Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την έξοδο από την Ενισχυμένη Εποπτεία – Πώς η βαρβαρότητα μεταφέρεται στα Ευρωπαϊκά Εξάμηνα και το Ταμείο Ανάκαμψης

 

Tην ώρα που οι εργατικές – λαϊκές οικογένειες βιώνουν το ατέλειωτο κύμα ακρίβειας και τις υπέρογκες αυξήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, με τον χειμώνα που έρχεται να αναμένεται περαιτέρω επιδείνωση, η κυβέρνηση και η Κομισιόν «πανηγυρίζουν» επειδή στις 20 Αυγούστου η Ελλάδα εξέρχεται από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Πρόκειται για μια αισχρή κοροϊδία αφού παραμένουν όλοι οι μηχανισμοί εποπτείας μέσω των Ευρωπαϊκών Εξαμήνων και των αντιλαϊκών προαπαιτούμενων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Συγκεκριμένα, παρά τη μη συνέχιση της ενισχυμένης εποπτείας (του «μεταμνημονιακού μνημονίου», δηλαδή, που ξεκίνησε το 2018), όλες οι αντιλαϊκές εκκρεμότητες της εποπτείας θα μεταφερθούν αυτόματα στην πάγια διαδικασία του μόνιμου μνημονίου, που είναι τα Ευρωπαϊκά Εξάμηνα. Μάλιστα, κεντρικό ζήτημα των «ανοιχτών ζητημάτων» είναι η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, με σημείο αιχμής την προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού για τον φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης ακινήτων που προβλέπεται στον Πτωχευτικό Νόμο, δηλαδή τη δημιουργία φορέα που θα προχωρήσει με γοργούς ρυθμούς τους πλειστηριασμούς σπιτιών λαϊκών οικογενειών. Αυτό ακριβώς επισημαίνει και η ίδια η Κομισιόν στην έκθεσή της για τη 14η μεταμνημονιακή «αξιολόγηση».

Επιπλέον, τα αντιλαϊκά μέτρα και η αυστηρή επιτήρηση θα συνεχιστούν με το νέο Πρόγραμμα Σταθερότητας και το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2023 – 2026, στο οποίο θα ενσωματώνονται οι αναθεωρημένοι αντιλαϊκοί δημοσιονομικοί στόχοι για την επόμενη περίοδο, με άξονα την επιστροφή των πρωτογενών πλεονασμάτων και βέβαια τη σταδιακή μείωση του κρατικού χρέους, που διογκώθηκε το τελευταίο διάστημα προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι κάθε είδους παρεμβάσεις στήριξης στο εγχώριο κεφάλαιο.

Ετσι, όχι μόνο δεν αλλάζει τίποτε προς το καλύτερο, αλλά, αντίθετα, έρχεται νέο κύμα δυσκολιών για τους εργαζόμενους, αφού το σύνολο των δημοσιονομικών περιορισμών – παρά τη σχετική χαλαρότητα που επιτρέπει η Επιτροπή στο πλαίσιο της λεγόμενης «ρήτρας διαφυγής» – και όλες οι αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν, θα υλοποιηθούν με γρήγορους ρυθμούς. Αλλωστε, είναι γνωστό ότι η παρακολούθηση των εκκρεμών μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της πρώτης μεταπρογραμματικής έκθεσης που θα εκδοθεί τον Νοέμβρη του 2022, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για μια απόφαση του Γιούρογκρουπ σχετικά με την τελική δόση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους που συμφωνήθηκε τον Ιούνη του 2018.

Στην ανακοίνωσή της η Κομισιόν τονίζει πως αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει εκπληρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δεσμεύσεων που ανέλαβε στο Γιούρογκρουπ κατά την έξοδό της από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής τον Ιούνη του 2018. Παράλληλα αναγνωρίζει πως «έχει πετύχει αποτελεσματική εφαρμογή μεταρρυθμίσεων». Δηλαδή, όλα όσα τσάκισαν και τσακίζουν τον λαό, είτε αφορούν τη διατήρηση μέτρων φορολόγησης του λαϊκού εισοδήματος είτε τις περικοπές σε μισθούς και συντάξεις είτε την «απελευθέρωση» της αγοράς Ενέργειας, με τις γνωστές τραγικές επιπτώσεις. Αυτά είναι η …«επιτυχία» και η «πρόοδος» της κυβέρνησης, μόνο που αυτά αφορούν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

Για επίτευξη εθνικού στόχου κάνει λόγο ο υπουργός Οικονομικών, Χρ. Σταϊκούρας, και προσθέτει πως αυτή η εξέλιξη «ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές. Παρέχει πρόσθετη ώθηση στην αναπτυξιακή δυναμική της και στην προσέλκυση επενδύσεων. Προσδίδει βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο βέβαια των υφιστάμενων κανόνων που ισχύουν για όλα τα ευρωπαϊκά κράτη – μέλη. Φέρνει πιο κοντά την επίτευξη και του τελευταίου στόχου που έχουμε θέσει, αυτού της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας».

Δημοσιονομικός χώρος

Εξάλλου, στο τραπέζι έχει πέσει ήδη το θέμα της κατάρτισης του προϋπολογισμού για το 2023, για το οποίο η κυβέρνηση θα πρέπει να βρει το αντιλαϊκό μείγμα, ώστε να «χωρέσει» το ασφυκτικό πλαίσιο για τα λαϊκά νοικοκυριά που προκύπτει από τα προαπαιτούμενα του μόνιμου μηχανισμού εποπτείας αλλά και τα «δωράκια» πολλών δισ. ευρώ προς τους επιχειρηματικούς ομίλους της Ενέργειας και όχι μόνο. Αυτή είναι η πραγματικότητα, παρά τους πανηγυρισμούς για την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία στις 20 Αυγούστου.

Για το 2023 θα πρέπει να παραχθεί πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2 δισ. ευρώ, που θα επιβαρύνει το λαϊκό εισόδημα. Αλλωστε, για να βρεθεί αυτός ο δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει αφενός να υπάρχουν αυξημένα φορολογικά έσοδα που θα πληρώσουν τα λαϊκά νοικοκυριά, αφετέρου να αποσυρθούν μέτρα που εφαρμόστηκαν το 2022 για την πανδημία. Επιπλέον, υπάρχει ήδη η εξαγγελία για κατάργηση της λεγόμενης εισφοράς αλληλεγγύης, που για το 2022 το ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτήν από τον κρατικό προϋπολογισμό για να κρατηθεί «παγωμένη», ήταν περί τα 730 εκατ. ευρώ. Εάν καταργηθεί η εισφορά, κάτι καθόλου βέβαιο, δημιουργείται ένα ακόμα πρόσθετο κόστος 450 εκατ. ευρώ. Εν συνεχεία, η χρηματοδότηση των ασφαλιστικών εισφορών, δηλαδή το «ζεστό» χρήμα στους επιχειρηματίες, για το 2023 υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, ενώ η χρηματοδότηση των εταιρειών Ενέργειας που προβλέπεται για 6 μήνες ακόμα, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, αντιστοιχεί σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ από τον προϋπολογισμό, δηλαδή από την τσέπη του λαού.

Από τον «Ριζοσπάστη»


από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια