Τα οικονομικά αδιέξοδα της Ελλάδας

 

Ειδικά όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης που επικαλείται ως μεγάλη επιτυχία της η κυβέρνηση, μία αντίστοιχη ανάπτυξη, στηριζόμενη στην κατανάλωση με δανεικά, είχαμε επίσης τη δεκαετία πριν το 2009 – με τα γνωστά αποτελέσματα. Τονίζουμε δε πως κανένας λογικός επιχειρηματίας δεν επιλέγει την άνοδο του τζίρου του, με την παράλληλη αύξηση των ζημιών του και με την καταστροφή των υποδομών του (τουρισμός στην περίπτωση της Ελλάδας) – πόσο μάλλον όταν για την κάλυψη τους πρέπει συνεχώς να δανείζεται, αυξάνοντας τα χρέη του.

Του Βασίλη Βιλιάρδου

Η Mood’s Analytics δημοσίευσε τις προβλέψεις της για την Ελλάδα, με την προϋπόθεση ενός βασικού υποθετικού σεναρίου – σύμφωνα με το οποίο δεν θα πραγματοποιηθούν πρόωρες εκλογές, η σύγκρουση της Ρωσίας με την Ουκρανία δεν θα μεταδοθεί σε άλλες χώρες, ενώ δεν θα υπάρξει κάποιο θερμό επεισόδιο με την Τουρκία.


Με βάση τα παραπάνω, εκτιμάει πως η χώρα μας θα έχει τον τρίτο μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρωζώνη το 2022, με 5,7% – μετά την Ιρλανδία και τη Μάλτα (γράφημα, όλα τα γραφήματα μεγεθύνονται πατώντας επάνω). Θεωρεί δε πως θα οφείλεται στον τουρισμό που θα έχει συγκρίσιμα μεγέθη με το 2019, καθώς επίσης στις επενδύσεις που θα αυξηθούν κατά 9,6% – υποθέτοντας πως εννοεί τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου.

Ξεκινώντας από το τελευταίο, από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, στο πρώτο τρίμηνο του έτους, με βάση την ΕΛΣΤΑΤ, βελτιώθηκε στα 6,293 δις € – έναντι 5,585 δις € το 2021, οπότε κατά περίπου 12,5%. Εν τούτοις, αφενός μεν παραμένει πολύ χαμηλότερος του πρώτου τριμήνου του 2009, όπου ήταν περί τα 13 δις €, αφετέρου δεν καλύπτει καν τις αποσβέσεις – γεγονός που σημαίνει πως ο καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, αφαιρουμένων δηλαδή των αποσβέσεων, παραμένει αρνητικός οπότε προβληματικός, παρά το τεράστιο επενδυτικό μας κενό της τάξης των 200 δις €.

Εν προκειμένω, οι πάγιες επενδύσεις δεν είναι το ίδιο με τις άμεσες ξένες επενδύσεις – ενώ θεωρούνται κατά πολύ σημαντικότερες. Εύλογα, αφού πρόκειται για την πραγματική δημιουργία πλούτου, με τη συσσώρευση φυσικών περιουσιακών στοιχείων – όπως είναι τα μηχανήματα, η γη, τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις, τα οχήματα ή η τεχνολογία.

Αντίθετα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις είναι η αγορά συμμετοχών σε μία επιχείρηση, από μία εταιρία ή από έναν επενδυτή του εξωτερικού – συμπεριλαμβανομένου του ανοίγματος μίας θυγατρικής ή/και συγγενούς επιχείρησης της ξένης εταιρίας, της συγχώνευσης ή της κοινοπραξίας, καθώς επίσης της παροχής διαχείρισης, τεχνολογίας και εξοπλισμού.

Το βασικό τώρα χαρακτηριστικό των άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες συνήθως προσελκύονται στις μικρές χώρες από «ανοιχτές» και «απορυθμισμένες αγορές» (=ασύδοτες, για παράδειγμα χωρίς συλλογικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς αυστηρές περιβαλλοντικές δεσμεύσεις κοκ.), είναι ο αποτελεσματικός έλεγχος της ξένης επιχείρησης – ή, τουλάχιστον, η ουσιαστική επιρροή στη λήψη των αποφάσεων της.


Σε κάθε περίπτωση, όταν μία χώρα ξεπουλάει τις δημόσιες εταιρίες της σε ξένους, όπως η Ελλάδα τα περιφερειακά αεροδρόμια στη Fraport με μία σκανδαλώδη σύμβαση (ανάλυση), την ΤΡΑΙΝΟΣΕ στους Ιταλούς για 45 εκ. € με «προίκα» 750 εκ. €, το 49% του ΔΕΔΔΗΕ με αξία δικτύου 4,9 δις € έναντι 2,1 δις € με εγγυημένη απόδοση 4% κοκ., τότε αυξάνονται οι ξένες επενδύσεις – για τις οποίες σήμερα η ΝΔ θριαμβολογεί, μεταξύ άλλων συγκρίνοντας την δική της κυβερνητική περίοδο, με αυτήν του ΣΥΡΙΖΑ (γράφημα).


Στην ουσία βέβαια πρόκειται για το ξεπούλημα της χώρας, οπότε για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος – κάτι που συμβαίνει επίσης στον ιδιωτικό τομέα, με τις κατασχέσεις και με τους πλειστηριασμούς των ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, γη, επιχειρήσεις), καθώς επίσης με την πώληση τους σε ξένους. Όπως φαίνεται δε (γράφημα), οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν υπερβεί κάθε προηγούμενο ρεκόρ, προφανώς λόγω της επιτάχυνσης του ξεπουλήματος της χώρας μας στους ξένους – ενώ ήταν σχετικά ανάλογα υψηλές, λίγο πριν την υπερχρέωση της Ελλάδας το 2009.

Ο τουρισμός

Συνεχίζοντας με το δεύτερο συντελεστή της ανάπτυξης που προβλέπει η Moody’s, χωρίς όμως να βελτιώνει την πιστοληπτική μας αξιολόγηση, με τον τουρισμό, το πρώτο εξάμηνο τα έσοδα του διαμορφώθηκαν στα 5,148 δις € έναντι 5,413 δις € το αντίστοιχο εξάμηνο του 2019 (γράφημα) – οπότε ήταν χαμηλότερα και δεν αυξήθηκαν ούτε καν όσο ο πληθωρισμός.

Με κριτήριο εδώ το 2019, όπου τα έσοδα του δεύτερου εξαμήνου ήταν της τάξης του 70% έναντι 30% του πρώτου, θα πλησιάσουν τα έσοδα του 2019, ύψους περί τα 18,2 δις € – ενώ ενδεχομένως θα τα ξεπεράσουν, αν μη τι άλλο όσο ο πληθωρισμός. Ασφαλώς βέβαια, αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει δεν είναι τα έσοδα, αλλά τα κέρδη – τα οποία δεν φαίνεται να είναι αντίστοιχα με το 2019, αφού έχουν πουληθεί πολλά πακέτα ξενοδοχείων σε χαμηλές τιμές και μάλιστα χωρίς να συνυπολογισθεί ο πληθωρισμός (ιδιαίτερα προβληματικός για τα «all inclusive»).


Σε κάθε περίπτωση, ένα από τα αρνητικά στοιχεία του τουρισμού, είναι η μη ισορροπημένη τουριστική περίοδος στην Ελλάδα, όπως διαπιστώνεται στη σύγκριση της με την Πορτογαλία (γράφημα) – γεγονός που επιβαρύνει δυσανάλογα τις ήδη αδύναμες υποδομές μας.

Ένα δεύτερο η χαμηλή μέση δαπάνη ανά τουρίστα, η οποία δεν επιτρέπει τη βελτίωση των υποδομών – ένα τρίτο η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού που προκαλεί την «ολλανδική ασθένεια» (ερμηνεία), ένα τέταρτο το ότι, οι ξένες εταιρίες Ολιγοπώλια τύπου TUI εκμεταλλεύονται τους ξενοδόχους, εισπράττοντας τη μερίδα του λέοντος (καθιστώντας τους συχνά εκμεταλλευτές των εργαζομένων, όπως του προσωπικού τους και των οικοδόμων, καθώς επίσης παρέχοντας τους χρηματοδότηση ή/και αφορολόγητα χρήματα στο εξωτερικό), ενώ ένα πέμπτο αναλύεται πολύ καλά από το παρακάτω:

“Το (τουριστικό) «πάρτι που ξανάρχισε», συνοδεύεται από σοβαρά προβλήματα: από την ασυγκράτητη ανοικοδόμηση και την αφόρητη κίνηση, έως τα προβλήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, τη συσσώρευση των σκουπιδιών και την απελπιστική ανεπάρκεια των υποδομών. Παθολογίες, με λίγα λόγια, που σχετίζονται με το φαινόμενο του «υπερτουρισμού».

Δεν είναι μόνο η επιβάρυνση των τουριστικών προορισμών, είναι και η αλλοίωση και ενδεχόμενη απαξίωση του τουριστικού προϊόντος και επομένως του brand name της χώρας. Έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση της «τραγωδίας των κοινών» – όπως αποκαλείται η μυωπική υπερεκμετάλλευση των πόρων, που οδηγεί με ακρίβεια στην εξάντλησή τους και την τελική καταστροφή όσων βιοπορίζονται από αυτούς.

… Μπροστά στα μάτια μας συντελείται μια πολύ βαθύτερη μεταμόρφωση του τουριστικού μοντέλου – μια πραγματική αλλαγή παραδείγματος. Στη θέση του μαζικού τουρισμού, αναδύεται ένα νέο μοντέλο που απευθύνεται στα πολύ υψηλά εισοδήματα: ο VIP τουρισμός.

Αυτό το διαπιστώνει κανείς εύκολα επισκεπτόμενος όχι στη Μύκονο, αλλά κάποια νησιά του Αιγαίου με εντελώς διαφορετική φήμη – όπως η Νάξος, η Μήλος ή η Τήνος. Εκεί οι πωλήσεις οικοπέδων γνωρίζουν εκρηκτική άνοδο – όπως και οι τιμές τους. Εκδίδονται χιλιάδες οικοδομικές άδειες και οι βίλες που κατασκευάζονται δεν έχουν καμιά σχέση με τις εξοχικές μεζονέτες και τα συγκροτήματα του πρόσφατου παρελθόντος” (πηγή).

Ένα επόμενο αρνητικό στοιχείο θεωρείται το γεγονός ότι, ο τουρισμός είναι κυκλικός και εντάσεως κεφαλαίων – δηλαδή πηγαίνει πολύ καλύτερα όταν οι παγκόσμιες συνθήκες είναι θετικές, ενώ πολύ χειρότερα όταν είναι αρνητικές, με τις εγκαταστάσεις του να απαιτούν υψηλά κεφάλαια, οπότε να συνδέονται με πολύ μεγάλα ρίσκα.

Η κατασκευή βέβαια αυτών των εγκαταστάσεων αυξάνει την οικοδομική δραστηριότητα και το ΑΕΠ – ενώ η εξαγορά τους από ξένους, τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Κάπως έτσι όμως βυθίστηκε στην κρίση η Ισπανία, με τις χρεοκοπίες αρκετών οικιστικών συγκροτημάτων, μετά το 2008 – υπερτριπλασιάζοντας το δημόσιο χρέος της που ήταν μόλις λίγο υψηλότερο από το 30% του ΑΕΠ της.

Το αρνητικότερο βέβαια για την Ελλάδα είναι το ότι, το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του τουρισμού, από τα τρόφιμα έως τα πάγια του, προέρχεται από τις εισαγωγές – λόγω της αποψίλωσης του παραγωγικού μας ιστού που συνεχίζεται, μετά τα μνημόνια και τη μετατροπή μας σε «τουριστική αποικία χρέους» (γκαρσόνια της Ευρώπης). Έτσι, οι εισαγωγές διαμορφώνονται υψηλότερα από τις εξαγωγές μας, όπως φάνηκε καθαρά το πρώτο τρίμηνο του 2022, με αποτέλεσμα ένα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο – το οποίο ορίζεται από τις εξαγωγές μείον τις εισαγωγές.


Ακόμη χειρότερα, το εμπορικό μας έλλειμμα είναι σε επίπεδα που δεν μπορούν να καλύψουν τα τουριστικά έσοδα στο Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – με αποτέλεσμα να είναι αρνητικά και τα δύο Ισοζύγια (γράφημα), αυξάνοντας συνεχώς το εξωτερικό μας χρέος (το πρώτο τρίμηνο του 2022 είχε εκτοξευθεί στα 565,2 δις!).

Παρεμπιπτόντως, το ελλειμματικό μας εμπορικό Ισοζύγιο έχει ακόμη ένα μειονέκτημα: μειώνει το ΑΕΠ μας, αποτελώντας τον τελευταίο συντελεστή του (ΑΕΠ = Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + Εμπορικό Ισοζύγιο). Επομένως, εάν δεν ήταν ελλειμματικό, η ανάπτυξη μας θα ήταν πολύ ισχυρότερη και υγιέστερη – κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν.

Σε κάθε περίπτωση, το ελλειμματικό Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μας τεκμηριώνει ότι, η ανάπτυξη της οικονομίας μας δεν είναι βιώσιμη – αφού δεν έχει νόημα να αυξάνεται το ΑΕΠ μας με την παράλληλη παραγωγή ζημιών, οπότε χρεών.

Για παράδειγμα, καμία επιχείρηση δεν αυξάνει το τζίρο της, όταν αυξάνονται ταυτόχρονα οι ζημίες της – αφού δεν έχει καμία οικονομική λογική. Αντίθετα, επιλέγει την «εξυγιαντική συρρίκνωση» της – έτσι ώστε να μη χρεοκοπήσει.

Ανάπτυξη με κατανάλωση και δανεικά

Συνεχίζοντας, η ανάκαμψη του ΑΕΠ μας το 2021 κατά 8,3% και η αύξηση του κατά 7% το πρώτο τρίμηνο του 2022, προήλθε σε μεγάλο βαθμό από την κατανάλωση με δανεικά – με την έννοια πως η κυβέρνηση διάθεσε περί τα 43 δις € (μαζί με τις επιστρεπτέες και τις εγγυήσεις) σε πακέτα τόνωσης της οικονομίας μας, λόγω των αχρείαστων lockdowns που επέβαλλε.

Χρήματα που δεν είχε, αλλά σημαντικό μέρος τους δανείσθηκε, χωρίς να διαθέσει ούτε ένα ευρώ στη στήριξη της παραγωγής – όπως του πρωτογενούς τομέα (δόθηκαν μόλις 183 εκ. €), της μεταποίησης και της βιομηχανίας. Αντίθετα, στήριξε εκτός από την κατανάλωση, τον τουρισμό και τις ξένες εταιρίες, όπως τη Fraport – χωρίς καμία απολύτως οικονομική λογική.

Έτσι το κράτος είχε ελλείμματα προϋπολογισμού, ζημίες δηλαδή τόσο το 2020, όσο και το 2021, πάνω από 30 δις € – με αποτέλεσμα την άνοδο του δημοσίου χρέους μας στα 394 δις € (πηγή), παρά το ξεπούλημα των πάντων. Την ίδια στιγμή, συνεχίζει να αυξάνεται το κόκκινο ιδιωτικό χρέος στις τράπεζες/servicers, στο δημόσιο, στα ασφαλιστικά ταμεία και σε άλλους οργανισμούς – σε επίπεδα άνω του 150% του ΑΕΠ, μοναδικά στην παγκόσμια ιστορία.

Επομένως η Ελλάδα «μαστίζεται» από δίδυμα ελλείμματα και από δίδυμα χρέη – τα οποία τεκμηριώνουν ότι, η οικονομία της δεν είναι σε καθόλου καλή κατάσταση. Όσον αφορά δε τους Πολίτες της, ο πληθωρισμός εξαϋλώνει τους μισθούς, τις συντάξεις, τα εισοδήματα και τις καταθέσεις τους – με αποτέλεσμα να φτωχοποιούνται ακόμη περισσότερο, με την επισιτιστική κρίση, μετά την ενεργειακή ένδεια, προ των πυλών.

Παρά το ότι τώρα (α) ο πληθωρισμός που σημαίνει μεταξύ άλλων αυξημένα έσοδα για το δημόσιο, αφού πρόκειται για υπερφορολόγηση των Πολιτών, (β) η χρηματοπιστωτική καταστολή (ανάλυση) που είναι αντίστοιχη με τη δήμευση μέρους των καταθέσεων, καθώς επίσης (γ) η άνοδος των τουριστικών εσόδων, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βελτίωση της οικονομίας μας, η κυβέρνηση συνεχίζει την κακοδιαχείριση – στηρίζοντας έμμεσα το καρτέλ της ενέργειας με τις επιδοτήσεις (fuel pass, power pass, εκπτώσεις στο ρεύμα).

Μέρος αυτών των επιδοτήσεων προέρχεται βέβαια από τον αυξημένο ΦΠΑ στις υψηλότερες τιμές, από το ΕΤΜΕΑΡ κλπ., αλλά τα υπόλοιπα θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό και το χρέος – οπότε όλους εμάς και τα παιδιά μας. Αντί δηλαδή να μειώσει το ΦΠΑ η κυβέρνηση που αποτελεί τον πιο άδικο φόρο, καταπολεμώντας επί πλέον την άνοδο των τιμών, για να μην οδηγηθούμε στο πληθωριστικό σπιράλ «τιμών-μισθών-τιμών» (ανάλυση), επιλέγει τα επιδόματα – προφανώς για ψηφοθηρικούς λόγους.

Έτσι θα διαθέσει περί τα 10 δις €, επί πλέον των 43 δις προηγουμένως – αυξάνοντας ξανά το έλλειμμα του προϋπολογισμού και το δημόσιο χρέος. Αυτά τα 10 δις €, θα στηρίξουν ακόμη μία φορά την κατανάλωση, οπότε το ΑΕΠ – παραστατικά το τζίρο με ζημίες και χρέη, κλιμακώνοντας ως εκ τούτου τα προβλήματα της οικονομίας μας. Λογικά λοιπόν αυξάνονται ξανά τα επιτόκια δανεισμού μας, παρά την παρέμβαση της ΕΚΤ (ανάλυση) – τώρα στο 3,98% (πηγή).

Εν προκειμένω, εάν για παράδειγμα δεν έκλεινε η κυβέρνηση τα λιγνιτικά μας εργοστάσια/ορυχεία, επενδύοντας πολύ λιγότερα στη σύγχρονη λειτουργία τους χωρίς την έκλυση ρύπων, αφενός μεν θα είχαμε φθηνότερη ενέργεια χωρίς κόστος για το δημόσιο, οπότε για όλους εμάς, αφετέρου ενεργειακή ανεξαρτησία και παραγωγικές θέσεις εργασίας.

Mε ένα δεύτερο παράδειγμα, εάν είχαμε υιοθετήσει το Ιβηρικό μοντέλο, το ρεύμα δεν θα κόστιζε 616 €/MWh, αλλά 183 €/MWhόπως πρόσφατα στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Πώς να μας το εγκρίνει όμως η ΕΕ, όταν ζητιανεύουμε συνεχώς νέα δανεικά; Δεν καταλαβαίνουμε από εδώ πόσο κοστίζουν στην πραγματικότητα, άμεσα και έμμεσα δηλαδή, τα δανεικά; Τίποτα δεν διδαχθήκαμε από την καταστροφή που μας έχουν προκαλέσει τα μνημόνια;

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, υπάρχουν δεκάδες τέτοιες λύσεις σε όλους τους τομείς που δυστυχώς δεν έχουν δρομολογηθεί και δεν δρομολογούνται – επειδή η Ελλάδα κυβερνάται από κόμματα που ενδιαφέρονται μόνο για τη νομή της εξουσίας.

Ειδικά όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης που επικαλείται ως μεγάλη επιτυχία της η κυβέρνηση, μία αντίστοιχη ανάπτυξη στηριζόμενη στην κατανάλωση με δανεικά, είχαμε επίσης τη δεκαετία πριν το 2009 – με τα γνωστά αποτελέσματα.

Τονίζουμε δε ξανά πως κανένας λογικός επιχειρηματίας δεν επιλέγει την άνοδο του τζίρου του, με την παράλληλη αύξηση των ζημιών του και με την καταστροφή των υποδομών του (τουρισμός στην περίπτωση της Ελλάδας) – πόσο μάλλον όταν για την κάλυψη τους πρέπει να δανείζεται.

Πηγή: analyst.gr

από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια