Αφιέρωμα «Αβέρωφ», ο θρύλος του Αιγαίου: Το κυνήγι των εξοπλισμών και οι ευτυχείς συγκυρίες

Στις αρχές του 20ού αιώνα, το φαινόμενο του αλυτρωτισμού, του εδαφικού επεκτατισμού ως «φυσικού» πεπρωμένου του έθνους, ήταν ένα παγκόσμιο φαινόμενο και η υλοποίησή του έστρεφε το ενδιαφέρον προς τη θάλασσα. Τρανό παράδειγμα υπήρξε η Μεγάλη Βρετανία, της οποίας η ισχύς και η ευημερία βασίστηκε στο Ναυτικό της. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Βρετανία ήταν κυρίαρχη στην κούρσα των ναυτικών εξοπλισμών. Δίπλα της αναδύονταν υπολογίσιμοι ανταγωνιστές οι Γερμανοί με ένα επιθετικό σχέδιο ναυπήγησης και φυσικά αξιοσημείωτη παρουσία στις θάλασσες είχε η Γαλλία με το δικό της Ναυτικό.

Από: topontiki.gr / Γράφει ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Ήδη από το 1880 κι έπειτα υπήρξε έξαρση του αποικιοκρατικού ανταγωνισμού από τις Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις που είχαν κυριεύσει σχεδόν ολόκληρο των κόσμο. Την ίδια δεκαετία ξεκινά και ο μεγάλος ανταγωνισμός των ναυτικών εξοπλισμών. Στον ναυτικό αυτόν ανταγωνισμό εισήλθαν και πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Χιλή. Αυτό θορύβησε το αμερικανικό Κογκρέσο, γεγονός που ενέταξε με ταχείς ρυθμούς στον διεθνή ναυτικό ανταγωνισμό και τις ΗΠΑ.

Ο νέος αιώνας ξεκίνησε με τις τεχνολογικές εξελίξεις και τους πρωτοποριακούς σχεδιασμούς, που άνοιγαν καινούργιους ορίζοντες στη ναυπήγηση πολεμικών σκαφών. Πριν από όλα, είχε επέλθει πλέον η επανάσταση στη θωράκιση, αλλά και στις συγκολλήσεις μαζί με τις μηχανολογικές εφευρέσεις. Ήδη, για παράδειγμα, τα εργοστάσια της γερμανικής Krupp εφηύραν έναν ειδικό συγκολλητικό χάλυβα διπλάσιας αντοχής και ελαφρύτερο. Η Ιταλία ήταν πρωτοπόρος στα θωρακισμένα καταδρομικά, τα οποία στην ουσία ήταν θωρηκτά σε μικρότερο μέγεθος. Στη νέα αντίληψη ναυπηγήσεων βασικό ρόλο έπαιζε και η ταχύτητα, η οποία βασιζόταν κατά κύριο λόγο στο είδος των λεβήτων. Οι γαλλικής κατασκευής υδραυλωτοί λέβητες Μπέλβιλ άρχισαν να μπαίνουν στην παραγωγή και ήταν ελαφρύτεροι και αποδοτικότεροι από τους κυλινδρικούς που ήταν σε χρήση μέχρι τότε.

Το βασικό καύσιμο εκείνη την εποχή ήταν ο άνθρακας, τον οποίο αποθήκευαν στο κύτος του πλοίου και απεδείχθη ότι σε περίπτωση τορπιλισμού του είχε την ιδιότητα να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της έκρηξης. Έτσι εφαρμόστηκε η ιδέα να αποθηκεύεται ο άνθρακας ως προστατευτικό υλικό γύρω από τους λέβητες και τις μηχανές και κατά μήκος των πλευρών του πλοίου, πράγμα που αποδείχτηκε σωτήριο – και έτσι τυποποιήθηκε στα ιταλικής κατασκευής θωρακισμένα καταδρομικά πλοία.

Τα καταδρομικά αυτά αποτελούσαν σημαντική εξοπλιστική λύση για τις μικρότερες χώρες, καθώς ήταν αξιόπιστα και πιο φτηνά στην τιμή τους. Την εξοπλιστική αυτή τακτική έσπευσε να ακολουθήσει και το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, αν και με τις εξελίξεις ήδη γύρω στο 1905 ο τύπος αυτός έμοιαζε ότι θα ξεπεραστεί σύντομα. Ήδη ένας χαρισματικός Άγγλος ναύαρχος, ο Τζον Φίσερ, είχε σχεδιάσει το HMS Ντρέντον, που έδωσε το έναυσμα στους κατασκευαστές θωρακισμένων καταδρομικών να εφεύρουν νέα χαρακτηριστικά στα οπλικά συστήματα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον των εξελίξεων στα θωρακισμένα καταδρομικά και την ανανέωση των δυνατοτήτων των πολεμικών πλοίων, ξεκίνησε την ιστορία του το θρυλικό «Αβέρωφ», που έμελλε να αλλάξει το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο, προσθέτοντας μια ακόμα σελίδα δόξας στην ένδοξη τρισχιλιετή ιστορία του ελληνισμού.

Το ελληνικό υπουργείο Ναυτικών της Ελλάδας ποθούσε εδώ και χρόνια να αποκτήσει ένα Ντρέντον, ωστόσο αυτό δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς τα χρήματα για την απόκτησή του ήταν πολλά και η χώρα βρισκόταν ακόμα υπό διεθνή έλεγχο των δημοσίων οικονομικών της, ο οποίος επιβλήθηκε από τις ευρωπαϊκές χώρες που δάνεισαν την Ελλάδα το φθινόπωρο του 1897, ενώ αυτή είχε χρεοκοπήσει τέσσερα χρόνια πριν, με στόχο την αποπληρωμή των χρεών της προς τους πιστωτές της.

Υπήρχε επίσης και η αντίθεση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία ανέπτυσσε τα σχέδιά της για τη Μεσόγειο και δεν ήθελε η Ελλάδα να διαθέτει σύγχρονο στόλο. Εξάλλου, τα Ντρέντον ήταν βρετανικής παραγωγής, πράγμα που ενοχλούσε, εκτός από τους Γερμανούς, και τους Γάλλους. Τέλος, οι Γερμανοί προτιμούσαν να αγοράσει η Ελλάδα ένα μεγάλο γερμανικό πλοίο, πράγμα που εκτός των άλλων θα σήμαινε και πολιτική εξάρτηση της Αθήνας από το Βερολίνο. Σε όλα αυτά ρόλο έπαιζε και η συγγένεια του βασιλέα Γεωργίου Α’ με τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’.

Τότε είχαν αρχίσει οι εργασίες κατασκευής στο ναυπηγείο Καντιέρε Ναβάλε Φρατέλι Ορλάντο στο Λιβόρνο της Ιταλίας ενός καταδρομικού της δεύτερης σειράς θωρακισμένων καταδρομικών κλάσης Πίζα. Τα σχέδια είχε εκπονήσει το 1905 ο Τζουζέπε Ορλάντο. Αρχικά, το καταδρομικό είχε παραγγελθεί από τη Βραζιλία, η οποία δεν το παρέλαβε επειδή αθέτησε την οικονομική συμφωνία. Η είδηση αυτή και η καλή φήμη του καταδρομικού ενεργοποίησαν την Αθήνα, η οποία φλεγόταν για την επείγουσα αγορά ενός αξιόπιστου σύγχρονου καταδρομικού.

Τον Αύγουστο του 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος προχώρησε σε στάση που άλλαξε την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, εγκαινιάζοντας τις παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική ζωή της χώρας. Μετά την παραίτηση της αναποτελεσματικής κυβέρνησης Ράλλη, η οποία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί μεταξύ των άλλων και στο επίμονο λαϊκό αίτημα για τη λύτρωση των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σχηματίστηκε η κυβέρνηση Κυριακούλη Μαυρομιχάλη (Αύγουστος 1909 – Ιανουάριος 1910), γνωστή και ως «η ανορθωτική κυβέρνηση Μαυρομιχάλη», καθώς αποδέχτηκε όλους τους όρους των επαναστατών. Η νέα κυβέρνηση αποδείχθηκε υπερδραστήρια (ψήφισε σε τρεις μήνες 169 νόμους) και έκανε άμεσα δεκτή στις 10 Νοεμβρίου του 1909 την εισήγηση για ενίσχυση του στόλου με την αγορά του θωρηκτού «Αβέρωφ» 10.120 τόνων από τα ναυπηγεία του Ορλάντο στην Ιταλία.

Το καταδρομικό στο μεταξύ βρισκόταν ημιτελές στα ναυπηγεία του Λιβόρνο και το πλοίο θα δινόταν σε εκείνον ο οποίος θα κατέθετε πρώτος στον λογαριασμό των Αδελφών Ορλάντο το ποσό των 250.000 στερλινών σε χρυσό. Το ποσό αυτό αποτελούσε το ένα τέταρτο της τελικής τιμής του θωρηκτού. Είναι γνωστό ότι γι’ αυτό είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον και η Τουρκία, η οποία, ωστόσο, εκείνη τη στιγμή δεν κατάφερε να συγκεντρώσει το ποσό. Η Ελλάδα είχε μια μοναδική ευκαιρία να επέμβει δυναμικά και να αγοράσει το πλοίο.

Ό,τι ακολούθησε με την αγορά του «Αβέρωφ» υπήρξε μια ευτυχής συγκυρία συντονισμένων χειρισμών, τύχης και αποτελεσματικής εκμετάλλευσης της τουρκικής αδράνειας. Μυθιστορηματικό ενδιαφέρον έχει ότι ο πρωταγωνιστής αυτής της αγοράς, που αποδείχτηκε κυριολεκτικά σωτήρια για το έθνος, ήταν ένας ήδη νεκρός προ δεκαετίας Έλληνας μεγιστάνας, ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο οποίος είχε φροντίσει να αφήσει στη διαθήκη του ένα μεγάλο ποσό προς ναυπήγηση ενός εκπαιδευτικού σκάφους για το Πολεμικό Ναυτικό. Το ποσό αυτό εύκολα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της προκαταβολής. Ο Γεώργιος Αβέρωφ, αν και απών από τη ζωή, κατάφερε να μείνει στην Ιστορία, αφού το θρυλικό καταδρομικό που θα άλλαζε τη μοίρα και τα σύνορα της Ελλάδας, κυριαρχώντας στο Αιγαίο για μισόν αιώνα, έφερε το όνομά του. Η πιο συναρπαστική ιστορία του νεότερου ελληνισμού είχε ήδη ξεκινήσει μέσα από μια σειρά ιστορικών συγκυριών και ευτυχών συμπτώσεων.

Με το κληροδότημα του Γεωργίου Αβέρωφ έκλεισε μάλλον η πιο αποτελεσματική συμφωνία στην ιστορία των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Η ναυπήγηση συνεχίστηκε έπειτα από μια σειρά τροποποιήσεων στο σχέδιο της βασικής κατηγορίας Πίζα που είχε ζητήσει η ελληνική πλευρά.


από freepen.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια