Καθ’ οδόν προς τη νέα χρεωκοπία (εντός της παλαιάς)

 

18/1/2023: Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με ένα δημόσιο χρέος της τάξεως των 415 δισεκ. ευρώ, δανείζεται, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, 3,5 δισεκ. ευρώ, με τοκογλυφικό επιτόκιο 4,35%, ενώ οι δανειακές ανάγκες του κράτους, το 2023, φθάνουν, στα 15,4 δισεκ. ευρώ! (Αυτά τα τοκογλυφικά χρέη, η χώρα θα τα βρει μπροστά της, καθώς οδεύει προς νέα χρεωκοπία).

Του Τάσου Αναστασόπουλου

Και όμως, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το αποτόλμησε! ΤΟ ΟΔΔΗΧ και ο Χρήστος Σταϊκούρας βγήκαν, στις χρηματαγορές της διεθνούς μπατιροτραπεζοκρατίας, ενώ το ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται, σε κατάσταση ουσιαστικής χρεωκοπίας και δανείστηκαν, μέσω της δημοπρασίας ενός 10ετούς ελληνικού κρατικού ομολόγου, αντλώντας το ποσόν των 3,5 δισεκ. ευρώ, δηλαδή, άνω του στόχου των 2 έως 3 δισεκ. ευρώ, ενώ το τελικό επιτόκιο καθορίστηκε, στο 4,35%


Η ζήτηση του ομολόγου υπήρξε ισχυρή, με τις συνολικές προσφορές των τοκογλύφων επενδυτών να ξεπερνούν τα 22 δισεκ. ευρώ,  λόγω της προοπτικής της αγοράς του, από την ΕΚΤ, την οποία, προς το παρόν, θεωρούν δεδομένη. Και στην παρούσα φάση, δεν έχουν άδικο, αφού η ευρωμπατιροτραπεζοκρατίας της Φραγκφούρτης επιτρέπει την κερδοσκοπία, κυρίως, στα ομόλογα των κρατών του ευρωπαϊκού νότου και είναι πιθανό να συνεχίσει να συμπεριφέρεται, έτσι, λόγω του παρατεταμένου πολέμου, στην Ουκρανία και εν αναμονή της πτώσης των πληθωριστικών πιέσεων, στην ευρωζώνη και στην Ελλάδα, κατά το έτος 2023.

Αλλά, παρά ταύτα, αν δούμε την ελληνική πραγματικότητα, όσον αφορά την δανειστική κατάσταση και αξιοπιστία του ελληνικού κράτους, οι προοπτικές φαίνονται και είναι πολύ κακές, εάν δούμε τις δανειακές υποχρεώσεις του ελληνικού κράτος, εφέτος, οι οποίες φθάνουν, στο ύψος των 15,4 δισεκ. ευρώ και φυσικά πρέπει να εξυπηρετηθούν. Είναι προφανές ότι τα 3,5 δισεκ. ευρώ, που προχθές, δανείστηκε, με αλμυρό επιτόκιο, ο ΟΔΔΗΧ δεν επαρκούν, για την κάλυψη των εφετινών δανειακών αναγκών του ελληνικού κράτους, γι’ αυτό και προγραμματίζεται, για αργότερα, μέσα στο τρέχον έτος, η έκδοση ενός νέου ελληνικού κρατικού 10ετούς ομολόγου, για αλλά 3,5 δισεκ. ευρώ, με όποιες συνθήκες δανεισμού και να επικρατούν, κατά την εποχή, που θα επιχειρηθεί το νέο τόλμημα.

Αλλά και πάλι, οι δανειακές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου απέχουν πολύ, από την ομαλή χρηματοδότησή τους, το 2023, αφού, από τον προγραμματιζόμενο εξωτερικό δανεισμό, η τελική πρόβλεψη είναι η είσπραξη 7 δισεκ. ευρώ, στόχος ο οποίος απέχει, μακράν, από τα 15,4 δισεκ. ευρώ, για εφέτος, αφού λείπουν αλλά 8,4 δισεκ. ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες, χωρίς, δηλαδή να γίνεται λόγος, για οποιαδήποτε μορφή εξωτερικού δανεισμού

Φυσικά, το ερώτημα που γεννάται, σε κάθε λογικό άνθρωπο, είναι το γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν δανείστηκε όλα τα χρήματα, που της έδιναν οι αποκαλούμενοι επενδυτές και τα οποία έφθασαν, στα 22 δισεκ. ευρώ ή, τουλάχιστον, γιατί δεν δανείστηκε ολόκληρο το ποσόν των 15,4 δισεκ. ευρώ, για να καλύψει τις ανάγκες του 2023, με πλήρη ασφάλεια.

Η αιτία αυτού του γεγονότος είναι πολύ απλή και οφείλεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με το ισχύον αφανές και «ντροπαλό» 4ο Μνημόνιο, που συνομολόγησαν οι ευρωθεσμοί, με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, το 2018, το δανειστικό πρόγραμμα του ελληνικού κράτους δεν ελέγχεται από την οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση, αλλά, στην πραγματικότητα, ελέγχεται από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, η οποία κανονίζει τις δόσεις και τα ποσά του ελληνικού εξωτερικού δανεισμού. Είναι, λοιπόν, η ΕΚΤ αυτή, που δεν επέτρεψε την λήψη ολοκλήρου, ή, έστω, του αναγκαίου ποσού, που έδιναν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, στο ελληνικό Δημόσιο.

Έτσι οι δηλώσεις, που λένε ότι «Χτίζουμε ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, ακολουθούμε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική και εφαρμόζουμε μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε να στηρίζουμε, γενναία, για όσο χρειαστεί, νοικοκυριά και επιχειρήσεις και να ενισχύσουμε, ακόμη περισσότερο, τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», όπως αυτές του υπουργού Οικονομικών, Χρήστου Σταϊκούρα, φαίνονται, ως ένα κακόγουστο αστείο, πρόκειται, για ανοησίες, που απευθύνονται σε αδαείς, διότι δεν δημιουργούν κανένα πραγματικό ταμειακό απόθεμα, αφού τα χρήματα αυτά, μαζί με τα αλλά 3,5 δισεκ. ευρώ, που, στο μέλλον και εντός του 2023, δανειστεί ο ΟΔΔΗΧ (οι μισθοί των διευθυντικών στελεχών του οποίου, εν τω μεταξύ, πήραν μια αύξηση της τάξεως του 80%!), απέχουν πολύ, από το να καλύψουν τις εφετινές δανειακές ανάγκες του ελληνικού κράτους

Κάτω από αυτές τις δυσχερέστατες συνθήκες και με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει εισέλθει, σε μια περίοδο παρατεταμένων εκλογικών αναμετρήσεων, που καθιστούν βέβαιη την αδυναμία μιας επανεκλογής της Νέας Δημοκρατίας, με κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, όσες βουλευτικές εκλογές και αν διεξαχθούν, είναι προφανής η πολιτική αβεβαιότητα, που, στην πράξη, έχει, ήδη, προκύψει, αφού η επόμενη κυβέρνηση, που θα προκύψει -όταν προκύψει- πρόκειται να είναι συμμαχική αγνώστου, προς το παρόν (και ίσως, επί πολύ) κομματικής συνθέσεως.

Βέβαια, η πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας δεν υφαίνεται δυνατό να αμφισβητηθεί, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό, για να σχηματίσει μόνη της κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να βρει κυβερνητικούς εταίρους, κάτι που δεν είναι, τελικά, απίθανο, παρά το γεγονός ότι οι μεγάλες βλακείες του Κυριάκου Μητσοτάκη και της πρώην παρέας του, στην ΕΥΠ, με τις τηλεφωνικές υποκλοπές, εις βάρος του προέδρου του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ Νίκου Ανδρουλάκη, όπως και των υπολοίπων κυβερνητικών και μη πολιτικών, στρατιωτικών, επιχειρηματικών και άλλων στελεχών, έχουν κάψει, επί του παρόντος, το σενάριο μιας συγκυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Τελικά, βέβαια, κάποια στιγμή κυβέρνηση θα σχηματισθεί, αφού κάποιον «Λουκά Παπαδήμο», ή «Ξενοφώντα Ζολώτα», ή «Τζαννή Τζαννετάκη» θα βρουν, για να τον τοποθετήσουν, ως πρωθυπουργό μιας συμμαχικής -ίσως και πολυκομματικής- κυβέρνησης και μάλιστα, δεν είναι απίθανο να μην συμμετέχει η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε αυτή την κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι θα είναι πρώτο κόμμα και ίσως, να πρωταγωνιστήσει ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, χωρίς, βέβαια, να είναι ο αρχηγός του πρωθυπουργός. Αλλά όλα αυτά θέλουν τον χρόνο τους και μένει να δούμε τις εξελίξεις, που πρόκειται να ακολουθήσουν.

Με δεδομένη, λοιπόν, την, ήδη, παρούσα πολιτική αβεβαιότητα, καθίσταται αβέβαιη και η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, οι δαπάνες του οποίου είναι πιθανό να αυξηθούν και τα έσοδα, που προβλέπονται, να μειωθούν, ενώ, βάσει του κυβερνητικού προγραμματισμού, το ταμειακό έλλειμμα, για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του ελληνικού Δημοσίου, το 2023, φθάνουν τα 8,4 δισεκ. ευρώ, ένα ποσόν, το οποίο θα πρέπει να πληρωθεί και για να πληρωθεί, πρέπει να καλυφθεί, από κάποια άλλα έσοδα, ήτοι τις αποκρατικοποιήσεις και την φορολογία, την ίδια στιγμή, που η Commission μοιράζει, συνολικά, 672 δισεκ. ευρώ για κρατικές ενισχύσεις (κατά 53%, στην Γερμανία, κατά 24%, στην Γαλλία και 7%, στην Ιταλία, ενώ, για την Ελλάδα, δεν προβλέπεται, ούτε ένα ευρώ και αντιθέτως, απαιτούνται, έσοδα, από αποκρατικοποιήσεις).

Φυσικά, η παρούσα κυβέρνηση έχει κάνει τους υπολογισμούς της, αφού, σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΟΔΔΗΧ, πέρα από τα 7 δισεκ. ευρώ του εξωτερικού δανεισμού (ο οποίος, το 2023, περιορίζεται, σε σχέση, με το 2022, που ήταν 8,3 δισεκ. ευρώ, λόγω της δέσμευσης, που έχει δοθεί, στους ευρωθεσμούς, για πρωτογενές πλεόνασμα του φετινού κρατικού προϋπολογισμού,  ύψους 1,7 δισεκ. ευρώ), ενώ αναμένουν έσοδα, κυρίως, από το Ταμείο Ανάκαμψης ) και 2 δισεκ. ευρώ, από ιδιωτικοποιήσεις, ενώ 2,2 δισεκ. ευρώ θα αντληθούν από το, επίσης, δανειακό μαξιλάρι ρευστότητας, που έχει συμφωνηθεί, στην βάση του αφανούς «ντροπαλού» 4ου Μνημονίου, που υπέγραψε, με τους ευρωθεσμούς, το καλοκαίρι του 2018, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό το δανειακό ποσόν λέγεται ότι, στο τέλος του 2022, ήταν, περίπου, στα 30 δισεκ. ευρώ.

Μαζί με όλα αυτά, ο ΟΔΔΗΧ σχεδιάζει να μειώσει, κατά 800 εκατ. ευρώ, τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, στα 11 δισεκ. ευρώ, εφέτος, ενώ, υπάρχει και ένα άλλο σχέδιο, για μια άλλη έκδοση κρατικού ομολόγου, το οποίο θα χαρακτηρισθεί, ως «πράσινο ομόλογο», ύψους 1 δισεκ. ευρώ, ανάλογα, με τις επικρατούσες συνθήκες. Δηλαδή, μιλάμε, για έναν νέο κρατικό δανεισμό, με άγνωστο επιτόκιο, έναν δανεισμό, ο οποίος, προφανώς, πρόκειται να έχει προεκλογικές στοχεύσεις.

Στην ουσία, όλα αυτά γίνονται και λέγονται, για να κουκουλωθεί η ουσιαστική, υπαρκτή και επερχόμενη νέα χρεωκοπία του ελληνικού κράτους, οποία, βέβαια, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί, χρονικά, το πότε πρόκειται να επέλθει (και θα επέλθει, όταν η ΕΚΤ, αφαιρέσει τον αναπνευστήρα, από τον ελληνικό δημόσιο δανεισμό) και να κρυφτεί, από την ελληνική κοινωνία, ότι, αμέσως, μετά τον σχηματισμό της μετεκλογικής νέας κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, ακολουθεί η επερχόμενη νέα σκληρή λιτότητα, η οποία πρόκειται να περιορίσει και να ρίξει, ακόμη χαμηλότερα, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της χώρας μας.

Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, ενώ, όταν μιλούν, για το ταβάνι του κρατικού χρέους της ομοσπονδιακής αυτής χώρας, αναφέρονται, σε βραδυφλεγή βόμβα, επισημαίνοντας ότι, ενώ, το 2011, το χρέος ανερχόταν σε 14,3 τρισεκ, δολάρια, τώρα, ήτοι μόλις, 12 χρόνια μετά, το αμερικανικό κρατικό χρέος έχει υπερδιπλασιαστεί και έχει ανεβεί, στο ύψος των 31,38 τρισεκ. δολαρίων και η αμερικανική Διοίκηση, από το 1960, έχει ανεβάσει το ταβάνι του επιτρεπόμενου δημοσίου χρέους, κατά 16 φορές, κάτι, το οποίο πρόκειται να πράξει και τώρα, η κυβέρνηση του προέδρου Jo Biden, ενώ είναι η Κίνα, που κατέχει ένα μεγάλο μέρος αυτού του χρέους, χωρίς όλα αυτά, να έχουν καμμία σοβαρή αρνητική επίπτωση, στην αμερικανική οικονομία, λόγω του ενιαίου χαρακτήρα του κράτους των ΗΠΑ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του οποίου ελέγχει, πλήρως, την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (την FED) της χώρας και με αυτόν τον τρόπο, ελέγχει και την έκδοση και την κυκλοφορία του νομίσματος, κάτι, που δεν συμβαίνει, στην «Ευρωπαϊκή Ένωση» και τούτο επειδή, όπως πολλές φορές έχω τονίσει, σε ένα πλήθος δημοσιευμάτων μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, η «ΕΕ» δεν είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος, αλλά ένα πτώμα, σε αποσύνθεση, γι’ αυτό και η Ελλάδα πρέπει να καταργήσει το ευρώ, ως νόμισμά της και να επανέλθει, σε ένα εθνικό νόμισμα, όσον το δυνατόν γρηγορότερα. Ει δυνατόν, χθες.

Όσο και αν όλα αυτά είναι δυσάρεστα, δυστυχώς, παράλληλα, είναι αυτά, που μας επιφυλάσσει το μέλλον. Και όχι, μόνο, για το 2023, αλλά για πολλά χρόνια, μετά από εφέτος.

Μιλάμε, για δεκαετίες ολόκληρες…


από dromosanoixtos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια