Το 2023 και οι εκλογές του τριχοτομημένου δικομματισμού

 

Η χρονιά των δύο καλπών, των τριών «παικτών» και της μίας πρωθυπουργικής καρέκλας. Το αστικό πολιτικό σκηνικό αναζητεί λύση διαχείρισης.

Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Θα ήταν αφελές να μην αποδεχθεί κανείς ότι το βασικό πολιτικό γεγονός του 2023 θα είναι οι αναμενόμενες εκλογές. Θα πρόκειται μάλιστα για μία μακρά διαδικασία τουλάχιστον δύο μηνών που θα απαιτήσει – κατά πάσα πιθανότητα -να στηθούν 2 κάλπες, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς και το σενάριο μιας 3ης εκλογικής αναμέτρησης.

Μόνον από αυτό προκύπτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες προεκλογικές χρονιές, αφού στην περίπτωση δυο εκλογικών αναμετρήσεων, η πρώτη κάλπη θα αναδείξει τις τάσεις του εκλογικού σώματος, στις οποίες μέσα σε πολύ μικρό χρόνο θα κληθούν να προσαρμοστούν οι πολιτικές δυνάμεις. Η ενδιάμεση περίοδος δηλαδή θα αποτελέσει την επιτομή αυτού που έχει αποκληθεί «πυκνός πολιτικός χρόνος», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για μια πιθανή ανατροπή των πολιτικών δεδομένων με τα οποία ξεκινά το νέο έτος.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της φετινής χρονιάς, είναι η ιδιόμορφη κοινωνική αγανάκτηση που υφίσταται μετά από δύο έτη πανδημίας και την κρίση ακρίβειας που ακολούθησε, σε συνδυασμό με την γενικευμένη επιχείρηση μεταφοράς του κόστους των κρίσεων αυτών στις πλάτες του κόσμου της εργασίας. Πρόκειται για μια συνθήκη στην οποία οι πολιτικές δυνάμεις που στοχεύουν στην κυβερνητική διαχείριση δεν επιθυμούν επ’ ουδενί να εκφράσουν, αλλά αντίθετα να ενωσματώσουν σε πολιτικά σχέδια που δεν θίγουν τις πραγματικές αιτίες που την δημιούργησαν. Αυτός είναι ο λόγος που –όπως όλα δείχνουν – κυρίαρχο στην προεκλογική περίοδο θα είναι το στοιχείο της «επικοινωνίας» σε βάρος του στοιχείου της «πολιτικής».

Στο δια ταύτα: Η Νέα Δημοκρατία κυρίως, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ για τους δικούς του λόγους, εστιάζουν στο ποιο θα είναι το πρώτο κόμμα στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα γίνουν αυτή την χρονιά. Στην πραγματικότητα όμως το ουσιώδες ερώτημα είναι το αν υφίσταται το κόμμα που θα συγκεντρώσει τέτοια ποσοστά, τα οποία θα του επιτρέψουν να έχει μία σθεναρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με λίγα λόγια, εάν δηλαδή αυτό το όποιο κόμμα θα έχει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία τέτοια που να μπορεί να ανταποκριθεί στα σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα, που όποια κυβέρνηση και αν προκύψει θα επιδιώξει να λάβει. Γιατί; Διότι είναι θέμα χρόνου το πότε σε επίπεδο Ε.Ε θα απαιτηθεί η επιστροφή στις λογικές της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των μεγάλων δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Άλλωστε η αρχή έχει ήδη γίνει από τον φετινό προϋπολογισμό που ψήφισε η κυβέρνηση, του οποίου ο δημοσιονομικός στόχος δεν αμφισβητείται από τα κόμματα που θέλουν να την αντικαταστήσουν.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, τείνει να είναι αρνητική μια και τα σημάδια δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι δύσκολα επιτεύξιμο.

Η πρώτη κάλπη

Όσον αφορά την πρώτη κάλπη, που θα βασιστεί στον εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2016, τα πράγματα είναι σαφή: Κανένα κόμμα δεν θα ξεπεράσει το 50% προκειμένου να έχει μια οριακή αυτοδυναμία στο κοινοβούλιο. Όσον αφορά το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ας δούμε κάπως πιο αναλυτικά τα σενάρια:

Αν πρώτο κόμμα είναι η Νέα Δημοκρατία: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως και ο Αλέξης Τσίπρας, έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν τίθεται θέμα μεταξύ τους συνεργασίας (σε κάθε περίπτωση, όχι μετά από αυτές τις εκλογές).

Η Νέα Δημοκρατία είναι από εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη στην απίθανη περίπτωση που τα ποσοστά επαρκούν. Αιτία είναι η περίφημη υπόθεση των υποκλοπών που δεν επιτρέπει πολιτικά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να συμπράξει με αυτόν που τον παρακολουθούσε και μάλιστα με τον λόγο της «επισύνδεσης» να μην έχει ακόμη διευκρινιστεί. Επίσης, αυτή η υπόθεση, εξαιτίας των «γαλάζιων» διαρροών και της επιθετικής ρητορικής εναντίον του Νίκου Ανδρουλάκη, έχει οξύνει την κατάσταση σε σημείο που να μην γεφυρώνεται, παρά το γεγονός ότι στο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν πρόθυμα στελέχη για μια συγκυβέρνηση με την Ν.Δ του Κ.Μητσοτάκη.

Το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνηση από το 2ο και το 3ο κόμμα, αν εύλογα υποθέσουμε ότι αυτά θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ έχει επίσης αποκλειστεί. Αυτό συνέβη με δήλωση του Αλέξη Τσίπρα που απάντησε αρνητικά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στην Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ξεκάθαρη θέση για το αν μπορεί η όχι να σχηματιστεί κυβέρνηση δίχως τα πρώτο κόμμα, όμως στην Χαριλάου Τρικούπη δεν θεωρούν την απάντηση στο ερώτημα απαραίτητη μιας και είναι απίθανο τα ποσοστά του 2ου και 3ου κόμματος των πρώτων εκλογών να παρέχουν τέτοια δυνατότητα.

Αν πρώτο κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ: Σε αυτή την περίπτωση θα είναι «ο δρόμος ανοιχτός» για την διαμόρφωση μιας προγραμματικής πλατφόρμας κυβερνητικής συνεργασίας ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, εφόσον φυσικά επαρκούν οι εκλογικές επιδόσεις των δύο κομμάτων, πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο μιας και θα απαιτηθούν πολύ υψηλά ποσοστά. Για την ακρίβεια θα πρέπει και τα δύο κόμματα να αγγίξουν τα επίπεδα των υψηλότερων στόχων τους. Σε μία τέτοια περίπτωση αν και στο ΠΑΣΟΚ υπάρχουν δυνάμεις που θα αντιτίθενται σε μία τέτοια λογική, όμως αυτό που πιθανότατα θα κυριαρχήσει είναι ο κίνδυνος …αφανισμού του κόμματος, σε περίπτωση που η χώρα οδηγηθεί σε δεύτερη κάλπη. Επίσης η εξίσωση αλλάζει αν στην συζήτηση (και στην Βουλή) μπει το Μέρα 25 που έως στιγμής απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο ζητώντας προεκλογική και όχι μετεκλογική προγραμματική συζήτηση.

Πάντως, η βάση αυτών των σεναρίων, δηλαδή η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, είναι ένα ενδεχόμενο που έως στιγμής δεν βασίζεται σε κανένα δημοσκοπικό δεδομένο. Για τον λόγο αυτό δεν θεωρείται η πλέον πιθανή εξέλιξη.

Η δεύτερη κάλπη

Σε μία δεύτερη κάλπη, τα πράγματα είναι πιο …σαφή και βατά για τους διεκδικητές της κυβερνητικής διαχείρισης. Ο νόμος που ψηφίστηκε από την Νέα Δημοκρατία τον Ιανουάριο του 2020 δίνει «μπόνους» στο πρώτο κόμμα ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Να σημειωθεί, πάντως, ότι το «μπόνους» αυτό δεν είναι τόσο καθοριστικό όσο αυτό των 50 βουλευτών που προέβλεπε ο νόμος με τον οποίο έγινε κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία τον Ιούλιο του 2019. Οι έξτρα βουλευτικές έδρες αποδίδονται στο πρώτο κόμμα κλιμακωτά, ανάλογα με τα ποσοστά που θα συγκεντρώσει πάνω από το 25%. Το ποσοστό όμως που απαιτείται προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση είναι ένα νούμερο που θα προκύψει πολυπαραγοντικά. Θα εξαρτηθεί από το πόσα κόμματα θα μπουν στην Βουλή και θα κυμαίνεται κάπου μεταξύ του 37,5% και του 39%.

Σε αυτή την κάλπη η Νέα Δημοκρατία έχει διακηρύξει με σαφήνεια ότι θα διεκδικήσει την αυτοδυναμία. Το ερώτημα όμως είναι πόσο εφικτό είναι κάτι τέτοιο, αφού απαιτεί το κυβερνών κόμμα που στις εκλογές του 2019 έλαβε 39,85% να έχει μια ελάχιστη φθορά, τις τάξης του 1 με 2,5% μετά από διακυβέρνηση σχεδόν 3,5 χρόνων. Με δεδομένο το πρόβλημα σύμπραξης με το ΠΑΣΟΚ, που προαναφέρθηκε, για την Νέα Δημοκρατία υφίσταται μόνον μία εναλλακτική εκδοχή: Η δυνατότητα συνεργασίας με κάποια πολιτική δύναμη που θα έχει προκύψει από «τα δεξιά» της και θα έχει τα απαραίτητα ποσοστά. Ένα τέτοιο σενάριο το έχει απορρίψει – αν και όχι με ευθύτητα και ζέση- ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Την εξέλιξη αυτή υπάρχουν αρκετά στελέχη στην Ν.Δ που θα την υποστήριζαν. Όμως η σημερινή ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας γνωρίζει πως ακόμη και αν σχηματίζονταν μία τέτοια κυβέρνηση θα είχε βραχύβιο χαρακτήρα. Τόσο εξαιτίας του εσωτερικού προβλήματος που θα προξενούσε στη Νέα Δημοκρατία όσο και λόγω των δυνατοτήτων συσπείρωσης που θα παρείχε αφειδώς στην αντιπολίτευση. Σε συνδυασμό πάντα με τις σκληρές πολιτικές που θα ακολουθηθούν.

Σε περίπτωση που πρώτο κόμμα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ η δυνατότητα σύμπραξης με το ΠΑΣΟΚ διευκολύνεται ακόμη περισσότερο και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό θα είναι το επικρατέστερο σενάριο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Παρ’ όλα αυτά το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν βρίσκεται σε σημείο τέτοιας πολιτικής απήχησης που να μπορεί να «δει» μια τέτοια προοπτική. Φιλοδοξεί πάντως να βρεθεί τους επόμενους μήνες.

Συμπερασματικά…

Όλα τα παραπάνω δεδομένα συγκλίνουν στο εξής: Το ζήτημα της κυβερνητικής διαχείρισης θα είναι φέτος ιδιαίτερα περίπλοκο. Το αστικό πολιτικό σκηνικό θα πρέπει να μπει σε βαθιές διεργασίες, προκειμένου να διαμορφωθεί το κυβερνητικό σχήμα που θα παράσχει την «στιβαρότητα» που απαιτούν οι καιροί και κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα. Αυτά που δεν αναζητούν συνεχείς εναλλαγές στην εξουσία και κλυδωνισμούς, αλλά 4ετές «σταθερό περιβάλλον» για την περεταίρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους και συνέχεια των πολιτικών που έχουν «κερδίσει» από την μνημονιακή περίοδο. Επίσης, σημαντικό ζητούμενο είναι λεγόμενη «κοινωνική ειρήνη», ώστε να διασφαλισθεί ότι «αστάθμητοί παράγοντες», όπως η κοινωνική αγανάκτηση και οργή, δεν θα μεταβληθούν σε διαμορφωτές των πολιτικών εξελίξεων με άμεσο η έμμεσο τρόπο.

Κάποιες από τις επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη και κυρίως αυτές που σχετίζονται με το ζήτημα των υποκλοπών πιθανότατα να τον καταστήσουν «εμπόδιο» στην εξεύρεση μετεκλογικών λύσεων. Στη περίπτωση φυσικά που δεν επιτύχει το σχέδιο μιας νέας αυτοδυναμίας. Σε αυτήν την εκδοχή κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει να υπάρξουν εξελίξεις στο εσωτερικό της Ν.Δ που θα επιδράσουν συνολικά στο πολιτικό σκηνικό αλλάζοντας ισορροπίες και στεγανά.

Σε κάθε περίπτωση ο ουσιαστικός παράγοντας και η συγκολλητική ουσία για την αναζήτηση του επόμενου κυβερνητικού σχήματος, θα είναι η πολιτική συμφωνία στις λογικές της «ελεύθερης αγοράς» και της προσαρμογής στο υφιστάμενο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στοιχείο που πλέον θεωρείται δεδομένο και εγγυημένο για όλους τους φιλόδοξους «παίκτες».


από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια