Όταν ο... Άγιος Βασίλης λήστεψε μια τράπεζα

 
Και μετά τον λιντσάρανε...
 
 

Ο 14χρονος Woodrow "Woody" Harris δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι δε θα ήταν υπέροχα τα Χριστούγεννα. Στις 23 Δεκεμβρίου του 1927, μαζί με την οικογένειά του -τους γονείς και την γιαγιά του- έκαναν τις τελευταίες αγορές των Χριστουγέννων και ο ίδιος, παρά την ηλικία του, οδηγούσε το ολοκαίνουργιο αυτοκίνητό τους στην πόλη.
 
Σε ένα φανάρι, κοίταξε από το παράθυρό του και είδε τον Άγιο Βασίλη -προφανώς, κάποιος ντυμένος σαν Άγιος Βασίλης- να πλησιάζει το αυτοκίνητο.

Προτού ο 14χρονος προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, ο Άγιος Βασίλης και δύο ακόμη άντρες έβγαλαν όπλο, φώναξαν στην οικογένεια να βγει γρήγορα από το αυτοκίνητο και, από ένα άλλο που βρισκόταν λίγο πιο κάτω, φόρτωσαν τα πράγματά τους -μαζί με ένα τεράστιο σάκο σαν του Άγιου Βασίλη-, όπως και έναν άντρα που φώναζε και αιμορραγούσε. Μαζί τους ήταν δύο παιδιά, αλλά δεν φαινόταν να είναι εκεί με τη θέλησή τους. Κάτω στο δρόμο, δεκάδες άντρες έτρεχαν προς το μέρος τους, οι περισσότεροι με κάποιου είδους όπλου στο χέρι τους.

Ο Woody δεν ήξερε γιατί ο Άγιος Βασίλης είχε όπλο, γιατί είχε μαζί του έναν βαριά τραυματισμένο, γιατί ο όχλος φαινόταν να θέλει να τον σκοτώσει, ή γιατί είχε κλέψει την οικογένειά του, και ενώ έπεφταν πυροβολισμοί στον αέρα, τράπηκε μαζί με την οικογένειά του σε φυγή.
 
Ο Marhsall Ratliff 

Ο ντυμένος Άγιος Βασίλης ήταν ο 24χρονος Τεξανός Marshall Ratliff, που προτιμούσε να διαπράττει -μεγάλα και μικρά- εγκλήματα παρά να έχει μια σταθερή δουλειά. Λίγα χρόνια νωρίτερα, μαζί με τον αδελφό του, Lee, είχαν ληστέψει μια τράπεζα σε μια μικρή πόλη του Τέξας. Σκορπώντας τα χρήματα και κομπάζοντας για τη ληστεία ενώ κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, οι Ratliff συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, προτού τους χορηγήσει χάρη η Κυβερνήτης Miriam Ferguson -η οποία ήταν γνωστή για τις χάρες που χορηγούσε- μετά από ένα χρόνο.

Τα αδέρφια έψαξαν για δουλειά, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν τίποτα. Σύντομα, βρέθηκαν σε μια πανσιόν που τη διαχειριζόταν η Midge Tellet. Χωρίς προοπτικές για δουλειά -κάποια που να κάνει και στους δύο μια και οι δύο προτιμούσαν το εύκολο χρήμα-, τα αδέρφια αποφάσισαν να κάνουν μια ακόμη ληστεία τράπεζας, αυτήν την φορά στην πόλη Cisco του Τέξας, μια μικρή πόλη με πληθυσμό περίπου 7000 κατοίκων.

Το σχέδιο του Marshall ήταν απλό. Θα έπαιρνε την στολή του Άγιου Βασίλη που είχε ράψει η Tellet για τον σύζυγό της, θα έμπαινε στην First National Bank και, μαζί με τον Lee και τους συνεργούς τους, θα μάζευαν τα μετρητά.
 
Ο Marshall στρατολόγησε δύο άντρες που γνώριζε -τον 31χρονο Henry Helms και τον 21χρονο Robert Hill-, που και οι δύο ήταν πρόθυμοι να διαπράξουν ένοπλη ληστεία. Στρατολόγησε επίσης έναν διαρρήκτη χρηματοκιβωτίων, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας, αλλά ο άνδρας αρρώστησε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Lee, ο οποίος είχε διαπράξει μια άλλη μια διάρρηξη, είχε συλληφθεί και ήταν στην φυλακή.

Έτσι, ο Marshall έμεινε μόνος να ολοκληρώσει τη δουλειά. Για τη θέση του αδελφού του κάλεσε έναν συγγενή του Helms, τον 22χρονο πατέρα χωρίς ποινικό μητρώο, Louis Davis. Απελπισμένος για χρήματα, ο Davis συμφώνησε να βοηθήσει, αλλά μόνο αν δεν υπήρχαν πυροβολισμοί -κάτι που τελικά δε συνέβη.

Όταν οι τέσσερις άνδρες έφτασαν οδικώς -και μετά από ταξίδι 200 μιλίων- στον προορισμό τους, ήταν αργά το πρωί στις 23 Δεκεμβρίου. Ο Ratliff φόρεσε τη στολή και κατέβηκε κοντά στην τράπεζα. Ο Hill πάρκαρε το αυτοκίνητο σε ένα δρομάκι στην πίσω είσοδο της τράπεζας.

Ο Ratliff περπάτησε στο δρόμο και χαιρέτισε τα παιδιά που τον πλησίαζαν. Αν και δεν είναι απολύτως σαφές γιατί το έκανε αυτό, πιστεύεται ότι ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από το αυτοκίνητο καθώς εκείνο έμπαινε στο δρομάκι. Καθώς περπατούσε, τον είδε η 6χρονη Frances Blassengame, η οποία άρχισε να τραβάει τη μητέρας της θέλοντας να ακολουθήσει τον Άγιο Βασίλη ενώ εκείνος έμπαινε στην τράπεζα.

Ο Ratliff συνάντησε και τους υπόλοιπους στο δρομάκι και, όλοι μαζί, μπήκαν στην τράπεζα, όπου υπήρχαν 16 άτομα -ταμίες και πελάτες-, τα οποία, όταν ο Άγιος Βασίλης μπήκε, τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα. Εκείνος δε συνέχισε να προσποιείται.

"Ψηλά τα χέρια!", ούρλιαξε κραδαίνοντας ένα όπλο.

Καθώς οι συνεργοί του κάλυπταν το πλήθος, έβγαλε έναν σάκο και είπε στους ταμίες να τον γεμίσουν με χρήματα, συγκεντρώνοντας 12.000 δολάρια, και ανάγκασε έναν υπάλληλο να ανοίξει το θησαυροφυλάκιο, όπου υπήρχαν 150.000 δολάρια, επιταγές, ομόλογα και μερικά τιμαλφή.

Καθώς ο Ratliff γέμιζε τον σάκο, η Frances και η μητέρα της μπήκαν στην τράπεζα. Εκεί, είδαν τον Άγιο Βασίλη να κουνάει ένα όπλο και γύρω του τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Αμέσως, οι δύο τους προσπάθησαν να κλείσουν την εξώπορτα, αλλά ένας από τους ληστές την είχε μπλοκάρει. Ωστόσο, κανείς δεν είχε σκεφτεί να καλύψει την πίσω έξοδο, εκεί που είχαν παρκάρει το αυτοκίνητο.

Αγνοώντας τις φωνές να σταματήσουν, το κορίτσι και η μητέρα της βγήκαν τρέχοντας έξω, και πήγαν κατευθείαν στο αστυνομικό τμήμα, όπου είπαν στον επικεφαλής G.E. Bedford ότι, ο Άγιος Βασίλης λήστευε με την απειλή όπλων την τράπεζα. Ο επικεφαλής έδωσε όπλα σε δύο αστυνομικούς και, αμέσως, όλοι βγήκαν έξω.

Παραδόξως, οι ληστές δεν ανησυχούσαν για τους αστυνομικούς. Οι κραυγές της μικρής Frances και της μητέρας της είχαν τραβήξει την προσοχή του κόσμου και, σύντομα, άρχισε να συγκεντρώνεται πλήθος έξω από την τράπεζα. Λόγω ληστειών τραπεζών σε όλη την πολιτεία, η Ένωση Τραπεζιτών του Τέξας πρόσφερε ανταμοιβή 5.000 δολαρίων (περίπου 73.000 σημερινά) σε οποιονδήποτε πολίτη μπορούσε να πυροβολήσει και να σκοτώσει έναν ληστή, υπήρχε δηλαδή ανταμοιβή μόνο για νεκρούς ληστές, ούτε καν για τραυματία -"ούτε σεντ για εκατό ζωντανούς", όπως έλεγαν.

Δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Ratliff και οι συνεργοί του το γνώριζαν αυτό, αλλά, αν δεν το ήξεραν, θα το μάθαιναν σύντομα. Ο Hill είδε κάποιον που κοιτούσε μέσα από ένα παράθυρο και πυροβόλησε. Προς έκπληξή του, όσοι ήταν απ' έξω ανταπέδωσαν τα πυρά. Για να δείξει στο πλήθος ότι ήταν οπλισμένοι, ο Hill πυροβόλησε στο ταβάνι. Το ίδιο έκανε και το πλήθος και, σύντομα, η τράπεζα γέμισε σφαίρες -αργότερα, η καταμέτρηση από τις αστυνομικές δυνάμεις ανέφερε ότι υπήρχαν 200 πυροβολισμοί στο κτίριο!

Οι 100 περίπου κάτοικοι που βρίσκονταν έξω από την τράπεζα είχαν οπλιστεί ακόμα και με κυνηγετικά όπλα που πήραν από ένα κατάστημα. Με την αμοιβή των 5.000 δολαρίων, το πλήθος ήθελε το αίμα του Άγιου Βασίλη.
 
Μέλη του όχλου που καταδίωξε τους ληστές 

Οι ληστές δεν μπορούσαν να φτάσουν στο αυτοκίνητό τους. Ο Ratliff διέταξε τα 16 άτομα που βρίσκονταν στην τράπεζα να τους ακολουθήσουν από την πίσω πόρτα, δημιουργώντας μια ανθρώπινη ασπίδα ανάμεσα στους εγκληματίες και το θυμωμένο πλήθος. Παρ' όλα αυτά, από τα πυρά τραυματίστηκε ο Davis, ο Ratliff -στο πόδι και στο σαγόνι, αλλά συνέχισε να περπατάει- και τουλάχιστον έξι κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένου ενός ταμία, χωρίς να είναι σαφές από που προήλθαν αυτά τα πυρά, καθώς ο όχλος φαινόταν να πυροβολεί χωρίς διακρίσεις προς την ανθρώπινη ασπίδα των εγκληματιών.
 
Στριμωγμένοι μέσα στο αυτοκίνητο, ο Ratliff άρπαξε δύο κορίτσια από το πλήθος -την 12χρονη Laverne Comer και την 10χρονη Emma May- για να τα χρησιμοποιήσει ως ομήρους. Μέσα σε όλο αυτό το χάος, οι ληστές άνοιξαν πυρ εναντίον των δύο αστυνομικών, τραυματίζοντας και τους δύο θανάσιμα. Ο ένας εξ αυτών πέθανε αρκετές ώρες αργότερα, ενώ ο δεύτερος στις 7 Ιανουαρίου.

Με τον Davis τραυματισμένο και τους ομήρους, τα πράγματα έμοιαζαν άσχημα. Επίσης, μια από τις σφαίρες είχε τρυπήσει το ένα λάστιχο και -ίσως το χειρότερο-, λόγω της διαδρομής που είχαν κάνει για να φτάσουν στην τράπεζα, το αυτοκίνητο κόντευε να ξεμείνει από βενζίνη. Σύντομα θα χρειάζονταν άλλο όχημα διαφυγής.

Ο Ratliff είδε το αυτοκίνητο της οικογένειας Harris και μεταφέρθηκαν όλοι εκεί μαζί με τα κορίτσια και τα χρήματα.

Όταν ένας από τους ληστές πήγε να βάλει μπροστά το αυτοκίνητο, συνειδητοποίησαν ότι ο Woody, αν και είχε υπακούσει και είχε φύγει, δεν είχε αφήσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

Εξαγριωμένοι, οι Ratliff, Hill και Helms γύρισαν ξανά στο δικό τους όχημα, μαζί με τα κορίτσια. Μέχρι τότε, ο όχλος τους είχε πλησιάσει και άρχισε μια νέα συμπλοκή, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Hill στο χέρι. Ο Davis είχε μείνει στο αυτοκίνητο της οικογένειας Harris -πέθανε το ίδιο βράδυ στο Φορτ Γουόρθ- και, μέσα στον πανικό τους, οι ληστές είχαν αφήσει τα χρήματα στο ίδιο αυτοκίνητο. Πλέον, η μόνη τους ανταμοιβή θα ήταν να γλιτώσουν την φυλακή.

Πριν το όχημά τους ξεμείνει εντελώς από βενζίνη, οι ληστές μπόρεσαν να προχωρήσουν μόνο λίγα μίλια, αναγκάζοντάς τους να τραπούν σε φυγή με τα πόδια. Κάποια στιγμή, ο Ratliff πέταξε το κοστούμι του Άγιου Βασίλη, ενώ άφησαν τα κορίτσια στο αυτοκίνητο, τα οποία τα βρήκε η αστυνομία.

Οι τρεις -πεζοί πλέον- εναπομείναντες ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προσωρινά από τους διώκτες τους, κλέβοντας ένα άλλο αυτοκίνητο το επόμενο πρωί και αργότερα χώθηκαν στο δάσος έξω από την πόλη. Όμως, για τους κατοίκους του Cisco η αμοιβή παρέμενε κίνητρο και αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το κυνήγι. Το ανθρωποκυνηγητό που ακολούθησε περιελάμβανε πολίτες, ένα αεροπλάνο, σκυλιά και αστυνομικούς -ένας εκ των οποίων πυροβόλησε κατά λάθος με το όπλο του και αυτοτραυματίστηκε.

Μέρες αργότερα, οι αρχές στρίμωξαν τους τρεις άντρες κοντά στον ποταμό Μπράζος και άρχισε μια νέα ανταλλαγή πυροβολισμών, κατά την οποίο τραυματίστηκε περισσότερο ο Ratliff, ο οποίος και συνελήφθη. Οι Helms και Hill δραπέτευσαν και παρέμειναν ελεύθεροι για άλλες τρεις ημέρες, προτού τελικά τους πιάσουν στις 30 Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν "κυριολεκτικά γεμάτοι σφαίρες".

Επειδή οι ληστές ήταν ζωντανοί -και λόγω του ότι υπήρχαν πολλοί πυροβολισμού στην τράπεζα, οπότε ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί ποιος σκότωσε τον Davis- κανείς δεν εισέπραξε την αμοιβή.
 

Και οι τρεις άνδρες δικάστηκαν για τα εγκλήματά τους, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα αρκετούς τραυματισμούς πολιτών και δύο νεκρούς αστυνομικούς. Ο Helms αναγνωρίστηκε ότι πυροβόλησε τους δύο αστυνομικούς, του επιβλήθηκε η θανατική ποινή και εκτελέστηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1929, παρόλο που προσποιήθηκε τον παράφρονα. Ο Hill ομολόγησε την ενοχή του, ικέτευσε για έλεος και καταδικάστηκε σε 99 χρόνια φυλάκισης, δραπέτευσε από τη φυλακή τουλάχιστον δύο φορές και τελικά αποφυλακίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1940.
 
Η μοίρα του Ratliff ήταν πολύ πιο συγκλονιστική.
 
Κατηγορήθηκε για ληστεία και απαγωγή. Ένα από τα κορίτσια που είχαν απαγάγει, τον είδε χωρίς τη στολή του Άγιου Βασίλη και τον αναγνώρισε στο δικαστήριο. Αυτή η καταδίκη, που του επιβλήθηκε στις 27 Ιανουαρίου του 1928, τον έστειλε στη φυλακή για 99 χρόνια. Ωστόσο, στις 30 Μαρτίου του 1928, παρόλο που κανείς δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίσει ως τον άνθρωπο που πυροβόλησε, δικάστηκε σε άλλη δίκη για τον θάνατο του ενός αστυνομικού και του επιβλήθηκε η θανατική ποινή.

Όπως ο Helms, έτσι και ο Ratliff αποφάσισε ότι το να επικαλεστεί παραφροσύνη ήταν η καλύτερη επιλογή του. Στην πραγματικότητα, η εκτέλεση του Helms φαινόταν να τον έχει επηρεάσει και δεν ήταν καλά ψυχικά. Εν αναμονή της απόφασης για την έφεσή του, σταμάτησε να τρώει και να μιλάει, αναγκάζοντας δύο δεσμοφύλακες να τον βοηθήσουν. Αφού του σέρβιραν το βραδινό του, οι δεσμοφύλακες έφυγαν και, κατά λάθος, άφησαν το κελί του ξεκλείδωτο. Εκείνος, άρπαξε ένα πιστόλι από ένα κοντινό γραφείο και πυροβόλησε τον έναν από αυτούς πολλές φορές, προτού ο άλλος καταφέρει να τον υποτάξει.

Καθώς ο δεσμοφύλακας νοσηλευόταν στο νοσοκομείο -όπου σύντομα θα υπέκυπτε στα τραύματά του- κάτοικοι της πόλης -κάπου μεταξύ 1000 με 2000 άτομα- ξαγρυπνούσαν γύρω από τη φυλακή, και, με την ώρα, αγρίευαν όλο και περισσότερο. Το απόγευμα, το πλήθος αποφάσισε ότι η δικαιοσύνη είχε καθυστερήσει πάρα πολύ. Εισέβαλαν στην φυλακή και άρπαξαν τα κλειδιά του κελιού του Ratliff από τον δεσμοφύλακα που τον είχε σταματήσει.

Τον έβγαλαν από το κελί του, του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια, και τον έσυραν έξω, σε έναν στύλο, όπου του πέρασαν μια θηλιά στο λαιμό.

Το πρώτο σχοινί έσπασε. Το δεύτερο όχι.

Το βράδυ της 19ης Νοεμβρίου του 1929, ο Ratliff βρέθηκε νεκρός. Οι αρχές διέταξαν να τον κατεβάσουν από τον στύλο και, την επόμενη μέρα, για να γίνει δημόσιο παράδειγμα, το πτώμα του εκτέθηκε σε ένα κατάστημα επίπλων. Κανείς δεν κατηγορήθηκε ποτέ για το λιντσάρισμα.
 

Σήμερα, η τράπεζα εξακολουθεί να λειτουργεί, αν και σε διαφορετική τοποθεσία -και με διαφορετική επωνυμία. Εκεί όπου βρισκόταν αρχικά, το 1967 τοποθετήθηκε μια επιγραφή που γράφει, "Αργότερα, ο όχλος λίντσαρε τον 'Άγιο Βασίλη" που το είχε σκάσει από φυλακή".

από: mental floss εικόνες από: tshaonline

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια