Κυνηγώντας το Μαργαριτάρι του Λάο Τσε - Μέρος 2ο


Μια ιστορία αρχαίων φιλοσόφων, απαγωγών από εξωγήινους, πληρωμένων δολοφονιών και πώς το μεγαλύτερο μαργαριτάρι του κόσμου έγινε το επίκεντρο ενός hoax 80 χρόνων.
 
 
 
Επί 10 χρόνια, η Λάουρα προσπαθούσε να καταλάβει τη ζωή του Μπάρμπις. Ωστόσο, ακόμη και τα βασικά στοιχεία είναι δύσκολο να ανακτηθούν, μιας και ήταν ένας άνθρωπος που επαίνεσε την Αμερική ως ένα μέρος όπου ένας πολίτης "θα μπορούσε να είναι ό,τι θέλει να είναι" και εκμεταλλεύτηκε πλήρως την εθνική ανοχή για αυτο-εφεύρεση. Είπε ότι ήταν μοναχός, επαγγελματίας πυγμάχος, πράκτορας της CIA, τραγουδιστής της όπερας. Δήλωσε επιχειρηματικός συνεργάτης του Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ και εραστής της Σοφία Λόρεν. Δηλητηριάστηκε, πυροβολήθηκε, φυλακίστηκε στον πόλεμο και καταλήφθηκε από δαίμονες. Η οικογένειά του τον αποκαλεί οραματιστή, αλλά οι περισσότεροι τον αποκαλούν απατεώνα. Ισχυρίστηκε ότι ήταν γιος του Αλ Καπόνε και ντυνόταν με ανοιχτά σακάκια και στο γυμνό του στήθος φορούσε χρυσές αλυσίδες. Όποτε βρισκόταν κοντά στο νεκροταφείο Mount Carmel στο Hillside του Ιλινόις, έβαζε ένα κουβανέζικο πούρο στον τάφο του Καπόνε ως φόρο τιμής. Στην πραγματικότητα, ο πατέρας του ήταν ένας χασάπης ονόματι Λέστερ Μπάρμπις, ο οποίος παντρεύτηκε την Έλεν Ρούμπεν και απέκτησαν έναν γιο, τον Λάουρι Μπάρμπις.

Ο άνθρωπος που γνωρίζουμε ως Βίκτορ Μπάρμπις πρωτοεμφανίζεται το 1970, στο La Verne της Καλιφόρνια. Το δημοτικό συμβούλιο είχε απαγορεύσει τα τυχερά παιχνίδια, αλλά ο Μπάρμπις διατηρούσε μια αίθουσα μπριτζ στο εστιατόριο και νυχτερινό του κέντρο, το οποίο πάλεψε επί 10 χρόνια για να νομιμοποιήσει. Για να σταματήσει τις συνεχείς επιδρομές, ο Μπάρμπις έκανε τα πάντα. Άλλαξε από μπριτζ σε μπίνγκο και είπε ότι τα έσοδα θα διατεθούν για τη νεολαία, καθώς θα χρηματοδοτούσε την ολοκλήρωση ενός πάρκου στο κέντρο της πόλης. Ο δήμος όμως δεν ήθελε ούτε αυτόν, ούτε τα λεφτά του. Όταν η κολακεία απέτυχε, ο Μπάρμπις μήνυσε -ανεπιτυχώς- την πόλη, απαιτώντας να μάθει "το τίμημα του να γίνει κανείς αξιοσέβαστος πολίτης".

Μετακόμισε στο Σαν Μπερναρντίνο και ίδρυσε την Εκκλησία Όλων των Πιστών (Church of All Faiths), χρησιμοποιώντας θρησκευτικές απαλλαγές για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι μπίνγκο. Πλέον ήταν ο αιδεσιμότατος Βικ Μπάρμπις, χειροτονημένος από την Universal Life Church of Modesto, μια υπηρεσία ταχυδρομικών παραγγελιών. Δημοσίευσε αποκαλυπτικά κηρύγματα στην τοπική εφημερίδα, ενώ τα παιχνίδια μπίνγκο του απέφεραν περίπου 80.000 δολάρια το μήνα. Τελικά, η δημοτική αρχή έμαθε ότι στο παρελθόν είχε ερευνηθεί και ανακάλεσε την άδεια τυχερών παιχνιδιών που διέθετε.

Οι άνθρωποι του Σαν Μπερναρντίνο πίστευαν ότι ο Μπάρμπις είχε δεσμούς με τη Μαφία και ο ίδιος χρειαζόταν κάτι για νομιμοποιηθεί. Αυτό το κάτι βρέθηκε το ’79, όταν έμαθε για τον θάνατο του Κομπ. Το μεγαλύτερο μαργαριτάρι του κόσμου ήταν προς πώληση και το τίμημα για να γίνει κάποιος αξιοσέβαστος πολίτης ήταν 200.000 δολάρια.
 
Ο Victor Barbish το 1984, λίγο πριν μετακομίσει στο Κολοράντο Σπρινγκς όπου ίδρυσε την World’s Largest Pearl Co

Το ‘85, ο Μπάρμπις μετακόμισε στο Κολοράντο Σπρινγκς και εφηύρε ξανά τον εαυτό του. Ως πρόεδρος της World’s Largest Pearl Co. και με το όνομά του στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες, καλλιέργησε μια εικόνα ευημερίας. Ένας δρόμος με πολυτελή αυτοκίνητα κατέληγε σε ένα τεράστιο σπίτι γεμάτο δράκους από νεφρίτη, βαλσαμωμένα λιοντάρια, μια φωτογραφία της πριγκίπισσας Νταϊάνα και του πρίγκιπα Καρόλου που απευθύνονταν προσωπικά στην σύζυγό του. Είχε κερδίσει την εύνοια των κοσμηματοπωλών, των κτηματομεσιτών και των εμπόρων αυτοκινήτων της πόλης, ενώ συνέτρωγε με τους επικεφαλής της αστυνομίας.

Αρχικά, θάμπωνε με την φανταχτερή χλιδή. Στη συνέχεια, ζητούσε μια επένδυση ή ίσως ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο -μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια- για να τελειοποιήσει τις τελευταίες πινελιές μιας συμφωνίας υπερπαραγωγή.

Έλεγε συνεχώς "Δουλεύω για ένα δάνειο 20 εκατομμυρίων δολαρίων για το μαργαριτάρι, που θα σκάσει ανά πάσα στιγμή". Ή ότι είχε έναν αγοραστή -πότε τον πρόεδρο και δικτάτορα των Φιλιππίνων, Φερδινάντο Μάρκος, πότε την ηθοποιό Γούπι Γκόλντμπεργκ. Την τελευταία στιγμή όμως, η συμφωνία πάντα κατέρρεε. Στα μέσα της δεκαετίας του '80, μια εξορισμένη Ιρανή πριγκίπισσα είχε μεσολαβήσει για πώληση 40 εκατομμυρίων δολαρίων για λογαριασμό ενός ομίλου στην Ευρώπη, είπε ο ίδιος. Όταν όμως ο Μπάρμπις έμαθε ότι οι αγοραστές ήταν "όλοι εγκληματικής, αδίστακτης καταγωγής", την διέκοψε.

Άλλες φορές, επενέβη η μοίρα για να προστατεύσει την ιερότητα του μαργαριταριού του Λάο Τσε. Το 2004, ο Μπάρμπις είπε στον Aaron Klein της WorldNetDaily (αμερικανικός ακροδεξιός ιστότοπος ψευδών ειδήσεων) ότι, το 1999, είχε λάβει μια προσφορά 60 εκατομμυρίων δολαρίων εκ μέρους του Οσάμα μπιν Λάντεν. Σύμφωνα με τον Μπάρμπις, ο μπιν Λάντεν σκόπευε να αγοράσει το μαργαριτάρι ως δώρο για τον Σαντάμ Χουσεΐν , "για να ενώσουμε τους αραβικούς πολιτισμούς". Η συμφωνία ήταν σε ισχύ, αλλά δεν επετράπη στους εκπροσώπους του μπιν Λάντεν να περάσουν τα σύνορα με τον Καναδά.

Όταν ο Klein, πλέον επικεφαλής της Breitbart News (αμερικανικός ακροδεξιός κοινοπρακτικός ιστότοπος ειδήσεων, γνώμης και σχολίων) στην Ιερουσαλήμ, έγραψε για τη συμφωνία, ο Μπάρμπις πρότεινε να δημιουργήσει μια σύνδεση μεταξύ μπιν Λάντεν και Χουσεΐν -ένα κρίσιμο κομμάτι που λείπει από την δικαιολόγηση του Τζορτζ Μπους για την εισβολή στο Ιράκ. "Δεν μπορούσα να κάθομαι να ακούω αυτά τα ψέματα για την κυβέρνησή μας και τον Πρόεδρο Μπους", είπε ο Μπάρμπις. "Ο μπιν Λάντεν προσπάθησε να αγοράσει το μαργαριτάρι μου ως δώρο στον Σαντάμ και ο Σαντάμ ήθελε να το δεχτεί". Ο Klein έγραψε ότι του δόθηκαν φαξ που τεκμηριώνουν αυτήν την ιστορική συμφωνία, αλλά όταν του ζητήθηκε να κάνει κάποιο σχόλιο, είπε ότι δεν μπορούσε να τα βρει.

***

Στη διάρκεια των δεκαετιών του '80 και του '90, δεν πέρασε σχεδόν ούτε μήνας χωρίς νομικές αγωγές, που ασκήθηκαν από πολλούς που διεκδικούσαν μερίδιο από το Μαργαριτάρι του Λάο Τσε.

Συνεχής παρουσία σε αυτές ήταν ο Πίτερ Χόφμαν, ο κοσμηματοπώλης του Μπέβερλι Χιλς που είχε μεσολαβήσει για την αγορά από τον Κομπ το 1979. Όταν ένας δικαστής του Κολοράντο, αγανακτισμένος από όλη αυτή τη νομική διαμάχη, διέταξε να πουληθεί το μαργαριτάρι σε δημοπρασία μέχρι τον Αύγουστο του 1990 για να ρυθμιστούν τα χρέη, ο Χόφμαν ανέλαβε δράση. Η προσφορά θα ξεκινούσε από 10 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Χόφμαν εξακολουθεί να κατέχει το 1/3 του μαργαριταριού και πάντα θεωρούσε τον εαυτό του ως τον νόμιμο φύλακά του, τον μόνο που μπορούσε να το πουλήσει με επιτυχία. Ο Κομπ, είπε κάποτε σε έναν δημοσιογράφο, "με είδε σε ένα όνειρο με τους τρεις σοφούς, τον Βούδα, τον Κομφούκιο και τον Λάο Τσε, που είπαν ότι θα ήμουν ο επόμενος φροντιστής του μαργαριταριού".

Τον Μάιο του 1990, ο Χόφμαν εξέθεσε το μαργαριτάρι σε ένα θησαυροφυλάκιο στο Studio City στο Λος Άντζελες. Ήταν η τελευταία φορά που εμφανίστηκε δημόσια το μαργαριτάρι. Ντυμένο με μαύρο βελούδο και χρυσό λαμέ, ο δικηγόρος είπε σε μια συνέντευξη Τύπου ότι το μαργαριτάρι είχε καλλιεργηθεί από τους απογόνους του Λάο Τσε. Πράγματι, "οι υποτιθέμενες πνευματικές δυνάμεις του μαργαριταριού" ήταν πολύ πιο σημαντικές γι' αυτόν απ' ότι τα χρήματα, τα οποία υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει "για να ωφελήσει την ανθρωπότητα". Όσο για το ποσό, περίμενε ότι θα πουληθεί από 25 μέχρι και 50 εκατομμύρια δολάρια. Επικαλούμενος πάρα πολλές "ψευδείς ειδήσεις" για το μαργαριτάρι, ο Χόφμαν αρνήθηκε να σχολιάσει αυτή την ιστορία, αλλά σημείωσε ότι "θα έπρεπε να αναφέρεται σωστά ως ένα ανεκτίμητο διάσημο ιστορικό τεχνούργημα".

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι, αρκετές φορές στις δεκαετίες του '80 και του '90, βρέθηκε πολύ κοντά σε μια πώληση. Ένας από αυτούς ήταν ο δικτάτορας Φερδινάντο Μάρκος, αλλά καθαιρέθηκε πριν οριστικοποιηθεί η πώληση. Κάποια άλλη φορά, μια βαρόνη κίνησε την περιέργεια του σουλτάνου του Μπρουνέι. Οι προσπάθειές του όμως δεν οδήγησαν πουθενά. Η προθεσμία πέρασε και το μαργαριτάρι σφραγίστηκε ξανά σε ένα χρηματοκιβώτιο.

Για περισσότερα από 20 χρόνια, το Μαργαριτάρι του Λάο Τσε παραμένει στο Κολοράντο Σπρινγκς. Εκεί, διατηρείται με ασφάλεια το μυστικό του, μακριά από το οπτικό πεδίο καθώς, δεν αξίζει αυτό που ισχυρίζονται οι ιδιοκτήτες. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν ένα πραγματικό μαργαριτάρι -τουλάχιστον, όχι όπως το νομίζουμε.

***
 
Αν κάποιος πει ότι έχει ένα μαργαριτάρι 6,4 κιλών, πιθανότατα θα φανταστούμε ένα από αυτά τα γνωστά, πολύτιμα πετράδια και θα πολλαπλασιάσουμε αναλογικά την αξία του. Για να δημιουργηθούν τέτοιοι υπολογισμοί, επιλέχτηκε η αξιολόγηση που ετοίμασε ο Λι Σπάροου το 1967 -40 με 42 εκατομμύρια δολάρια- από την επιστολή του 1939 που έγραψε ο επιμελητής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, ο οποίος είχε ισχυριστεί ότι το δείγμα "μπορεί πραγματικά να ονομαστεί μαργαριτάρι". Με αυτό, ο Σπάροου προχώρησε στον υπολογισμό της αξίας του σαν να ήταν ένα από αυτά τα μικροσκοπικά στρογγυλά πετράδια αλλά σε μέγεθος ρεκόρ Γκίνες.

Σε άλλο σημείο της επιστολής του όμως, ο επιμελητής χαρακτηρίζει το δείγμα ως "μαργαριταρένια ανάπτυξη" και τονίζει ότι δεν πρέπει να ταξινομηθεί ως πολύτιμο μαργαριτάρι. Οι πολύτιμοι λίθοι που συνήθως γνωρίζουμε ως μαργαριτάρια σχηματίζονται μέσα στον οργανικό ιστό των στρειδιών του θαλασσινού νερού, των οποίων τα εσωτερικά κελύφη διαθέτουν μαργαριταρόριζα ("Μητέρα των Μαργαριταριών") το οποίο δημιουργεί τη χαρακτηριστική φωτεινή λάμψη του. Σε σύγκριση με αυτούς τους πολύτιμους λίθους, τα μαργαριτάρια Tridacna μοιάζουν περισσότερο με πορσελάνη. Πράγματι, το Μαργαριτάρι του Λάο Τσε διαθέτει μια άσχημη φιγούρα. Κάποιοι μπορεί να το παρομοιάσουν με ένα κομμάτι λευκού πηλού, άλλοι μπορεί να πιστεύουν ότι είναι ένα εξωγήινο αυγό.

Σύμφωνα με την εμπορική νομοθεσία των ΗΠΑ, είναι απολύτως νόμιμο να αποκαλούμε τέτοια αντικείμενα "μαργαριτάρια". Οποιοδήποτε μαλάκιο με κέλυφος -ακόμα και ένα σαλιγκάρι- μπορεί να φτιάξει μαργαριτάρι. Όμως, οι γεμμολόγοι που διακινούν πολύτιμα μαργαριτάρια, τα απορρίπτουν υποτιμητικά ως "ανθρακικό ασβέστιο".

Μια συνάδελφός του, η οποία δούλεψε με τον Σπάροου (πέθανε το 1990) για 20 χρόνια τον θυμάται ως αξιόπιστο και αξιοθαύμαστο. Όμως με το Μαργαριτάρι του Λάο Τσε, ήταν διαφορετικός. "Γέλασα με όλο αυτό το πράγμα". Περιέγραψε πώς ο Σπάροου παρακινήθηκε από ενθουσιασμένους συναδέλφους να φουσκώσει τον αριθμό, ώσπου, σε μια συλλογική φρενίτιδα, έφτασαν τα 40 με 42 εκατομμύρια δολάρια. Αν το μαργαριτάρι μπορούσε να προσελκύσει έναν αγοραστή σε αυτή την τιμή, τότε σίγουρα ο Κομπ δε θα αρνιόταν να το πουλήσει (και ο Σπάροου θα έπαιρνε καλή προμήθεια).

Επίσης, η αξιολόγηση του Σπάροου άφησε χώρο για την "ιστορική σημασία" του μαργαριταριού, υποστηρίζοντας ότι είχε "χρονολογηθεί με άνθρακα ±600 ετών". Όμως ο Michael Krzemnicki, ο διευθυντής του Ελβετικού Γεμμολογικού Ινστιτούτου που έχει γράψει εκτενώς για τεχνικές χρονολόγησης με μαργαριτάρια, είπε ότι δεν υπάρχει κανένα αρχείο που να δείχνει ότι το μαργαριτάρι έχει υποβληθεί ποτέ σε χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα.

Τίποτα από αυτά δεν σταμάτησαν τον Μπάρμπις και το 1992, ανέθεσε μια νέα αξιολόγηση, προς αντικατάσταση εκείνης του αποθανόντος Σπάροου. Ο Michael "Buzz" Steenrod, ένας πρώην πωλητής εξοπλισμού βίντεο που εργαζόταν σε ένα κοσμηματοπωλείο στο Κολοράντο Σπρινγκς, ετοίμασε το έγγραφο.

Ενώ ο Σπάροου είπε ότι το μαργαριτάρι θα μπορούσε να είναι περίπου 600 ετών, ο Steenrod το… απογείωσε. "Χρονολογείται στο 600 π.Χ.", αναφέρει στην εκτίμησή του -την οποία δεν σχολίασε ποτέ. Λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, υπολόγισε την αξία του σε 52 εκατομμύρια δολάρια.
 
Όμως, και τα ΜΜΕ δεν έκαναν ποτέ καμία έρευνα και δεν κατάφεραν να ασκήσουν ποτέ την παραμικρή πίεση στην ιστορία. Το μαργαριτάρι είναι "κατ' εκτίμηση 6.000 ετών", ανέφεραν οι Los Angeles Times. Έχει αποτιμηθεί στα 42 εκατομμύρια δολάρια, ανέφερε το Channel 5 News στο Λος Άντζελες. Μια παρουσιάστρια στο CNN ρώτησε το κοινό της, "Μπορείτε να φανταστείτε το στρείδι;".

Ο Μπάρμπις ήξερε πού ήταν τα πραγματικά χρήματα. Όχι σε πραγματικές αχιβάδες, αλλά φανταστικά σε στρείδια.
 
από: the atlantic

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια