Τσαρλς Μπόικοτ: Ο άνδρας που έγινε ρήμα

Καρικατούρα του Μπόικοτ που εμφανίστηκε στο περιοδικό Vanity Fair, 29 Ιανουαρίου 1881
 
Η ενέργεια του μποϊκοτάζ μιας οργάνωσης ή ενός προσώπου χρονολογείται εδώ και αιώνες, αλλά η ίδια η λέξη "μποϊκοτάζ" είναι σχετικά νέα. Εισήχθη σε χρήση στην αγγλική γλώσσα μόλις το 1880, μετά από μια εκστρατεία για τον εξοστρακισμό ενός Άγγλου κτηματομεσίτη, που είχε ευρεία κάλυψη στον βρετανικό Τύπο. Το όνομά του ήταν Τσαρλς Μπόικοτ (Charles Cunningham Boycott).
 
 

Ο Boycott γεννήθηκε ως "Boycatt" το 1832, αλλά η οικογένειά του άλλαξε το επώνυμο για άγνωστους λόγους όταν ήταν στα εννέα του. Το 1848, ο νεαρός και πνευματώδης Τσαρλς μπήκε στην Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία, με την ελπίδα να υπηρετήσει στο Σώμα των Βασιλικών Μηχανικών. Όταν όμως απέτυχε στις εξετάσεις, αποστρατεύτηκε. Βλέποντας την προθυμία του να υπηρετήσει στο στρατό, η οικογένειά του τον κατέταξε στο 39ο σύνταγμα πεζικού. Όμως, μέσα σε τρία χρόνια, ο αρχικός ενθουσιασμός του να γίνει στρατιωτικός χάθηκε, οπότε αποφάσισε να τα παρατήσει και έγινε ιδιοκτήτης γης.

Το 1854, ο Μπόικοτ μετακόμισε σε ένα μεγάλο νησί, το Achill, και απέκτησε κάποια γη εκεί. Το '73, μετακόμισε στην ηπειρωτική χώρα και έγινε κτηματομεσίτης ενός κόμη, ο οποίος, σε διάφορες κομητείες στην Ιρλανδία, κατείχε συνολικά 162 τετ χλμ γης. Δουλειά του Μπόικοτ ήταν να εισπράττει τα ενοίκια από τους ενοικιαστές αγρότες και να κάνει έξωση σε όσους δεν μπορούσαν -ή δεν ήθελαν- να πληρώσουν. Ο Μπόικοτ πίστευε "στο θείο δικαίωμα των αφεντικών και στην τάση να συμπεριφέρεται όπως εκείνος έκρινε καλύτερα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την άποψη ή τα συναισθήματα των άλλων". Ο δυσάρεστος χαρακτήρας του και η σκληρότητά του τον έκαναν αντιδημοφιλή στους ενοικιαστές, στους οποίους επέβαλε πρόστιμα -που μερικές φορές υπερέβαιναν τους μισθούς τους- για τις πιο ασήμαντες παραβάσεις, όπως για παράδειγμα αν τα ζώα τους έμπαιναν στη γη του ή αν καθυστερούσαν να δουλέψουν.

Το 1879, ο γιος ενός μικρού αγρότη ενοικιαστή, ο Μάικλ Ντάβιτ, ίδρυσε την Ιρλανδική Εθνική Ένωση Γης (National Land League), στόχος της οποίας ήταν να μειώσει τα ενοίκια, να σταματήσει τις εξώσεις και είχε ως απώτερο στόχο να κάνει τους ενοικιαστές ιδιοκτήτες της γης που καλλιεργούσαν. Τον Σεπτέμβριο του '80, οι ενοικιαστές του λόρδου έπρεπε να πληρώσουν τα ενοίκια τους. Εκείνοι, εξαιτίας της κακής συγκομιδής το προηγούμενο έτος, ζήτησαν από τον λόρδο μείωση ενοικίου κατά 25%, αλλά ο λόρδος δεχόταν μόνο 10% μείωση. Τότε, έδωσε εντολή στον Μπόικοτ να πάρει τα ενοίκια που εκκρεμούσαν και να εκδιώξει έντεκα ενοικιαστές που είχαν αρνηθεί να πληρώσουν. Μερικοί από αυτούς πλήρωσαν, αλλά τρεις οικογένειες εκδιώχθηκαν επειδή αρνήθηκαν.

Η Ένωση, εξοργισμένη από τα γεγονότα, κάλεσε μαζική συγκέντρωση για να συζητήσουν πώς να ξεσηκωθούν ενάντια στην τυραννία, ενώ, λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Τσαρλς Στιούαρτ Πάρνελ, μέλος του κοινοβουλίου και ηγέτης της Ένωσης, είχε δώσει μια ομιλία που την παρακολούθησαν πολλά μέλη της. Η Ένωση κάλεσε σε γενική απεργία και έδωσε εντολή σε όλους στην κοινότητα να εξοστρακίσουν κοινωνικά το Μπόικοτ και να διακόψουν κάθε σχέση μαζί του. Όσοι δε θα το έκαναν απειλήθηκαν με "απώτερες συνέπειες". Έτσι, ο Μπόικοτ βρέθηκε απομονωμένος. Κανείς δε θα αγόραζε από αυτόν και κανείς δε θα του πουλούσε. Δε θα μπορούσε να θερίσει τη γη του ή να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε συναλλαγή στην κοινότητα. Ακόμα και ο ταχυδρόμος σταμάτησε να του πηγαίνει αλληλογραφία.

Στα μέσα Οκτωβρίου, όντας σε δύσκολη θέση, ο Μπόικοτ έγραψε μια -απελπισμένη- επιστολή στους Times.

"Απείλησαν τον σιδερά ότι θα τον σκοτώσουν αν κάνει άλλη δουλειά για μένα, και διέταξαν την πλύστρα να μην πλένει. Οι καταστηματάρχες δέχτηκαν προειδοποίηση να σταματήσουν να δίνουν προμήθειες στο σπίτι μου και μόλις έλαβα ένα μήνυμα από την ταχυδρόμο που λέει ότι σταμάτησαν τον τηλεγραφητή στο δρόμο και τον απείλησαν όταν μου έστειλε ένα μήνυμα. Οι καλλιέργειές μου καταπατούνται και καταστρέφονται. Σπάζουν τις κλειδαριές, ανοίγουν τις πύλες, γκρεμίζουν τους τοίχους και πετάνε το απόθεμα στους δρόμους".


Το πιο πιεστικό από όλα τα ζητήματα ήταν οι καλλιέργειες, τις οποίες ο Μπόικοτ φοβόταν ότι θα σαπίσουν αν δεν γινόταν συγκομιδή. Όταν έμαθαν την κατάστασή του, μερικοί συμπαθούντες στο Μπέλφαστ και το Δουβλίνο συγκέντρωσαν κεφάλαια και οργάνωσαν μια αποστολή βοήθειας, αποτελούμενη από περίπου πενήντα άνδρες και εργάτες που πήγαν για να μαζέψουν τις σοδειές. Επιπλέον, περίπου εννιακόσιοι στρατιώτες στάλθηκαν για να προστατεύσουν τους εργάτες, μιας και υπήρχε φόβος για χρήση βίας από τους ντόπιους. Οι στρατιώτες έμειναν στην πόλη για δύο εβδομάδες. Έστησαν σκηνές στη γη του Μπόικοτ, έκοψαν τα δέντρα του για καυσόξυλα, έφαγαν τα ζώα του και άφησαν την περιουσία του σε απίστευτο χάος. Το δε χειρότερο ήταν ότι δαπανήθηκαν περίπου 10.000 λίρες για να σωθούν καλλιέργειες αξίας 350 λιρών -το πολύ.
 
Μια από τις πολλές εικονογραφήσεις που διακωμωδούσαν το αυξανόμενο φαινόμενο του μποϊκοτάζ 

Η υπόθεση του Μπόικοτ έγινε μεγάλη είδηση στην Ιρλανδία, την Αγγλία και άλλες αγγλόφωνες χώρες. Το μποϊκοτάζ ενίσχυσε δραματικά τη δύναμη των αγροτών και, μέχρι το τέλος του 1880, υπήρχαν αναφορές για μποϊκοτάζ σε όλη την Ιρλανδία. Επίσης, τα γεγονότα αύξησαν τη δύναμη της Ένωσης και τη δημοτικότητα του Πάρνελ ως ηγέτη.

Είναι δύσκολο να ειπωθεί πότε ακριβώς η λέξη "μποϊκοτάζ" μπήκε σε χρήση στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο James Redpath, ο όρος επινοήθηκε από έναν ντόπιο ιερέα, τον O'Malley. Ο Redpath ανέφερε μια συνομιλία που είχε με τον O'Malley. "'Όταν οι άνθρωποι εξοστρακίζουν έναν αρπαχτή γης, το ονομάζουμε κοινωνικό αφορισμό, αλλά θα έπρεπε να έχουμε μια τελείως διαφορετική λέξη που να σημαίνει εξοστρακισμός που εφαρμόζεται σε έναν ιδιοκτήτη ή κτηματομεσίτη, όπως το Μπόικοτ. Ο εξοστρακισμός δεν το καλύπτει, οι αγρότες δε θα ξέρουν τη σημασία της λέξης'. Ο O'Malley συμφώνησε. Κοίταξε κάτω, χτύπησε το μέτωπό του και είπε, 'Πώς θα ήταν αν το λέγαμε 'μποϊκοτάρουμε';".

Σύντομα, η νέα λέξη ήταν παντού. Το Illustrated London News περιέγραψε πώς το "να μποϊκοτάρω" είχε ήδη γίνει ενεργητικό ρήμα, υποδηλώνοντας τον εκφοβισμό. Προφανώς, δεν υπήρχε άλλη λέξη στην αγγλική γλώσσα που να περιγράφει επαρκώς τη διαφορά. Το 1888, η λέξη συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο A New English Dictionary Based on Historical Principles, αργότερα γνωστό ως Oxford English Dictionary. Τελικά, η λέξη "μποϊκοτάζ" πέρασε και σε άλλες γλώσσες που επίσης δεν είχαν παρόμοιες λέξεις. Μάλιστα, το 1885, ένα εργατικό σωματείο στο Κάνσας των ΗΠΑ κυκλοφόρησε μια εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο "The Boycotter" για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Εν τω μεταξύ, ο Μπόικοτ, με κατεστραμμένη φήμη, έφυγε από την Ιρλανδία και έγινε κτηματομεσίτης σε ένα κτήμα στο Σάφολκ της Αγγλίας. Όταν κάποτε πήγε στις ΗΠΑ για να επισκεφτεί κάποιους φίλους, για να μην τραβήξει την προσοχή, υπέγραψε ως "Τσαρλς Κάνινγκχαμ". Οι εφημερίδες της Νέας Υόρκης όμως έμαθαν για την άφιξή του. Η New York Tribune έγραψε ότι, "Η άφιξη του Μπόικοτ, ο οποίος άθελά του έχει προσθέσει μια νέα λέξη στη γλώσσα, είναι ένα γεγονός διεθνούς ενδιαφέροντος".

Μετά από μερικούς μήνες, ο Μπόικοτ επέστρεψε στην Αγγλία. Πέθανε στο σπίτι του το 1897. Το όνομά του όμως, ζει για πάντα με κακή φήμη.

από Ξωτικό

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια