Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις τις δεκαετίες 1980 και 1990 και η ελληνική στάση

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από μία αξιοπρόσεκτη αντοχή, στη συγκρουσιακή τους δομή, και από τη μοναδική διάρκειά τους στον χρόνο. Εντάσσονται στις κλασικές περιπτώσεις «αντίπαλων δυάδων» με πολύχρονη ιστορία αντιπαράθεσης και εχθρότητας και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι ίσως η μακροβιότερη συνεχιζόμενη εθνική και διακρατική διαμάχη, έστω και αν η έναρξή της τοποθετηθεί, με αυστηρά χρονικά κριτήρια, στο 1912 και όχι στο 1821 ή πιο πριν.

Από: topontiki.gr  /  Του Μιχαήλ Εμμανουήλ Δημάκα

Πρόκειται όντως για ένα μάλλον ασυνήθιστο, στην ευρωπαϊκή ιστορία, συγκρουσιακό φαινόμενο, με μια σπάνια ικανότητα να επιβιώνει σε διάφορα επίπεδα για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα.

Αν και οι εντάσεις και ενίοτε οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ γειτόνων για εδαφικά και συνοριακά θέματα είναι ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο παγκοσμίως, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε διακρατικό επίπεδο, κάθε άλλο παρά συνεχώς τρικυμιώδεις ήταν, διότι τις εκάστοτε συγκρούσεις διαδέχονταν προσπάθειες ομαλοποίησης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίες πολλές φορές χαρακτηρίζονταν επιτυχείς και οδηγούσαν σε σχέσεις καλής γειτονίας (1930-1939).

Δυστυχώς, όμως, καμία προσπάθεια ομαλοποίησης των σχέσεων δεν ήταν οριστική, όπως π.χ. στην περίπτωση των Γάλλων και των Γερμανών, με αποτέλεσμα η υπάρχουσα αντιπαλότητα να επανέρχεται στην προηγούμενη κατάσταση έντασης, αμοιβαίας καχυποψίας και απειλών.

Στο παρόν άρθρο θα εξεταστούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις όπως αυτές διαμορφώθηκαν και εξελίχθηκαν στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, αλλά και η στάση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας έναντι της γείτονος.

1980-1990: Η πολιτική κατάσταση σε Ελλάδα και Τουρκία

Η δεκαετία του 1980 σηματοδοτείται από δύο σημαντικά γεγονότα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

● Το πρώτο αφορά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 από τον αρχηγό του επιτελείου του τουρκικού στρατού Κενάν Εβρέν, το οποίο ανέτρεψε την κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και έθεσε εκτός νόμου όλα τα πολιτικά κόμματα μέχρι τον Νοέμβριο του 1983, οπότε η χώρα εισήλθε σε φάση «σταδιακού εκδημοκρατισμού».

● Το δεύτερο ήταν η αλλαγή πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα, όπου τη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει ο Ανδρέας Παπανδρέου μετά τη νίκη του κόμματός του (ΠΑΣΟΚ) στις εκλογές του 1981.

Οι δύο αυτές σημαντικές εξελίξεις είχαν αρνητικές συνέπειες σε ό,τι αφορά τον διάλογο μεταξύ των δύο κρατών. Η ανάληψη της εξουσίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου οδηγεί αμέσως στη διακοπή του ελληνοτουρκικού διαλόγου, με συνέπεια να εγκαινιαστεί μία «άνευ προηγουμένου» πολιτική εναντίον της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα.

Η πολιτική αυτή είχε το πλεονέκτημα να εμφανίζεται ως καθαρή θέση και επειδή ήταν εθνοκεντρική άγγιζε τις ευαίσθητες χορδές της πλειονότητας των Ελλήνων, που ακόμα δεν είχαν συνέλθει από τα σοκ της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και την de facto διχοτόμηση της νήσου το 1974.

Η «διπλωματία της αβεβαιότητας», η οποία αποτελούσε τη βάση της εξωτερικής πολιτικής που ακολούθησε ο Παπανδρέου, δικαιολογείται για την εποχή εκείνη, αφού αφενός η θεωρία περί «αμερικανικής εξάρτησης» και αφετέρου η αντίληψη ότι για όλα και βεβαίως για τις κακές ελληνοτουρκικές σχέσεις και την τουρκική επιθετικότητα «έφταιγαν οι Αμερικάνοι» είχε γίνει πεποίθηση για πολλούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Ωστόσο, η αντιδυτική αυτή ρητορική, την οποία πρέσβευε ο Παπανδρέου, δεν άργησε να γίνει αντιπαραγωγική για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, με αποτέλεσμα να θεωρούνται ανειλικρινείς και αναξιόπιστοι συνομιλητές, γεγονός που αποτέλεσε πλήγμα τόσο για την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας όσο και για το προφίλ της γενικότερα.

Στη γείτονα χώρα το πολιτικό σκηνικό άλλαξε μετά την άνοδο στην εξουσία του ηγέτη του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας (στα τουρκικά: Anavatan Partisi) Τουργκούτ Οζάλ. Ο Τούρκος πρωθυπουργός επιχείρησε να ανοίξει μία νέα σελίδα για την Τουρκία υποστηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό της χώρας και την ευρωπαϊκή της προοπτική, παραμερίζοντας τους μέχρι τότε ενδοιασμούς και τις τουρκικές αγκυλώσεις έναντι των Ευρωπαίων.

Στο εκσυγχρονιστικό αυτό πλαίσιο τοποθετούσε και τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα, και μάλιστα επιχείρησε να προσφέρει «κλάδο ελαίας» στην Αθήνα αδιαφορώντας τόσο για την αντιτουρκική ρητορεία του Παπανδρέου όσο και για την ανθελληνική στάση του στρατιωτικού κατεστημένου της χώρας. Στη διπλωματική αυτή κίνηση του Οζάλ ο Παπανδρέου απάντησε θέτοντας τους εξής τρεις όρους:

Την πλήρη αποδοχή, από πλευράς της Τουρκίας, του υπάρχοντος διεθνούς καθεστώτος του Αιγαίου.

Την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο.

Την αποκήρυξη του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους.

Οι όροι αυτοί, αν και λογικοί για την Αθήνα, για την τουρκική πλευρά αποτελούσαν «non-starters» και όχι ένδειξη καλής θέλησης. Γενικώς, ο «εναρκτήριος» διάλογος μεταξύ των δύο χωρών χαρακτηρίστηκε ως «διάλογος κωφών», από τη στιγμή που η κάθε πλευρά αντιλαμβανόταν διαφορετικά την κάθε κίνηση προσέγγισης.

Η κρίση του Μαρτίου του 1987

Τα γεγονότα της κρίσης του Μαρτίου του 1987 είναι λίγο – πολύ γνωστά. Για την ιστορία, η καναδική κοινοπραξία Denison Mines Corporation, που εκμεταλλευόταν τα πετρέλαια της Θάσου, αποφάσισε να προχωρήσει σε έρευνες νέων κοιτασμάτων πετρελαίου στη θέση Μπάμπουρας, πέραν των 6 ναυτικών μιλίων, αλλά εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης των 12 ναυτικών μιλίων, όπως αυτά καθορίζονται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Η Τουρκία, αφού αρχικά διαμαρτυρήθηκε εγγράφως κατά της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για παραβίαση του Πρακτικού της Βέρνης, λόγω των επικείμενων γεωτρήσεων, ανακοίνωσε ότι το ωκεανογραφικό σκάφος Sismik-I θα πραγματοποιήσει έρευνες σε περιοχές αμφισβητούμενης υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στη Σαμοθράκη και τη Θάσο με σκοπό την «προστασία των οικονομικών της δικαιωμάτων».

Η ελληνική πλευρά αντέδρασε δυναμικά και προειδοποίησε ότι ήταν έτοιμη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα ακόμα και διά των όπλων, ενώ δεν δίστασε να απειλήσει τις ΗΠΑ ότι θα προέβαινε στο κλείσιμο της στρατιωτικής τους βάσης στη Νέα Μάκρη. Βέβαια, ως σημαντικότερη κίνηση εντυπωσιασμού κατεγράφη η αποστολή του υπουργού Εξωτερικών στη Σόφια, κίνηση η οποία θορύβησε το δυτικό στρατόπεδο, που αντιλήφθηκε ότι ήταν πλέον ορατός ο κίνδυνος διάσπασης της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Οι ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, σε σχέση με την κρίση, έδειχναν ότι η Ελλάδα έπαιρνε μεγαλύτερο ρίσκο από ό,τι η Τουρκία, γεγονός το οποίο φαίνεται να συνέβαλε αποφασιστικά στη διπλωματική επίλυση της κρίσης.

Επίσης, καθοριστικό ρόλο στην αποκλιμάκωση της κρίσης φαίνεται να διαδραμάτισε η μεσολάβηση του υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου Γιάννη Μπούτου, ο οποίος, ύστερα από έγκριση του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ήρθε σε επαφή με τον Τούρκο πρεσβευτή στην Ελλάδα Ναζμί Ακιμάν και αποκατέστησε τον δίαυλο επικοινωνίας.

Τα όποια σενάρια περί ελληνοτουρκικού πολέμου έλαβαν τέλος όταν ο Οζάλ, με προσωπική του παρέμβαση, σταμάτησε τον απόπλου του Sismik-I στο Αιγαίο.

Συμπερασματικά λοιπόν, η κρίση του Μαρτίου του 1987 λειτούργησε προς όφελος της Ελλάδας, καθώς την εδραίωσε στη διπλωματική σκακιέρα, αφού κατόρθωσε να στρέψει με το μέρος της και χώρες της Δύσης μη φίλα προσκείμενες σε αυτήν. Επίσης, αποτέλεσε την απαρχή νέων συνομιλιών και οδήγησε στη συνάντηση των δύο πρωθυπουργών στο Νταβός της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1988.

Η σύνοδος του Νταβός

Στο Νταβός Ανδρέας Παπανδρέου και Τουργκούτ Οζάλ συναντήθηκαν δύο διαδοχικές φορές, την 30ή και την 31η Ιανουαρίου. Από ελληνικής πλευράς το θέμα το χειρίστηκε ο πρωθυπουργός συνεπικουρούμενος από τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, προς γενική έκπληξη όλων, οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν σε εξαιρετικό κλίμα και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι μία κρίση σαν αυτήν του Μαρτίου «δεν θα έπρεπε να επαναληφθεί και ότι θα έπρεπε να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στη δημιουργία μονίμων ειρηνικών σχέσεων». Επίσης, στα θετικά της συνάντησης κατεγράφησαν η συμφωνία για τη δημιουργία δύο επιτροπών, μίας οικονομικής και μίας πολιτικής, καθώς και η ενθάρρυνση για την ίδρυση «μεικτού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου».

1990-1999: Η πολιτική κατάσταση σε Ελλάδα και Τουρκία

Μετά τη Σύνοδο του Νταβός οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επανέρχονται στην προηγούμενη κατάσταση αμοιβαίας καχυποψίας και αντιπαλότητας.

Στο πολιτικό πεδίο έχουμε την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου, εν μέσω σκανδάλων, το 1989, και την άνοδο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην εξουσία. Παράλληλα στην Τουρκία έχουμε τη μεταπήδηση του Οζάλ στην Προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Η πολιτική αυτή αλλαγή σηματοδοτεί μία νέα πολιτική προσέγγισης των ελληνοτουρκικών διαφορών, με κλειδί της επίλυσής τους το Κυπριακό, το οποίο διαχρονικά αποτελεί την «κατάρα» που δηλητηριάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από το 1954.

Οι εκατέρωθεν καλές προθέσεις για προσέγγιση και επίλυση των διαφορών προσέκρουσαν στην καχυποψία των δύο πλευρών έπειτα από κάθε συνάντηση, η οποία ενισχύθηκε από την αρνητική στάση του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος μίλησε για «καταστροφή, προδοσία και έλευση μίας νέας Συνθήκης των Σεβρών» μετά τις προτάσεις του Προέδρου Οζάλ προς τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι για την επίλυση του Κυπριακού.

Η μόνη συνάντηση που είχε ουσιαστικότερο αποτέλεσμα ήταν αυτή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με τον νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ στο Νταβός τον Ιανουάριο του 1992. Στη συνάντηση αυτή έγινε λόγος για την εκπόνηση ενός σχεδίου φιλίας, καλής γειτονίας και συνεργασίας, αλλά και για την προώθηση ενεργειών αναφορικά με την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, χωρίς ωστόσο τίποτε από όλα όσα συζητήθηκαν να υλοποιηθεί.

Εν συνεχεία ακολούθησε ο απροσδόκητος θάνατος του Οζάλ, τον Απρίλιο του 1993, κατόπιν η πτώση του Μητσοτάκη και η επανεκλογή στην εξουσία τού – τότε ασθενούς – Ανδρέα Παπανδρέου. Η μοναδική θετική εξέλιξη που σημειώθηκε στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων κατά τη διάρκεια της διετούς διακυβέρνησης Παπανδρέου ήταν η άρση του βέτο από την Αθήνα για την τελωνειακή ένωση Τουρκίας – Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κρίση των Ιμίων

Η κρίση των Ιμίων, από πλευράς επικινδυνότητας, χαρακτηρίζεται ως το πιο θερμό επεισόδιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εφόσον και οι δύο πλευρές ήρθαν πιο κοντά απ’ ό,τι τις άλλες φορές στην ένοπλη σύγκρουση για την επίλυση των διαφορών τους. Επίσης, η κρίση των Ιμίων σηματοδοτεί μια αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η Τουρκία υλοποιεί τις επιδιώξεις της. Ήταν η πρώτη φορά που η Τουρκία αμφισβήτησε, με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης, το καθεστώς των συνόρων με την Ελλάδα.

Ωστόσο, εκείνο το οποίο έχει σημασία ως συμπέρασμα είναι η αδυναμία εφαρμογής στρατηγικής διαχείρισης κρίσης από την πλευρά της Ελλάδας, ελλείψει ομοφωνίας ανάμεσα στην πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία. Αντιθέτως, η Τουρκία, που εφάρμοσε στρατηγική διαχείρισης κρίσης, στηρίχθηκε στην επιθετική πολιτική της ελεγχόμενης πίεσης, η οποία σε στιγμές κλιμάκωσης της κρίσης συμπληρώνεται από τη στρατηγική του εκβιασμού.

Η Συμφωνία της Μαδρίτης

Μετά την κρίση των Ιμίων οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον ρόλο του διαμεσολαβητή προσπαθώντας να εξομαλύνουν τις εξαιρετικά τεταμένες σχέσεις των δύο χωρών. Έτσι, τον Ιούλιο του 1997, έπειτα από προσωπικές ενέργειες της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ, συναντήθηκαν στη Μαδρίτη ο Τούρκος Πρόεδρος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και ο Έλληνας πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης με την ευκαιρία της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ.

Μετά τη συνάντηση των δύο αξιωματούχων ακολούθησε η δημοσίευση ενός ανυπόγραφου κειμένου, το οποίο είναι ευρύτερα γνωστό ως το Ανακοινωθέν της Μαδρίτης. Το εν λόγω κείμενο είχε συνταχθεί από την αμερικανική πλευρά και αποτέλεσε τη βάση για την επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε το ανακοινωθέν, οι δύο χώρες όφειλαν να προβούν σε ενέργειες για την προώθηση των διμερών τους σχέσεων, βασιζόμενες στα εξής έξι σημεία:

α. Αμοιβαία δέσμευση για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη συνεχή ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας.

β. Σεβασμός της κυριαρχίας της κάθε χώρας.

γ. Σεβασμός στις αρχές του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών.

δ. Σεβασμός στα νόμιμα ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους.

ε. Δέσμευση διευθέτησης των διαφορών τους με ειρηνικά μέσα στη βάση της αμοιβαίας συναίνεσης και χωρίς τη χρήση ή την απειλή βίας.

στ. Δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση.

Στο κείμενο της συμφωνίας σκοπίμως δεν υπήρξε κάποια αναφορά στο status quo του Αιγαίου ή στο κυπριακό ζήτημα, ενώ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υπάρχει δέσμευση των δύο πλευρών να αποφεύγουν τις μονομερείς πράξεις και κατά συνέπεια τη μονομερή επέκταση των χωρικών υδάτων, προκειμένου να μη διαταραχθούν οι ειρηνικές τους σχέσεις.

Το τελευταίο αυτό σημείο του ανακοινωθέντος αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κριτικής για τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Πάγκαλο, καθώς η Ελλάδα, αποδεχόμενη τη δέσμευσή αυτή, απεμπολούσε το νόμιμο δικαίωμά της που αφορά την επέκταση των χωρικών της υδάτων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων.

Σε κάθε περίπτωση για την Τουρκία η Συμφωνία της Μαδρίτης ερμηνεύτηκε ως θετική, και μάλιστα εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να την επικαλείται σταθερά στις διμερείς διαπραγματεύσεις. Αντιθέτως η Ελλάδα, μετά τη διάσκεψη κορυφής των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους στην Κρήτη, αποφεύγει την οποιαδήποτε αναφορά σε αυτήν.

Η σύνοδος κορυφής στο Ελσίνκι

Μετά τη Συμφωνία της Μαδρίτης οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάστηκαν εκ νέου. Η κρυφή είσοδος του ηγέτη του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) Αμπντουλάχ Οτζαλάν στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1999, η φυγάδευσή του στην ελληνική πρεσβεία στο Ναϊρόμπι και η μετέπειτα σύλληψή του από τους πράκτορες της ΜΙΤ επιδείνωσαν σε επικίνδυνο βαθμό τις σχέσεις των δύο χωρών.

Ωστόσο οι καταστροφικοί σεισμοί της Κωνσταντινούπολης τον Αύγουστο του 1999 και της Αθήνας τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους αποτέλεσαν μία νέα ευκαιρία επαναπροσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών. Η «διπλωματία των σεισμών», όπως είχε αποκληθεί τότε, υπήρξε η αρχή για την έναρξη μιας σειράς συναντήσεων μεταξύ των αξιωματούχων των δύο πλευρών, με σημαντικότερη όλων αυτή του Ελσίνκι.

Κατά τη διάσκεψη κορυφής στη φινλανδική πρωτεύουσα, στις 10 και 11 Δεκεμβρίου του 1999, στην οποία συζητήθηκαν οι διαδικασίες διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφασίστηκε η αναβάθμιση της Τουρκίας στο καθεστώς της υπό ένταξη χώρας με ελληνική συναίνεση, ενώ τέθηκε επί τάπητος και το ζήτημα της συμπερίληψης της Κύπρου στις υπό ένταξη χώρες, χωρίς να απαιτείται η επίλυση του κυπριακού ζητήματος.

Το αποτέλεσμα της διάσκεψης του Ελσίνκι – καρπός έντονων διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων, κυρίως της Ελλάδας με τους εταίρους της – πέραν των άλλων σηματοδότησε μία σημαντική στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τόσο σε ενδοευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

* Ο Μιχαήλ Εμμανουήλ Δημάκας είναι υποψήφιος διδάκτορας, MSc: «Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές», MA: «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία»

από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια