Τι έψαχνε η κυρία Πελόζι στην Ταϊβάν;

Η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ Νάνσι Πελόζι ταξίδεψε στην Ταϊβάν παρά τις διαμαρτυρίες του Πεκίνου. Η Κίνα ξεκίνησε στρατιωτικά γυμνάσια με πραγματικά πυρά γύρω από το νησί και ανακοίνωσε εμπορικά αντίποινα. Ακόμη μία διεθνής κρίση στη χειρότερη δυνατή στιγμή σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται ήδη από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Babis Georges Petrakis - Απόδοση από Le Point

Ήταν το 1949 που οι εθνικιστές του Τσάνγκ-Κάι-σεκ, νικημένοι στον εμφύλιο πόλεμο απέναντι στους κομμουνιστές του Μάο-Τσε Τουνγκ, κατέφυγαν στην Ταϊβάν υπό την προστασία των Αμερικανών και από εκεί ισχυρίστηκαν ότι συνεχίζουν να εκπροσωπούν ολόκληρη την χώρα. Από τότε, δεν έλειψαν οι συχνά βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των δύο ασυμβίβαστων αντιπάλων αλλά η μαοϊκή εξουσία δεν τόλμησε ποτέ να επιχειρήσει επίθεση. 

Όταν ο Κίσινγκερ ξεκίνησε το άνοιγμα των σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας το 1971, η Ταϊβάν κινδύνευε να αποτελέσει εμπόδιο στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο πρώην εχθρών. Από τη μία πλευρά, οι συντηρητικοί δεν θα άφηναν τον Νίξον να εγκαταλείψει την Ταιβάν και, από την άλλη, δεν υπήρχε περίπτωση το κομμουνιστικό καθεστώς να αποκηρύξει την κυριαρχία του στο νησί, επιπλέον προς όφελος ενός αντιπάλου που αμφισβητούσε την νομιμότητά του. Αλλά όταν δύο χώρες επιδιώκουν έναν στόχο που θεωρούν ζωτικής σημασίας, στην προκειμένη περίπτωση μια προσέγγιση απέναντι σε έναν κοινό εχθρό, την ΕΣΣΔ, καταλήγουν σε έναν συμβιβασμό υπό τον όρο ότι οι διαπραγματευτές είναι τολμηροί και δημιουργικοί, ιδιότητες που κανείς δεν αρνήθηκε ποτέ στον Κίσινγκερ ή στον Τσου Εν Λάι.

Αυτή η συμφωνία, που ολοκληρώθηκε και διευκρινίστηκε μεταξύ 1971 και 1979, έχει θεμελιώσει έκτοτε τις σινοαμερικανικές σχέσεις στην Ταϊβάν. Ένα θαύμα διπλωματικής ασάφειας σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ δεν αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του νησιού χωρίς να διευκρινίζουν ποιος ασκεί την κυριαρχία ενώ η Κίνα δεσμεύεται να επιλύσει αυτή τη διαφορά ειρηνικά. Αναπόφευκτα, οι διαφορές στην ερμηνεία προκαλούν πάντα εντάσεις και ανεβάζουν το θερμόμετρο μεταξύ των δύο χωρών χωρίς ποτέ μέχρι τώρα να έχουν οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση. Είναι κατανοητό ότι, από την πλευρά τους, οι κινεζικοί εθνικιστικοί κύκλοι βλέπουν με κακό μάτι μια κατάσταση που υποχρεώνει μια μεγάλη δύναμη να εγκαταλείψει την άσκηση της κυριαρχίας της σε αυτό που θεωρεί ότι είναι μέρος της εθνικής τους επικράτειας. Όπως μου είπε κάποτε ένας Κινέζος πρεσβευτής στο Παρίσι: «Τι θα λέγατε αν ο Στρατάρχης Πετέν είχε εγκατασταθεί στην Κορσική υπό την προστασία μιας ξένης χώρας; Προτίμησα να μην σχολιάσω αυτόν τον παρακινδυνευμένο παραλληλισμό, αποκαλυπτικό σε κάθε περίπτωση των κινεζικών συναισθημάτων.

Ένας εύθραυστος συμβιβασμός που, επιπλέον, απειλείται από όλες τις πλευρές: στην ίδια την Ταϊβάν, όπου η επιρροή των Κινέζων που είχαν μεταναστεύσει εκεί το 1949 εξασθενεί προς όφελος των ιθαγενών που δεν θεωρούν πλέον την ανεξαρτησία ως ταμπού, στην κινεζική ηπειρωτική χώρα, όπου η συμφωνία του 1971 θεωρείται όλο και περισσότερο ως ο καρπός της αδυναμίας της Κίνας εκείνη την εποχή και δεν δικαιολογείται πλέον από την ανακτημένη ισχύ της χώρας και στις ΗΠΑ, τέλος, όπου, επί Τραμπ αλλά και επί Μπάιντεν, η αμερικανική στρατηγική αντιπαράθεση με την Κίνα δεν επιτρέπει πλέον στο ζήτημα της Ταιβάν να βραχυκυκλώνει το σύνολο των διμερών τους σχέσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί η αντίδραση της Κίνας στην επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊπέι. Στο Πεκίνο εξετάζουν πλέον λεπτομερώς με μεγεθυντικό φακό την στάση των ξένων χωρών και ιδιαίτερα των ΗΠΑ σε σχέση με την Ταϊβάν. Οτιδήποτε ασυνήθιστο ερμηνεύεται ως προσπάθεια ενίσχυσης της διεθνούς θέσης του νησιού. Ωστόσο, όχι μόνο, από το 1997, κανένας πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων δεν είχε πραγματοποιήσει το ταξίδι, αλλά επιπλέον αυτό αποτελεί μέρος μιας σειράς πρόσφατων αμερικανικών κινήσεων που, μετά την εκλογή του Τραμπ, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση και δείχνουν στο Πεκίνο ότι η Ουάσιγκτον έχει εγκαταλείψει τα προσχήματα του παρελθόντος. 

Η επίσκεψη υπουργού στην Ταϊπέι υπό τον Τραμπ, η πρόσκληση του εκπροσώπου της Ταϊβάν στην ορκωμοσία του Μπάιντεν τον Ιανουάριο του 2021 και οι αυξημένες επαφές σε χαμηλότερα επίπεδα έχουν προκαλέσει ανησυχία. Με την παρανοϊκή ερμηνεία που επικρατεί πάντα σε αυτού του είδους τις αντιπαραθέσεις, η επίσκεψη της Πελόζι δεν θα ερμηνεύονταν ως μεμονωμένη πρωτοβουλία ενός βουλευτή, αλλά ως αντανάκλαση μιας αμερικανικής αμφισβήτησης του status quo.

Από την κινεζική πλευρά η απόλυτη «κόκκινη γραμμή» είναι η άρνηση οτιδήποτε μπορεί να υποδηλώνει ότι το νησί είναι ανεξάρτητο κράτος. Είτε το διακηρύξει ο πληθυσμός είτε το αναγνωρίσουν οι ΗΠΑ, ο πόλεμος είναι βέβαιος σε κάθε περίπτωση. Δεν είμαστε ακόμα σε αυτό το σημείο αλλά μεσοπρόθεσμα δίνονται επιχειρήματα σε όσους στην Κίνα εκτιμούν ότι οι Αμερικανοί στοχεύουν στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν και ότι, ως εκ τούτου, αργά ή γρήγορα θα είναι απαραίτητο να καταφεύγουν στα όπλα για να πραγματοποιήσουν την επανένωση. Αυτό που κάνει ο Πούτιν στην Ουκρανία μάλλον μελετάται προσεκτικά στο Πεκίνο… 

Επομένως καταλαβαίνουμε ακόμη λιγότερο την χρησιμότητα της επίσκεψης της κυρίας Πελόζι, καθώς υπογραμμίζει και επιδεινώνει την ευθραυστότητα ενός status quo του οποίου η διατήρηση είναι ωστόσο η πιο ευνοϊκή κατάσταση τόσο για το νησί όσο και για τις ΗΠΑ. Το νησί επωφελείται από την de facto ανεξαρτησία και οι ΗΠΑ συνεχίζουν να διαθέτουν ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο στις πύλες του κύριου αντιπάλου τους. Δεν πειράζει κανείς μια αρκούδα χωρίς λόγο και χωρίς να κινδυνεύει.

Gérard Araud
Πρέσβης της Γαλλίας στις ΗΠΑ (2014-2019)

7/8/22

από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια