σε ολόκληρο τον κόσμο. Η κατασκευή πλαστικών και κλωστοϋφαντουργίας ήταν το φόρτε του, όπως και η παραγωγή τροφίμων. Προς άγνοια των καλοταϊσμένων κατοίκων του Χονγκ Κονγκ, τα ζυμαρικά και τα στικ ψαριού που σερβίρονταν στα εστιατόριά τους προμηθεύονταν συχνά από το Καουλούν.

Οι πολίτες της Περιτειχισμένης Πόλης επέδειξαν μια εξαιρετική ικανότητα για αλλαγή και προσαρμογή. Ωστόσο, τα όρια του κόσμου τους ήταν αυστηρά περιορισμένα και, καθώς περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν να εισέρχονται στην πόλη, η αρχιτεκτονική ανταποκρίθηκε στη ζήτηση. Καθώς οι σύγχρονες πολυκατοικίες μεγάλωναν στο Χονγκ Κονγκ, οι οικοδόμοι του Καουλούν αντέγραψαν αυτό που είδαν, χτίζοντας δικούς τους πύργους. Λεπτές κολώνες, που στήθηκαν σε θεμέλια που συχνά αποτελούνταν από λεπτά στρώματα σκυροδέματος χυμένα σε ρηχά ορύγματα, άρχισαν να εκτείνονται προς τον ουρανό. Χωρίς να απαιτείται πολεοδομική άδεια, οι κατασκευές εκτινάχθηκαν με εκπληκτική ταχύτητα. Η καθίζηση ήταν συνήθης. Επειδή οι πολυκατοικίες συχνά ακουμπούσαν η μια πάνω στην άλλη, οι κάτοικοι τα αποκαλούσαν "κτίρια των ερωτευμένων".

Καθώς τα τετράγωνα άρχισαν να συγχωνεύονται, η πόλη έγινε λιγότερο μια συλλογή κτιρίων και περισσότερο μια ενιαία δομή, ένα συμπαγές τετράγωνο γεμάτο με χιλιάδες μεμονωμένες μονάδες σχεδιασμένες να καλύπτουν κάθε απαίτηση μιας πόλης: διαβίωση, εργασία, μάθηση, παραγωγή, εμπόριο και αναψυχή. Όλο και περισσότερο, οι κάτοικοι αποκλείονταν φυσικά από τον έξω κόσμο. Το φως δεν έμπαινε στα στενά σοκάκια που οδηγούσαν ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ήταν η αρχή της Πόλης του Σκότους.

Σταδιακά, προέκυψε ένα σύστημα αυτοδιοίκησης. Το '63, για πρώτη φορά μετά από πάνω από μια δεκαετία, οι αρχές του Χονγκ Κονγκ προσπάθησαν να επέμβουν, εκδίδοντας εντολή κατεδάφισης για μια γωνιά της πόλης και προτείνοντας τη μετεγκατάσταση των εκτοπισμένων κατοίκων σε μια νέα οικοδομή εκεί κοντά. Όταν τα σχέδια δημοσιοποιήθηκαν, η κοινότητα σχημάτισε αμέσως μια "επιτροπή κατά της κατεδάφισης της πόλης".
 
Η αρχή της κατεδάφισης της πόλης στις 23 Μαρτίου 1993

Στις 14 Ιανουαρίου του '87, στις 9:20 το πρωί, 400 αξιωματούχοι από το Τμήμα Στέγασης του Χονγκ Κονγκ έστησαν κλοιούς γύρω από τους 83 δρόμους και τα σοκάκια που οδηγούσαν μέσα και έξω από την Περιτειχισμένη Πόλη και μπήκαν μέσα με αποστολή να επικοινωνήσουν και να ερευνήσουν κάθε κάτοικο. Νωρίτερα εκείνο το πρωί, είχε ανακοινωθεί ότι η πόλη επρόκειτο να εκκαθαριστεί και να αναπτυχθεί εκ νέου ως δημόσιο πάρκο -ακριβώς όπως είχε σκοπό η κυβέρνηση του Χονγκ Κονγκ πάνω από μισό αιώνα πριν. Όμως αυτή τη φορά, δε θα υπήρχε κινεζική αντίσταση. Δύο χρόνια νωρίτερα, στις 19 Δεκεμβρίου του '84, οι κυβερνήσεις της Κίνας και της Μεγάλης Βρετανίας είχαν υπογράψει κοινή δήλωση για τη μεταφορά της κυριαρχίας του Χονγκ Κονγκ στην Κίνα την 1η Ιουλίου του '97. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών πάντα χρησιμοποιούσε τον Καουλούν ως πιόνι στο πολιτικό παιχνίδι για να υπενθυμίζει στους Βρετανούς και στον κόσμο τη διεκδίκησή του για τη γη που παραχωρήθηκε στην Βρετανία το 1898. Τα 99 χρόνια είχαν σχεδόν τελειώσει.

Τα σχέδια εκκαθάρισης και κατεδάφισης κρατήθηκαν μυστικά. Η αποζημίωση ήταν βασικό στοιχείο για τις εξώσεις, επομένως υπήρχε ο κίνδυνος να καταφτάσουν εκεί ξαφνικά άνθρωποι που θα ήθελαν να πάρουν κρατικά χρήματα. Για έξι μήνες, το Τμήμα Στέγασης κρατούσε το Καουλούν υπό επιτήρηση για να συγκεντρώσει στοιχεία για τον πληθυσμό. Το πακέτο αποζημίωσης για κατοίκους και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων ανήλθε συνολικά στα 2,76 δισεκατομμύρια δολάρια. Κατά μέσο όρο, οι κάτοικοι έλαβαν περίπου 380.000 δολάρια για κάθε διαμέρισμα. Οι διαπραγματεύσεις διήρκεσαν αρκετά χρόνια, και μέχρι τον Νοέμβριο του '91, 457 νοικοκυριά δεν είχαν ακόμη συμφωνήσει. Μέχρι εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι από τους 33.000 κατοίκους είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Ωστόσο, κάποιοι έμειναν εκεί μέχρι το τέλος και, στις 2 Ιουλίου του '92, η αστυνομία μπήκε στην πόλη και τους ανάγκασε να φύγουν. Ένας ψηλός συρμάτινο φράχτη -που ακολουθούσε σχεδόν τη γραμμή που κάποτε ήταν το αρχικό γρανιτένιο τείχος της πόλης- ανεγέρθηκε για να περικυκλώσει όλο το μέρος.

Στις 23 Μαρτίου του '93, μια τεράστια σφαίρα κατεδάφισης έπεσε στην πλευρά ενός οκταώροφου πύργου στην άκρη της Περιτειχισμένης Πόλης. Ωστόσο, το πραγματικό έργο της κατεδάφισης, κομμάτι-κομμάτι, θα ξεκινούσε αρκετές εβδομάδες αργότερα. Πλήθος προσκεκλημένων και προσωπικοτήτων χειροκροτούσαν, ενώ πρώην κάτοικοι της πόλης που είχαν συγκεντρωθεί για μια τελευταία, μάταιη διαμαρτυρία, ξεσπούσαν με κραυγές οργής. Για να γίνει σκόνη και ερείπια η υπόλοιπη πόλη χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένας χρόνος.
 
Το Kowloon Walled City Park 

Μέσα όμως από τα σύγχρονα συντρίμμια, αναδύθηκαν κομμάτια της αρχικής πόλης. Βρέθηκαν δύο γρανιτένιες πινακίδες, και οι δύο με κινέζικους χαρακτήρες. Η μία έγραφε "Νότια Πύλη" και η άλλη "Πόλη με τα τείχη Καουλούν". Όταν εκκαθαρίστηκαν τα ερείπια, οι εργολάβοι αποκάλυψαν τμήματα των θεμελίων του αρχικού τείχους, μαζί με τρία από τα σιδερένια κανόνια που κάποτε βρίσκονταν στις επάλξεις της πόλης. Ένα κτίριο βρισκόταν ακόμα στο κέντρο της πόλης, μια κατασκευή που επιβίωσε σε όλη την ταραχώδη ιστορία της. Ήταν το γραφείο του Μανδαρίνου. Το επόμενο χρόνο, τα ερείπια άρχισαν να μετατρέπονται γρήγορα σε ένα πάρκο που έμοιαζε με τους περίφημους κήπους Jiangnan του 17ου αιώνα που χτίστηκαν από τη δυναστεία Τσινγκ.
 

Τα μονοπάτια που διέσχιζαν τους κήπους πήραν το όνομά τους από τους δρόμους και τα κτίρια της κατεδαφισμένης παραγκούπολης. Στις 22 Δεκεμβρίου του '95, το Kowloon Walled City Park άνοιξε επίσημα. Χρειάστηκαν περίπου έξι δεκαετίες, αλλά επιτέλους το Καουλούν είχε μετατραπεί σε "τόπο δημοφιλούς θέρετρο", όπως είχε οραματιστεί ο σερ William Peel, ο Κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ το 1934, μια έκταση με κιόσκια από μπαμπού, όμορφα υδάτινα στοιχεία και πράσινο.
 
Μακέτα της Περιτειχισμένης Πόλης στο σημερινό πάρκο - πηγή

Αυτή είναι η ιστορία της ανόδου και της πτώσης μιας παραγκούπολης. Γεννήθηκε μέσα από μια ιδιορρυθμία της ιστορίας, εκμεταλλεύτηκε τη δυσάρεστη φήμη του και, όπως είναι η μοίρα όλων των παραγκουπόλεων, έγινε ντροπή πριν ισοπεδωθεί από τις αρχές.

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια